• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
«Αμ πώς...»...
Εκεί κάπου στο ξεκίνημα της Κατοχής και στο ξεκίνημα της μεγάλης πείνας, ο εικοσάχρονος Κώστας Χατζηχρήστος μόλις παντρεμένος με μια μικρή όμορφη κοπέλα, αποφασίζουν να πάνε στη Γερμανία να δουλέψουν ως εργάτες – το κάνανε κάποιοι τότε αυτό…
 
Όταν έφτασαν όμως στη Γερμανία, στη καρδιά του πολέμου, κατάλαβαν ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Μετά από πολλές περιπέτειες όπου έσμιγαν και ξαναχώριζαν, χώριζαν και ξανάσμιγαν συνέχεια, ο Χατζηχρήστος πρόλαβε να κάνει άλλον ένα γάμο και ένα παιδί στη Βιέννη, που ποτέ δεν γνώρισε, άρρωστοι και κουρασμένοι επέστρεψαν στη Νάουσα και στην καρδιά της Κατοχής προσπαθούσαν να στηθούν στα πόδια τους. Ο Κώστας και η Νίτσα ακολούθησαν ένα μπουλούκι της εποχής από τη Νάουσα και έτσι εκεί στα τέλη του ´42 με αρχές του ´43 ο Χατζηχρήστος βγήκε στο θέατρο…
 
Από μπουλούκι σε μπουλούκι, από φτωχοθίασο σε φτωχοθίασο, από θεατράκι σε θεατράκι ή και σε καφενείο, ενώ γύρω η ύπαιθρος της Ελλάδος φλεγόταν, ο Χατζηχρήστος μάθαινε το θέατρο και φαίνεται πως τα ´παιρνε τα γράμματα που λένε…
 
Μέσα σ’ όλα έγινε και ένα από τα παλληκάρια του Άρη Βελουχιώτη αλλά αυτή η σχέση του με το Ε.Α.Μ τελείωσε με το φινάλε της Κατοχής…
 
Όλη αυτή η ταλαιπωρία συνεχίστηκε μέχρι στα τέλη της δεκαετίας του ´40, όταν ένας γνωστός του τον έστειλε να παίξει στο περίφημο βαριετέ «Μιζούρι» στον Πειραιά και εκεί τον είδε η διάσημη τραγουδίστρια της εποχής Κούλα Νικολαΐδου και τον πήρε στον θίασό της. Μετά από μία περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, το καλοκαίρι του ´49, εμφανίστηκε μαζί της στο βαριετέ «Βερντέν» στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, παντρεύτηκε την αδελφή της Κούλας, την Μαίρη Νικολαΐδου –μετά από πάρα πολλές ερωτικές περιπέτειες– και όταν του πήγαν ένα νουμεράκι με ένα «βλάχο» που έρχεται στην Αθήνα, δεν ήθελε επ’ ουδενί να τον παίξει. Τον έπαιξε σχεδόν με το ζόρι. Όταν όμως ανέβηκε στη σκηνή και ερμήνευσε αυτό τον ρόλο, ήταν σαν να άλλαξαν όλα και η Σταχτοπούτα μεταμορφώθηκε σε πριγκίπισσα…
 
Στην Αθήνα με το φινάλε του Εμφυλίου ξεκινούσε σαν χείμαρρος η αστυφιλία με χιλιάδες επαρχιώτες να εισρέουν σ’ αυτήν, κάτι που στα επόμενα χρόνια θα γινόταν ακόμα πιο έντονο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας «βλάχος» εμφανιζόταν σαν νούμερο στην επιθεώρηση, αλλά τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή που όλοι αυτοί έψαχναν να δουν είτε τον εαυτό τους είτε το διπλανό τους. Και ο Χατζηχρήστος επιπλέον αυτόν τον «βλάχο» τον έπαιξε και τον εξέλιξε μοναδικά. Ήταν ο λατρεμένος Θύμιος όλης της Ελλάδος και όταν μπήκε κάποια στιγμή και στο σινεμά, ο Θύμιος έφτασε με τους τότε «προβολατζίδες» στα τέσσερα άκρα της Ελλάδος σε κάθε γωνιά και χάλασε ο κόσμος…
 
