• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
ΑΘΗΝΑΙΟΝ 1895 –…
Ακριβώς απέναντι από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, γωνία Πατησίων και Μάρνη, υπάρχει ένα ρημάδι –στην κυριολεξία– μία μάντρα σχεδόν που φιλοξενεί στο πλάι κάποια καμένα πλέον μαγαζιά από παρελθούσες διαδηλώσεις και μπροστά κάτι που μοιάζει με είσοδο πρώην θεάτρου, σιδεριές πεσμένες, εκεί που κάποτε έμπαιναν τα ονόματα των πρωταγωνιστών και ο τίτλος του έργου. Αν κάνει δε κανείς το γύρο του τετραγώνου από την πλευρά της 3ης Σεπτεμβρίου μπορεί να διακρίνει μια πολύ μεγάλη σκηνή θεάτρου από πίσω με τα τούβλα που έχτιζαν τον παλιό καιρό και τον κισσό να έχει αγκαλιάσει σχεδόν ολόκληρο το οικοδόμημα. Αυτό είναι το παλιότερο «εν ζωή» θέατρο της Αθήνας, μια και μέχρι πριν λίγα μόλις χρόνια κάθε καλοκαίρι στέγαζε μεγάλους θιάσους και η πολύ μεγάλη πλατεία του χωρούσε κοντά στους χίλιους θεατές που το γέμιζαν συνήθως. Είναι κρίμα που κανείς – το Εθνικό Θέατρο ίσως, αν και πριν δυο τρία χρόνια είχε γίνει μια κίνηση από την πλευρά του να το έπαιρνε σαν θερινή σκηνή του, υπήρξε πρόβλημα από ό,τι είχα μάθει με την ιδιοκτησία του οικοπέδου.
 
Στη μικρή, πάρα πολύ μικρή Αθήνα του 1895 υπήρχαν πολύ λίγα θέατρα, κυρίως θερινά, και οι Αθηναίοι κυρίως το καλοκαίρι πήγαιναν στο θέατρο. Λίγοι θίασοι της εποχής έπαιζαν στην πρωτεύουσα από την Κυριακή του Πάσχα έως τα πρωτοβρόχια και μετά κινούσαν για περιοδείες –σε άθλιες συνθήκες– ή στους «τόπους της επαγγελίας» γι’ αυτούς, όπου ανθούσε τότε ο ελληνισμός στη Σμύρνη, στην Πόλη, έφταναν τις «παραδουνάβιες ηγεμονίες». Σ’ αυτή λοιπόν τη μικρή Αθήνα, δυο χρόνια μετά το θρυλικό «δυστυχώς επτωχεύσαμε» του Τρικούπη και δυο χρόνια  πριν την εθνική καταστροφή του ´97, οι αδελφοί Χαραμή έστησαν το θέατρο Αθήναιον. Ένας από τους πιο έγκυρους θιάσους τις εποχής, ο θίασος του Δημήτριου Κοτοπούλη –πατέρα της Μαρίκας– το εγκαινίασε παίζοντας τη μεγάλη του επιτυχία του προηγούμενου καλοκαιριού «Λίγο απ’ όλα» του Μίκιου Λάμπρου που ήταν και η πρώτη ελληνική επιθεώρηση.
 
Τότε οι θίασοι αλλάζανε έργο κάθε μέρα, σπάνια έπαιζαν το έργο δεύτερη ή και τρίτη μέρα. Αλλά και όταν ένα έργο είχε επιτυχία το έπαιζαν σπαστά και όχι συνεχόμενα. Εκείνο το καλοκαίρι παίχτηκαν αρκετά έργα και από το θίασο του Κοτοπούλη –ένα απ’ αυτά ήταν και το έργο με τον εύγλωττο τίτλο «Η ηρωίς της Μακεδονίας» του Γ. Κούρτη, αλλά και άλλους θιάσους όπως του Λεκατσά, όπου εκεί έκανε την πρώτη του εμφάνιση πάνω στη σκηνή σαν ηθοποιός πριν αφοσιωθεί στην ποίηση ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ενώ εκείνη τη χρόνια σ’ αυτό το θέατρο πρωτοπαρουσίασε έργο του ο πατέρας του ελληνικού θεάτρου, Γρηγόριος Ξενόπουλος, τον «Ψυχοπατέρα.
 
