• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Μεφίστο
Της Αριάν Μνουσκίν πάνω στο μυθιστόρημα του Κλάους Μαν, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη από το Εθνικό Θέατρο.
 
Τα τελευταία σαράντα λεπτά της παράστασης είναι πραγματικά ικανοποιητικά. Η δράση τρέχει, οι σκηνές έχουν ενδιαφέρον, η σκηνοθεσία είναι γοργή και κάποιοι ηθοποιοί παίζουν θαυμάσια τους ρόλους τους. Ο Νίκος Μαστοράκης εδώ αποδεικνύει το μεγάλο του προσόν ότι είναι σκηνοθέτης ηθοποιών. Σαράντα λεπτά περίπου πριν τελειώσει, η παράσταση παίρνει ρυθμό και διηγείται την ιστορία του Μεφίστο. Αυτά έως δύο λεπτά πριν τελειώσει η παράσταση…
 
Το να είναι τα τελευταία σαράντα λεπτά της παράστασης εξαιρετικά είναι καλό αν η παράσταση κρατάει σαράντα δύο, σαράντα πέντε, πενήντα ή το πολύ εξήντα λεπτά. Το κακό όμως είναι, ότι η παράσταση κρατάει συνολικά καθαρό χρόνο εκατόν ενενήντα λεπτά. Οπότε, όταν φτάνεις πια ως θεατής σαράντα λεπτά πριν το τέλος είσαι αποκαμωμένος μ’ αυτό το τεράστιο πιλάφι – πιλάφι είπα; Λάθος… Λαπάς εννοούσα…
 
Ένα από τα σημαντικότερα έργα του εικοστού αιώνα γραμμένα από τον Κλάους Μαν το 1936 αν θυμάμαι καλά με θέμα τον Αμοράλ, χαρακτήρα ενός ανθρώπου που επιβιώνει σε όλες τις εποχές, κάνοντας «συμφωνίες» με θεούς και διαβόλους προκειμένου να αναρριχηθεί στην κορυφή όπου και μένει ως το φινάλε. Βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία ενός μεγάλου ηθοποιού του γερμανικού θεάτρου, γίνεται στα χέρια της Αριάν Μνουσκίν ένα φθηνό προπαγανδιστικό εργάκι κατά του ναζισμού. Φυσικά, είναι θετικό ότι είναι κατά του ναζισμού. Αλλά πριν απ’ όλα πρέπει να είναι και καλό ε; Την πρώτη μιάμιση ώρα το έργο αναλώνεται σε απίστευτες φλυαρίες όπου μαθαίνουμε όλοι την πολιτικοκοινωνικοοικονομικοκαλλιτεχνική –ουφ– ιστορία της Γερμανίας, από το 1923-1933. Δεν τη μαθαίνουμε με θεατρική δράση, αλλά με ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν στη σκηνή και περιγράφουν την κατάσταση στη Γερμανία. Περιγράφουν τα γεγονότα που συμβαίνουν, αναγγέλλουν αποτελέσματα εκλογών, την πορεία του Χίτλερ, τα καλλιτεχνικά δρώμενα της εποχής, αλλά όλα αυτά τα ακούμε… Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιοι δυστυχισμένοι άνθρωποι περιγράφουν το πόσο άσχημα περνάνε οπότε και εξηγείται κατά την θεατρική συγγραφέα το γιατί προσχωρήσαν στον Χίτλερ!!! Επί μιάμιση ώρα το κεντρικό πρόσωπο ο Μεφίστο είναι μια ακόμα φιγούρα μέσα στις άλλες, που τίποτα δεν δείχνει ότι είναι ο πρωταγωνιστής του έργου. Κόσμος πάει κι έρχεται οι οποίοι μιλούν ασταμάτητα και φλύαρα ανακοινώνοντας γεγονότα σαν να είναι της εποχής, σαν να είμαστε σε σχολική παράσταση. Δέκα λεπτά περίπου από τη στιγμή που ξεκινάει το δεύτερο μέρος αρχίζουμε σιγά-σιγά να καταλαβαίνουμε ποιος είναι ο πρωταγωνιστής και περίπου τι θέλει να πει αυτό το έργο. Σαράντα λεπτά πριν τελειώσει το έργο, με γοργούς ρυθμούς μαθαίνουμε την πορεία και την εξέλιξη του Μεφίστο και δύο λεπτά πριν τελειώσει η παράσταση των τριών ωρών και δέκα λεπτών καθαρού χρόνου, οι βασικοί ήρωες κατάματα στο κοινό μας λένε ποιοι ήταν στην πραγματικότητα οι άνθρωποι που κρύβονταν πίσω από τους ήρωες του Μαν και ποια ήταν η εξέλιξη της ζωής τους…
 
