• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Jouissance
Old Boy | 11.05.2016 | 16:58
Σε μια αθλητική διοργάνωση μπορεί να σε κερδίσουν και να σε εμπνεύσουν δυο φαινομενικά αντίθετα μεταξύ τους πράγματα:
- από την μια η κλάση, η ανωτερότητα, η επιβεβαίωση της αξίας, η ανάδειξη του όντως καλύτερου· ο αθλητισμός ως πεδίο δικαιοσύνης και αξιοκρατίας, ως ένα πεδίο που υπάρχει μια και μόνη αντικειμενική κι αναμφισβήτητη αλήθεια για το τι ακριβώς συνέβη και όχι ολομέτωπα αντικρουόμενες ρητορικές περί αυτής, ως ένα πεδίο που καμία επικοινωνία δεν μπορεί τελικά να υποκαταστήσει την πραγματικότητα.
- κι από την άλλη η έκπληξη της υπέρβασης, το απρόοπτο, το ανέλπιστο, που ενίοτε μπορεί να είναι τόσο πολύ ανέλπιστο ώστε να ξεπερνά τη φαντασία· ο αθλητισμός ως πεδίο όπου μια στις πάρα πολλές τόσες τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, όπου δεν είναι όλα προγραμμένα βάσει του συσχετισμού δυνάμεων, όπου υπάρχει περιθώριο ο λιγότερο ισχυρός να πετύχει το στόχο του εις βάρος του ισχυρότερου. 
Για να συμβεί είτε το ένα είτε το άλλο χρειάζεται μια άτυπη αλλά εντελώς πραγματική ιεραρχία: από εδώ οι δυνατοί, από εκεί οι μεσαίοι, πιο πέρα οι ακόμα πιο αδύναμοι. Θεωρητικά με το ξεκίνημα της διοργάνωσης όλοι όσοι συμμετέχουν μπορεί να αναδειχθούν νικητές στο τέλος του δρόμου, στην πράξη ο νικητής θα αναδειχθεί μεταξύ γνωστών ελαχίστων διεκδικητών. Παραδόξως ό,τι πιο κοντινό έχουμε σε μη ύπαρξη ιεραρχίας είναι το NBA, ακριβώς λόγω του ρυθμιστικού πλαισίου του και των κανόνων του, με τα σάλαρι καπ του και τη δυνατότητα στις ομάδες που δεν μπήκαν στα πλέι οφ να επιλέξουν τους καλύτερους νέους παίκτες από τα ντραφτ. Το αμερικάνικο επαγγελματικό μπάσκετ προσπαθεί να κάνει τις ομάδες πιο ίσες και τους όρους του ανταγωνισμού πιο δίκαιους, την ώρα που το ευρωπαϊκό επαγγελματικό ποδόσφαιρο με τους πακτωλούς χρημάτων του Τσάμπιονς Λιγκ μεγένθυνε εντελώς το χάσμα μεταξύ των μεγάλων ομάδων και των υπολοίπων.
Δεν είναι άρα τυχαίο ότι οι προηγούμενες πολύ μεγάλες εκπλήξεις στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο ήταν σε επίπεδο εθνικών ομάδων: το 1992 η Δανία που πήρε το Ευro με τους παίκτες της να μαζεύονται από τις παραλίες λόγω του αποκλεισμού της Γιουγκοσλαβίας και φυσικά η μητέρα όλων των εκπλήξεων, η Ελλάδα το 2004. Η μητέρα όλων των εκπλήξεων ως φέτος. Γιατί άλλο να επικρατείς σε μια διοργάνωση έξι αγώνων που διαρκεί δυο - τρεις βδομάδες και άλλο σε μια διοργάνωση τριάντα οκτώ αγώνων που διαρκεί εννέα - δέκα μήνες. Μετά την Ελλάδα η Λέστερ, μετά τον Ρεχάγκελ ο Ρανιέρι, είτε προσλαμβάνοντας είτε απολύοντας προπονητές η ΕΠΟ είχε γραμμένο στον αστρολογικό της χάρτη πως με τις ενέργειές της θα άφηνε ανεξίτηλες αναμνήσεις στους όπου γης ποδοσφαιρόφιλους, με έναν τρόπο που οι βοηθοί του Σιδηρόπουλου δεν θα μπορέσουν ποτέ.