Κάποια στιγμή, χρόνια μετά, στο περίφημο φουαγιέ της Φίνος Φιλμ συμφωνήθηκε μεταξύ σοβαρού και αστείου ο Χορν με τον Χατζηχρήστο να γυρίσουν ένα μιούζικαλ και να το γυρίσει ο Δαλιανίδης. Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά, αλλά όταν ήρθε η ώρα να μιλήσουν για την σειρά των ονομάτων στους τίτλους ο Χατζηχρήστος είπε αυτάρεσκα «α, εμένα δε με νοιάζει, βάλτε όπου θέλετε το όνομά μου γιατί όπου και αν είναι, όταν η ταινία φύγει από την Αθήνα και πάει στην επαρχία όλοι θα λένε πάμε να δούμε τον Θύμιο!» και εκεί τελείωσαν οι συζητήσεις γι’ αυτή την ταινία…
 
Μετά την τεράστια επιτυχία του πρώτου Θύμιου, ακολούθησαν και άλλοι πολλοί και στο θέατρο και στο σινεμά κι εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του ´50 ήταν ο πιο εμπορικός ηθοποιός της ελληνικής επιθεώρησης. Τα θέατρά του ήταν γεμάτα και γύριζε και ατέλειωτο αριθμό ταινιών που ξεκινούσαν απ’ την Αθήνα για να κατακτήσουν και το τελευταίο χωριό...
 
Το 1955 στο θέατρο «Περοκέ» γνωρίζει την μεγάλη πρωταγωνίστρια της εποχής την Ντιριντάουα, λίγο μεγαλύτερή του και την παντρεύεται αφού εκείνη μένει έγκυος, ενώ συνεχίζει τη μεγάλη παρέλαση των ερωτικών περιπετειών του…
 
Το τραγουδάκι του Χιώτη και της Μαίρης Λίντα «όλοι το ίδιο είμαστε σε τούτο τον κοσμάκη και όλοι έχουμε καρδιά λαός και Κολωνάκι» δεν πρωτακούστηκε στην ομώνυμη ταινία του ´59, αλλά ένα χρόνο πριν στην περίφημη παράσταση του Χατζηχρήστου «Γρανίτα και χωνάκι λαός και Κολωνάκι» και έδωσε το έναυσμα για μια ολόκληρη σειρά από έργα στο θέατρο και στο σινεμά όπου τονιζόταν η κοινωνική απόσταση που τότε φαινόταν δυσθεώρητη ανάμεσα στον λαό και το Κολωνάκι…
 
Μεγάλα θέατρα, μεγάλοι θίασοι, μεγάλος αριθμός ταινιών –απ’ όλες αυτές τις ταινίες ας ξεχωρίσουμε τη σπουδαία ερμηνεία του Χατζηχρήστου στον «Ηλία του 16ου» του Σακελλάριου το 1959, στον ρόλο που πρωτόπαιξε ο Λογοθετίδης και είναι πραγματικά σπουδαίος, όπως σπουδαίος ήταν και στον μοναδικό δραματικό ρόλο της καριέρας του το ´69 στην ταινία «Ο κακός ο ψυχρός και ο ανάποδος» με τον διπλό ρόλο του Θύμιου και του δίδυμου αδερφού του που είναι ηθοποιός στην Αθήνα και που στην ουσία η ταινία αυτή περιγράφει την αληθινή ιστορία με το εγκεφαλικό του Χατζηχρήστου…
 