Φυσικά, το όλο εγχείρημα δεν έχει καμία σχέση με τον «Μεφίστο» του Κλάους Μαν γιατί είναι προφανές πως η Αριάν Μνουσκίν ενδιαφέρεται για το σύνολο και για την εποχή… Μόνο που ο Κλάους Μαν φτιάχνει μια προσωπογραφία που θα μπορούσε να υπάρχει σε κάθε εποχή και θα μπορούσε να είχε πουλήσει την ψυχή του σε κάθε διάβολο και όχι απαραίτητα στον Χίτλερ. Η συγγραφέας προσπαθεί απεγνωσμένα να ενώσει μία γέφυρα ανάμεσα στα πραγματικά πρόσωπα που ενέπνευσαν τους ήρωες του Κλάους Μαν χρησιμοποιώντας διάφορα θεατρικά τερτίπια. Επίσης, είναι προφανές πως θα ήθελε πολύ να έχει φτιάξει ένα ευρωπαϊκό «ΚΑΜΠΑΡΕ». Μόνο που ο Τζο Μάστεροφ με βάση ένα ολιγοσέλιδο διήγημα του Κρίστοφερ Ίσεργουντ από το «Αντίο Βερολίνο», έφτιαξε ένα μιούζικαλ σταθμό σαν το «ΚΑΜΠΑΡΕ» ενώ κοτζάμ Αριάν Μνουσκίν με τέτοιο βιβλίο στα χέρια της σαν του Κλαους Μαν τα έκανε ελαφρώς θάλασσα. Δεν μιλάω τυχαία για το «ΚΑΜΠΑΡΕ» μια και μέσα στα τραγουδάκια που ακούγονται στην παράσταση και σχολιάζουν την πραγματικότητα στο κομμάτι των σεξουαλικών διαστροφών και της «εβραιοφοβίας» του ναζισμού, υπάρχει και ένα τραγούδι με γορίλα όπως ακριβώς και στο «ΚΑΜΠΑΡΕ». Λίγο μιούζικαλ, λίγο μπρεχτική αποστασιοποίηση, λίγο η πραγματικότητα μες τη φαντασία και η φαντασία μες την πραγματικότητα, λίγο οι αληθινοί ήρωες και λίγο οι ήρωες του Κλάους Μαν, λίγο και το βερολινέζικο «ΚΑΜΠΑΡΕ» όπου όλοι κάνουν τους ειδικούς περί αυτού, αλλά κανείς δεν κάθεται να δει τουλάχιστον τον «Γαλάζιο Άγγελο» του Στέρνμπεργκ για να δει το πώς ήταν… Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο…
 
Τη μετάφραση της κυρίας Λουίζας Μητσάκου δεν θα μπορούσα να τη βρω ούτε καν εξυπηρετική. Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου και η κίνηση της Αμαλίας Μπένετ ανύπαρκτη. Τα κοστούμια του Νίκου Μαστοράκη αν εξαιρέσεις τα ταγέρ της Μαρίνας Ασλάνογλου που αδικεί και αυτήν και την εποχή και τον ρόλο της, είναι εξαιρετικά. Το σκηνικό του Νίκου Μαστοράκη απλό, διαχρονικό και εύχρηστο για την εξέλιξη της υπόθεσης. Ο Νίκος Μαστοράκης προσπαθεί να ισορροπήσει από το απερίγραπτο αλαλούμ και εκεί προς το φινάλε των σαράντα λεπτών που έγραψα πιο πάνω, βρίσκει τον ρυθμό του και εμείς τον ξαναβρίσκουμε σαν σκηνοθέτη που πραγματικά εκτιμάμε – δεν έχουνε μείνει και πολλοί σκηνοθέτες πια σ’ αυτή τη χώρα… Από τους ηθοποιούς το τρίο Υβόννη Μαλτέζου, Γιάννης Στόλλας και ΧάρηςΤτζωρτζάκης στους ρόλους του «απλού λαού» που «παρασύρεται» και φέρνει στην εξουσία τον ναζισμό –άλλο ένα αρνητικό του έργου ο λαϊκισμός του το πώς δηλαδή για άλλη μια φορά δίνεται συγχωροχάρτι σ’ αυτόν τον απλό, αθώο, εγκληματία λαό και δεν εννοώ μόνο τον γερμανικό λαό εκείνης της εποχής που παρασύρεται, αλλά κάθε λαό– είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετικοί. Είναι σπουδαίοι. Ο Νίκος Ψαρράς πλάθει με πολύ ζεστασιά το ρόλο του και είναι καλύτερος από ότι τον έχω δει τα τελευταία δύο, τρία χρόνια. Ο Αλέξανδρος Λογοθέτης δίνει κύρος στο ρόλο του με την ερμηνεία του, όπως κι ο Θύμιος Κούκιος. Η Βίκυ Βολιώτη πλάθει μια αυθεντική γερμανίδα σταρ. Στο ελαχιστότατο διάστημα που περνάει απ’ τη σκηνή ο Μηνάς Χατζησάββας δεν παίζει, ΕΙΝΑΙ ο Τόμας Μαν, ενώ ο Άλκης Παναγιωτίδης μόνο με την παρουσία και το στυλ του δείχνει τι θα έπρεπε να είναι η παράσταση…
 
Φυσικά, αν ανεβάζεις ένα έργο που λέγεται «Μεφίστο» πρέπει να έχεις ένα σπουδαίο Μεφίστο. Είτε έναν πολύ μεγάλο ηθοποιό, είτε έναν ηθοποιό με πολύ έντονη σκηνική προσωπικότητα –δεν είναι τυχαίο πως ο Κλάους Μαρία Μπραντάουερ που έπαιξε το 1981 τον «Μεφίστο» στην ταινία του Ίστβαν Σζάμπο μετά έκανε μεγάλη καριέρα– αλλά φοβάμαι, πως και ο ρόλος του Μεφίστο και ο ρόλος του Κλάους Μαν ή Κλάους Μπρίκνερ ατυχώς δόθηκαν να «μεταφερθούν» σε πολύ αδύνατους ώμους. Υπερβολικό, κραυγαλέο παίξιμο και άλλα πολλά που προτιμώ να μην επεκταθώ γιατί είναι και νέα παιδιά και ίσως να μην έφταιγαν απολύτως για την ερμηνεία τους…
 
Κατά τα άλλα όπως συνηθίζεται πλέον σε έργα που ασχολούνται με την Γερμανία του μεσοπολέμου, υπάρχει πολύ ομοφυλοφιλία και αυτό το λέω ως αρνητικό. Πρώτον, γιατί στη συγκεκριμένη παράσταση δε νομίζω ότι τα σεξουαλικά ενδιαφέροντα των ηρώων προωθούν και τόσο τη δράση –εκτός ίσως από του ίδιου του Μεφίστο γιατί μπροστά στην άνοδό του απαρνείται και τα σεξουαλικά του ενδιαφέροντα–. Η διαστροφή, σεξουαλική και όχι μόνο του γερμανικού μεσοπολέμου είχε φτάσει σε απίστευτης αισθητικής κορυφές παρουσιάζεται να εκπροσωπείται μόνο από άντρες και γυναίκες ομοφυλόφιλους συν μία σκηνή σαδομαζοχισμού που μάλλον σε κάνουν να γελάσεις παρά να εντυπωσιαστείς ή να σκανδαλιστείς…
 
Δεν ξέρω ακριβώς σε ποιον πρέπει να ρίξω το φταίξιμο για όλο αυτό που είδα. Στο κάτω-κάτω αν θες να μιλήσεις κατά του ναζισμού πρέπει να φτιάξεις και ένα έργο που να αξίζει τον κόπο. Μπορεί να μην είσαι κομμουνιστής, μπορεί να απεχθάνεσαι τον κομμουνισμό, αλλά το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Άϊζενσταιν, η κατεξοχήν προπαγανδιστική ταινία σε κολλάει στον τοίχο. Είμαι σίγουρος πως ο Κλάους Μαν αν ζούσε θα κόλλαγε στον τοίχο την Αριάν Μνουσκίν αλλά για να την πλακώσει στα χαστούκια.