• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Βασίλης Λογοθετίδης. Ζώντας για το θέατρο...
«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σπουδαίος, πόσο μεγάλος ηθοποιός… ηθοποιός… και όχι μόνο κωμικός ηθοποιός υπήρξε ο Βασίλης Λογοθετίδης. Μόνο στη σκηνή μπορούσες να καταλάβεις το ταλέντο του. Και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μεγάλος σκηνοθέτης υπήρξε ο Βασίλης Λογοθετίδης. Αρκεί να σου πω, ότι ήταν αυτός που μου δίδαξε πώς να παίξω τον ρόλο του Αρμάνδου Ντιβάλ στην “Κυρία με τις καμέλιες”». Αυτά τα λόγια που μόλις διαβάσατε μου τα έχει πει ο Δημήτρης Χορν για τον Βασίλη Λογοθετίδη με ανυπόκριτο θαυμασμό και αγάπη προς αυτόν και πραγματικά είχα εντυπωσιαστεί με αυτό περί Αρμάνδου Ντιβάλ, γιατί ο συγκεκριμένος ρόλος στην ουσία είναι μια φιγούρα και ο Δημήτρης Χορν ήταν πλασμένος από τη ζωή και τη φύση για να παίξει αυτόν τον ρόλο. Όταν σου λέει ένας άνθρωπος με την ομορφιά και τη γοητεία του Χορν ότι του δίδαξε ο Λογοθετίδης με την όχι και τόσο σπουδαία εμφάνιση αυτό το ρόλο κάτι σημαίνει αυτό…
 
Ο Βασίλης Λογοθετίδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1895 ή 1897 ή 1898. Εκεί στα μέσα της 2ης δεκαετίας του 20ού αιώνα, κοντά στα 20 χρόνια του ερωτεύτηκε μια κοπέλα από την Κωνσταντινούπολη που οι γονείς της δεν τον ήθελαν. Ο νεαρός Λογοθετίδης πήρε την κοπέλα και ήρθε στην Αθήνα όπου τότε το 1918, ένα χρόνο μετά τη ρωσική επανάσταση, είχε μόλις ιδρυθεί το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών και είχε προκηρύξει την πρώτη απεργία του κλάδου. Οι ελάχιστοι και οικογενειοκρατούμενοι θίασοι της εποχής σ’ εκείνη την παλιά εποχή που δεν υπήρχαν ούτε άδειες, ούτε τίποτα και ο καθένας μπορούσε να ανέβει στη σκηνή, αρκεί να το ήθελε πολύ, σχεδόν μάζεψαν απ’ το δρόμο όποιον περνούσε, που λέει ο λόγος, για να συνεχίσουν τις παραστάσεις τους. Ο Λογοθετίδης με το κορίτσι του πήγαν στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και ζήτησαν δουλειά ελλείψει άλλου τρόπου βιοπορισμού… και ο Λογοθετίδης έφυγε απ’ αυτόν τον θίασο 30 χρόνια μετά, από μια ρήξη εξαιτίας των ποσοστών μετά τη μεγάλη επιτυχία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Ενδιάμεσα από τα 18 έως τα 47 με κύρια βάση το θίασο Κοτοπούλη-Λογοθετίδης, έπαιξε κάποιες λίγες φορές και σε άλλους θιάσους μια τεράστια γκάμα ρόλων και έργων, αποκλειστικά θέατρο μέχρι χοντρή φάρσα και αναδείχθηκε ως ο κορυφαίος έλληνας κωμικός. Δεν έπαιξε μόνο κωμικούς ρόλους αλλά οι επιδόσεις του ειδικά σ’ αυτόν τον τομέα ήταν ξεχωριστές. Ο έρωτάς του για την παντρεμένη με εξέχον πρόσωπο της αθηναϊκής κοινωνίας Ίλυα Λιβυκού, η οποία όμως ήθελε να βγει στο θέατρο, ήταν μαζί με τη ρήξη για τα ποσοστά, ο λόγος που τον έκανε να φτιάξει δικό του θίασο. Και από το ´49 έως το ´60 που έφυγε από τη ζωή την έκανε πρωταγωνίστρια στο θίασό του που ήταν από τους πλέον δημοφιλείς στην Αθήνα και στην Ελλάδα. Τα τελευταία 12 χρόνια της ζωής του ο Βασίλης Λογοθετίδης με το βάρος του θιάσου στην πλάτη, έπαιξε μια πολύ μεγάλη σειρά από κωμωδίες, κυρίως ξένες και ελληνικές – οι τελευταίες γραμμένες πάνω του από τους συγγραφείς της εποχής. Με μια οικογένεια, με μια παράνομη σχέση που ήταν και η πρωταγωνίστρια του θιάσου του, με ένα θίασο με περιοδείες συνέχεια όπου υπήρχε ελληνισμός –κυρίως στην Αίγυπτο όπου και γύρισε κάποιες ταινίες αλλά και στην Αμερική δύο φορές με τεράστια επιτυχία– και με μια υγεία εύθραυστη που τον οδηγούσε συνέχεια στο νοσοκομείο, κάποια στιγμή το 1960 κατά τη διάρκεια των παραστάσεων του τελευταίου έργου που ανέβασε «Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα» του Γιώργου Τζαβέλα, έφυγε από τη ζωή. Στην κηδεία του μαζεύτηκε όλη η Αθήνα σε μια εποχή που δεν υπήρχε τηλεόραση να στέλνει τον κόσμο ανθρωποφαγικά στις κηδείες. Ο κόσμος λάτρευε τον Λογοθετίδη…
 
Ο Λογοθετίδης ζούσε για το θέατρο. Μάλιστα όταν καθιερώθηκε με ενέργειες τού τότε προέδρου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών Βασίλη Μεσολογγίτη η αργία των θεάτρων κάθε Δευτέρα, ο Λογοθετίδης μια Κυριακή ακούστηκε να λέει, «αύριο δεν παίζουμε γιατί ο Μεσολογγίτης θέλει να ξεκουραστεί…».
 
Από τους μεγάλους ηθοποιούς της γενιάς του ο Λογοθετίδης ήταν τυχερός γιατί από το ´48 μέχρι το θάνατό του γύρισε καμιά δεκαριά ταινίες, οι περισσότερες με τον Σακελλάριο και δύο με τον Τζαβέλα όπου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και για την εποχή και για την τεχνική της εποχής, αποτυπώθηκε στο σελυλόιντ η μεγάλη του τέχνη, σπουδαία παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Το ντεμπούτο του στο σινεμά το είχε κάνει το 1933 στην Κωνσταντινούπολη με το θίασο Κοτοπούλη-Κυβέλης με τη χαμένη σήμερα βουβή ταινία «Ο κακός δρόμος». Επίσης εκτός των ταινιών με Σακελλάριο και Τζαβέλα έπαιξε και τον Παναγιωτάκη στην κινηματογραφική μεταφορά της «Μαντάμ Σουσού» το ´48…
 
Ο Λογοθετίδης ζούσε για το θέατρο… Πάνω στη σκηνή μεταμορφωνόταν… Ο Σακελλάριος διηγείτο πάντα πως κατά την διάρκεια των παραστάσεων στο θέατρο Κοτοπούλη «Οι γερμανοί ξανάρχονται» πηδούσε υποτίθεται για να δει έξω από μια μάντρα πάνω από ενάμισι μέτρο. Κάποια στιγμή που είχανε πάει μια εκδρομή όλος ο θίασος, ο Λογοθετίδης δεν μπόρεσε να πηδήξει ένα κούτσουρο που δεν ήταν ούτε 20 εκατοστά και έκανε το γύρο για να συνεχίσει. «Μα κύριε Λογοθετίδη» του είπε ο Σακελλάριος, «αφού στο θέατρο πηδάτε πάνω από ενάμισι μέτρο για να δείτε έξω απ΄ την μάντρα της αυλής» και ο Λογοθετίδης του απάντησε… «άλλο στο θέατρο…»…