• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
I want to be alone...
Την τελευταία Αποκριά ξημερώνοντας Καθαρά Δευτέρα το 1966 σε ένα μαγαζί εκεί γωνία Αχαρνών και Ηπείρου, το κέφι ήταν στο ζενίθ του. Ήταν η μέρα τέτοια, το μαγαζί ήταν φίσκα και πάνω στο πάλκο τραγουδούσαν ο Καζαντζίδης με την Μαρινέλλα το πιο δημοφιλές δηλαδή ντουέτο του λαϊκού τραγουδιού. Από κάτω ο κόσμος είχε πιει, χόρευε, φώναζε, γλεντούσε –μπορείτε να φανταστείτε πως ήταν η ατμόσφαιρα…– ενώ κατά τη συνήθεια της εποχής, οι πελάτες έστελναν τις παραγγελιές τους για τα τραγούδια στη Μαρινέλλα σε χαρτάκια και εκείνη τα έλεγε με τη σειρά που έπρεπε να τραγουδηθούν και ενδεχομένως να χορευτούν μια και ήταν «παραγγελιές» και δεν έπρεπε να υπάρχουν παρεξηγήσεις στον Καζαντζίδη. Κάποια στιγμή η Μαρινέλλα γύρισε και είπε το επόμενο τραγούδι και την «αφιέρωση» στο αυτί του Καζαντζίδη, εκείνος δεν άκουσε μέσα στη φασαρία, εκείνη του το ξαναείπε πιο δυνατά, εκείνος πάλι δεν άκουσε, γινόταν χαλασμός από το γλέντι της Αποκριάς, έσκυψε το κεφάλι του προς το μέρος της να την ακούσει και κείνη την ώρα πέρασε ξυστά απ’ το κεφάλι του ένα σπασμένο στη μέση μπουκάλι που πέταξε κάποιος μεθυσμένος από κάτω προς το μέρος του και το οποίο καρφώθηκε στον τοίχο. Αν δεν είχε σκύψει δεν θα ζούσε. Εκείνη την βραδιά απ’ ότι μου έχουν πει –η ίδια η Μαρινέλλα δηλαδή μου τα έχει πει– ο Καζαντζίδης αποφάσισε να μην ξανατραγουδήσει ποτέ. Και το ´κανε…
 
Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τραγουδήσει και πολύ στην καριέρα του μπροστά σε κοινό. Από τη στιγμή που έγινε επαγγελματίας τραγουδιστής θεωρητικά τραγούδησε πάνω στο πάλκο καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αλλά συνολικά ήταν πολύ-πολύ λιγότερος ο χρόνος. Ο Καζαντζίδης πήγαινε να τραγουδήσει, αλλά δεν καθόταν πολύ κάτι τον έδιωχνε. Τα μαγαζιά που τραγουδούσε ήταν πάντα ασφυχτικά γεμάτα, σε βαθμό που όλα τα άλλα μαγαζιά γύρω να είναι άδεια. Η αμοιβές του στα κέντρα ήταν δυσθεώρητες για την εποχή. Ο Ζαμπέτας διηγείτο πως ο Καζαντζίδης έπαιρνε 30.000 δραχμές τη βραδιά εκεί γύρω στο 1962 όταν ο βασικός μισθός δεν ήταν ένα χιλιάρικο, όταν με 100.000 δραχμές αγόραζες ένα διαμέρισμα, όταν ο μισθός ενός γυμνασιάρχη ήταν λιγότερο από 5.000 δραχμές. Ο Καζαντζίδης έπαιρνε 30.000 δραχμές, η Μαρινέλλα λιγότερο από 200 δραχμές και οι υπόλοιποι μουσικοί και τραγουδιστές πολύ λιγότερο από χιλιάρικο. – Βέβαια σ’ ένα μαγαζί που χωρούσε ας πούμε 1.000 άτομα αν τραγουδούσε ο Καζαντζίδης θα ήταν φίσκα. Όμως και αυτά που έπαιρνε δεν τα έπαιρνε για πολύ, τραγουδούσε λίγο και μετά εξαφανιζόταν. Μία γιατί απ’ ότι λένε τον απειλούσαν οι γύρω μαγαζάτορες επειδή τους έπαιρνε την πελατεία, μία γιατί δεν του άρεσε το περιβάλλον, μία για το ένα μία για το άλλο, η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν και πάρα πολλά τα μεροκάματα που έκανε ο Καζαντζίδης στα κέντρα αντίθετα με άλλους του λαϊκού τραγουδιού…
 
Απ’ την άλλη ο Καζαντζίδης δεν είχε πρόβλημα να γυρίσει όλη την Ελλάδα σε τουρνέ και να τραγουδάει σε κάθε πόλη, μέσα σε σινεμά ή κέντρα, να πάει εκτός Ελλάδας να τραγουδήσει, στην Αμερική ή οπουδήποτε αλλού. Φαινόταν όμως ότι όλο αυτό δε θα κρατούσε για πολύ και δεν κράτησε…
 
Όπως και η Γκρέτα Γκάρμπο έτσι και ο Καζαντζίδης –τι σύμπτωση που είχαν και οι δύο το ίδιο ζώδιο… Το ζώδιο της παρθένου– όταν είπαν στοπ, ήταν πραγματικά στοπ…
 
Όλοι όσοι πρόλαβαν να δουν τον Καζαντζίδη να τραγουδάει ζωντανά, μιλούν πραγματικά για κάτι μοναδικό. Ο τρόπος που διαχειριζόταν τη φωνή του, αλλά και ο τρόπος που ο κόσμος από κάτω τον αντιμετώπιζε, ήταν απίστευτος. Ήταν συγχρόνως είδωλό τους και ένα μέλος της οικογένειάς τους. Ήταν μια εμπειρία να βλέπεις τον Καζαντζίδη πάνω στη σκηνή…
 
Ο Καζαντζίδης διαχειρίστηκε τον μύθο του λίγο σαν να τον βάραινε στην πλάτη. Δεν θα μπορούσε να πει κανείς πως τον απόλαυσε. Και όχι μόνο τον μύθο του τον καλλιτεχνικό, αλλά και την ίδια τη ζωή του. Από τη στιγμή που βγήκε στο τραγούδι έως το φινάλε του θαρρείς και αυτό που βασικά τον χαρακτήριζε ήταν ένα «I want to be alone» όπως έλεγε και η Γκάρμπο –και δεν αστειεύομαι εδώ. Θαρρείς πως σ’ αυτόν τον άνθρωπο που τα φώτα έπεφταν τόσο εκτυφλωτικά πάνω του, του προκαλούσαν περισσότερο αμηχανία παρά χαρά…
 
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…