Τα επόμενα χρόνια στο συγκεκριμένο θέατρο έπαιξαν μικροί και μεγάλοι θίασοι με κάποιους σπουδαίους ηθοποιούς, σιγά-σιγά άλλαξαν και τα θεατρικά ήθη, άλλαξαν οι θίασοι, άλλαξαν οι πρωταγωνιστές, μετά ήλθαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Διχασμός, η Καταστροφή του ´22, ε… μετά ήλθε ο Πόλεμος, ο Εμφύλιος, η ανοικοδόμηση κλπ, κλπ, το Αθήναιον όμως ήταν πάντα εκεί. Στα χρόνια του ´30 πριν γίνει εθνική τραγουδίστρια η Βέμπο, τραγούδησε από τη σκηνή του μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, ενώ τα χρόνια του ´70 ο θίασος Καρέζη-Καζάκου έγραψε εκεί σελίδες δόξας. Στο θίασο Τζένης Καρέζη-Κώστα Καζάκου πάντως το Αθήναιον χρωστάει την πιο λαμπρή καλλιτεχνικά και εισπρακτικά στιγμή του. Ήταν το καλοκαίρι του 1973 με το θρυλικό «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Καμπανέλλη σε μουσική Ξαρχάκου που έγραψε ιστορία. Στα τέλη της δεκαετίας του ´80 ακόμα και η Αλίκη Βουγιουκλάκη έπαιξε εκεί, ενώ σε αυτά τα 121 χρόνια ο χώρος – όπως πολύ άλλοι ανάλογοι τέτοιοι χώροι λειτούργησε και ως κινηματογράφος.
 
Αν στα τέλη της δεκαετίας του ´30 ο δήμαρχος Κοτζιάς δεν είχε γκρεμίσει άσπλαχνα το αριστουργηματικό δημοτικό θέατρο της Αθήνας –εκεί που είναι σήμερα η πλατεία Δημαρχείου στην οδό Αθηνάς– αυτό το μεγαλοπρεπές κτίριο θα ήταν το παλαιότερο θέατρο της Αθήνας. Όμως τώρα το Αθήναιον, έστω και με την εικόνα τη θλιβερή που αντικρίζουν αυτοί που περνάνε από κείνο το σημείο, διατηρεί αυτόν τον τίτλο.
 
Περνάς απ’ έξω, προσπαθείς να φανταστείς τα χρόνια να περνούν, τις μεγάλες πρεμιέρες τους επισήμους που κάθισαν στις καρέκλες του, τα αστέρια που πέρασαν από τη σκηνή του και κατοίκισαν έστω και για λίγο στα καμαρίνια του, ακόμα και τις αντιζηλίες των καλλιτεχνών πίσω από τη σκηνή και νιώθεις τη μαγεία του θεάτρου να κατακλύζει την Πατησίων. Δεν είμαι απ’ αυτούς που λένε ότι πρέπει καλά και ντε όλα τα θέατρα ή τα σινεμά ή άλλοι χώροι που έγραψαν ιστορία να μένουν εκεί «διατηρητέα» που λένε. Πόσο μάλλον που δεν έχουν και καμία ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Αλλά ή ας το γκρεμίσουν ή ας το επαναφέρουν στην αρχική του χρήση. Και ας βάλουν κάτι, μια μαρμάρινη πλάκα ίσως που να θυμίζει την ιστορία του, τα «φοβερά και τρομερά» που συνέβησαν μέσα εκεί και ψυχαγώγησαν για πάνω από έναν αιώνα τόσες χιλιάδες Αθηναίους…