Επιτυχία, χρήματα, γυναίκες, μεγάλη ζωή, προσωπική φιλία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και μία ζωή πολύ μακριά από την μιζέρια των χρόνων του ´40. Σαν το άμυαλο τζιτζίκι ο Χατζηχρήστος σκόρπαγε δεξιά και αριστερά τα χρήματά του που έμοιαζε να μην έχουν τελειωμό και να έρχονται απ’ όλες τις πλευρές. Έγινε ο ίδιος επιχειρηματίας μαζί με τον αδελφό του τον Δήμο στους θιάσους του, έφτιαξε το θέατρο Χατζηχρήστου στην Πανεπιστημίου, γύριζε ταινίες, ώσπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ´60 έπαθε το εγκεφαλικό, συνήλθε, αλλά είχε αρχίσει αργά αλλά σταθερά η αντίστροφη μέτρηση…
 
Ο ίδιος άρχισε να βαραίνει, η αρρώστια τού έκοψε εκείνη την εκπληκτική σβελτάδα και την ταχύτητα που τον χαρακτήριζε, πλησίαζε και η Χούντα και οι «βλάχοι» δεν ήθελαν πια να βλέπουν τον εαυτό τους σαν «βλάχο» στην σκηνή, είχαν γίνει ένα με το αστικό τοπίο. Τον Χατζηχρήστο τον αντικαθιστούσαν σιγά σιγά άλλα είδωλα του σινεμά και του θεάτρου πιο φρέσκα και πιο κοντά στην εποχή…
 
Η παρακμή κράτησε πολλά χρόνια. Λένε πως το 1975 ο Βασίλης Μπουρνέλης, ο πανίσχυρος θεατρικός επιχειρηματίας, τον έβγαλε από το θέατρο που έπαιζε, του έδειξε το ταμείο όπου δεν περίμεναν παρά μόνο 2-3 άνθρωποι να κόψουν εισιτήριο και του είπε χαιρέκακα «δεν τα φέρνεις πια Κώστα μου»…
 
Μετά ο Χατζηχρήστος έπεσε σιγά σιγά στο ποτό και όταν βυθίστηκε εντελώς στον αλκοολισμό και η καριέρα του και όλο εκείνο το λαμπερό παρελθόν είχε γίνει μια μακρινή ανάμνηση, ήταν μόνο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας πλέον φρόντισε να νοσηλευθεί ο Χατζηχρήστος κάπου για να γίνει καλά…
 
Μετά ο Χατζηχρήστος ξαναπαντρεύτηκε, αλλά από όλα εκείνα τα χρήματα του παρελθόντος δεν είχε μείνει τίποτα και απ’ ό,τι μου έχουν πει, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου ζήτησε διακριτικά να νοικιάσει ο Χατζηχρήστος ένα σπίτι και να πληρώνει εκείνος το ενοίκιο. Βρέθηκε ένα μικρό διαμέρισμα αλλά ο Παπαθανασίου είπε «αυτό είναι πολύ μικρό για να μείνει ένας Χατζηχρήστος, βρείτε ένα μεγαλύτερο» και βρήκανε…
 
Εντωμεταξύ οι παλιές ταινίες που γύριζε σωρηδόν στα χρόνια της μεγάλης του ακμής τον έκαναν γνωστό και αγαπητό στους νέους και το «Της κακομοίρας» αναγνωρίστηκε και αποθεώθηκε από μια καινούργια γενιά αγέννητη όταν πρωτοπαίχτηκε, η οποία έκανε τον Ζήκο είδωλό της και άλλαξε ακόμα και τον τίτλο της ταινίας σε «Μπακαλόγατος»…
 
Ο Χατζηχρήστος έφυγε στις 3 Οκτωβρίου του 2001 στα 80 του χρόνια. Τουλάχιστον πρόλαβε να αναγνωριστεί αυτό που ήταν. Μια τεράστια και μυθική μορφή του ελληνικού θεάτρου, της επιθεώρησης και του κινηματογράφου. Ίσως η μορφή που χαρακτήρισε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τον μεταπολεμικό Έλληνα. Έγραψε ιστορία με χρυσά γράμματα με μια ζωή που ισορροπούσε ανάμεσα στο παραμύθι και στον εφιάλτη και που θα μπορούσε από μόνη της να γίνει μία ταινία…
 
Κι όπως έλεγε και ο ίδιος στο φινάλε στα νούμερά του «κατάλαβες πουλί μου; Αμ πώς…»…