Λέστερ η εμπνευστική λοιπόν, Λέστερ η του παγκόσμιου θαυμασμού, Λέστερ η τελευταία εναπομείνασα αντιμνημονιακή. Αν στην εξωαθλητική πραγματικότητα, αν στην πολιτική, στις διεθνείς σχέσεις, στο εργασιακό πεδίο ο αδύνατος θα σκύβει το κεφάλι στον δυνατό, στην παντοδυναμία της παγκόσμιας ΤΙΝΑ ήρθε η Λέστερ κι έβγαλε τη γλώσσα με τους Βάρντι της και τους Μαχρέζ της. Λέστερ η Αλτέρνατιβ που δερ ιζ, Λέστερ ο Σάντερς που νικά, Λέστερ το ΟΧΙ που μένει ΟΧΙ, Λέστερ η Βαρουφακικιά. Ναι, εντάξει, δεν σοβαρολογώ, λέω παραληρηματικές κρυάδες. Αλλά η Λέστερ σοβαρολόγησε. Και το σήκωσε από την ανατολική Αγγλία ως την ταϊλανδέζικη φτωχολογιά που από το υστέρημά της έβαλε πλάτη και απέκτησε πριν μερικά χρόνια την ιδιοκτησία της.
Λέστερ πρώτο πρωτάθλημα σε 132 χρόνια ιστορίας. Αλλά ίσως τελικά το ότι το πήρε έχει λιγότερη σημασία για έναν οπαδό της Λέστερ ή για έναν οποιοδήποτε άλλο Άγγλο οπαδό, από ό,τι έχει για μας. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε Αγγλία θα έπρεπε να εφευρεθεί για τη σχέση που έχουν οι Άγγλοι με τις ομάδες τους. Η σχέση σου με την ομάδα σου είναι τελικά απεξαρτημένη από το τι αυτή θα πετύχει, από το αν θα πάρει σε 132 χρόνια ένα, κανένα ή εκατόν τριάντα δύο πρωταθλήματα. Μπορεί και στην Αγγλία να υπάρχουν μεγάλες και μικρές ομάδες, αλλά και η μικρότερη ομάδα εκεί είναι μεγάλη. Στην Αγγλία η σχέση σου με την ομάδα σου είναι πλήρως βιωματική, είναι απαλλαγμένη από ανταλλακτικότητα, δεν διέπεται από quid pro quo, όσο υπάρχεις εσύ ως ομάδα εγώ στο γήπεδο το ίδιο θα πηγαίνω, ό,τι κατάταξη στην κατηγορία και αν έχεις, σε όποια κατηγορία κι αν παίζεις, ό,τι κι αν πετύχεις, όσο κι αν αποτύχεις. Υπό αυτή την έννοια η χρονιά της Λέστερ δεν αποτελεί «δικαίωση». Αν μπορώ να βρω μια αντιστοιχία, χωρίς να είμαι σίγουρος για το πόσο επιτυχημένη είναι, είναι το να ασχολείσαι μια ζωή με μια τέχνη και να θεωρείσαι γενικά δεευτερότριτος, ώσπου μια μέρα αναγνωρίζεσαι με βραβεία και διακρίσεις. Αν το έκανες εξαρχής για την αναγνώριση, τότε μια ζωή δηλητηριασμένος από την ματαίωση θα ήσουν, ενώ ο παράδεισος στον οποίον θα ανέβεις θα μολυνθεί σύντομα από τον φόβο της έκπτωσης. Αν όμως ζούσες για κάθε λέξη που έγραφες, κάθε πινελιά που έβαζες στους πίνακές σου, κάθε σκηνή στις ταινίες σου, κάθε μελωδία που συνέθετες, αν ζούσες για κάθε εντός και εκτός έδρας ματς της Λέστερ, της Ρόδεραμ, της Χαλ, της Πορτ Βέιλ, το ίδιο λίγο πολύ θα ζεις και μετά το πρωτάθλημα που άφησε όλη τη γη με το στόμα ανοικτό. 
Κλείνω το κείμενο με κάτι πολύ καλύτερο, κλείνω με λίγες λέξεις από ένα στάτους του φίλου Γιώργου Παπαναγιώτου που συμπυκνώνει ό,τι αξίζει να συμπυκνωθεί: «jouissance είναι να έχεις τον Bocelli να σου τραγουδάει το Nessun Dorma και να είσαι το middle και working class Leicester που δεν μπορείς να σταματήσεις το δικό σου τραγούδι».
Αυτό.
Tags: