• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Χάρτες
Moment in the Wind | 13.06.2014 | 18:14
Μετά την ιστορία, την ορθογραφία, τα μαθηματικά, μετά από όλα. Σχεδόν πάντα είχε νυχτώσει. Να υπάρχει χρόνος. Ιδιοσυγκρασίες ανάποδες. Νωρίς νωρίς να προλάβουμε να το χαρούμε, λέει. Νομίζεις. Νομίζω, νομίζουμε. Μετά, μετά και την γραμματική, την γλώσσα, τα λόγια τα φαρδόκωλα. Nα υπάρχει χρόνος. Ταξίδι να ΄ναι όχι ημερήσια. 

Ξεπατίκωμα γερά στο τσιγαρόχαρτο, πίσω χοντρή σελίδα, σιγά σιγά το περίγραμμα με faber. Mαύρο μαρκαδοράκι από πάνω, ο Άτλαντας στηριγμένος στο πορτατίφ.
 
 
"Κι ανάμεσα εκεί στο κενό τι υπάρχει"?
"Μα δεν υπάρχει κενό".
 
Ξυλομπογιές, το ανταλλακτικό ξυραφάκι της ξύστρας, καφέ, πράσινο, μπλε, πούδρα σκορπισμένη σε θάλασσες, βουνά. Απαλά πολύ με το βαμβάκι, τόπους τόπους εντονότερα,  άλλο του λιμανιού από εκείνο στα ανοιχτά, πιο ζόρικο της κορυφογραμμής το καφετί. Στον γεωφυσικό. Κι όλα πολιτικά.
 
 
"Εκεί δίπλα στο ποτάμι, στο δάσος. Υπάρχει. Τι είναι εκεί ως να αρχίσει η πόλη, δεν γράφει τίποτα".
 
Διακεκομμένες οι γραμμές στα σύνορα, κύκλος έντονος, μαύρος, πλάϊ στο όνομα της πρωτεύουσας, τελίτσα μπλε στις μικρότερες.
Τα bic ξερνούσανε μελάνι πότε πότε, το χοντρό ασημί με τα 4 ελατήρια ήταν το καλύτερο.  4 κουκίδες ίδιος ήχος, κλακ μαύρο, κλακ μπλε, κλακ κόκκινο, κλακ πράσινο. Ανάμεσα τους, καμιά φορά, ένα τσαντισμένο κουκούλωμα ως τα αυτιά με τις πέρα κουβέρτες, γύριζα ακόμη λίγο προς το μέρος μου το πορτατίφ, σκυμμένο όσο έπαιρνε, μύριζε η ζέστη πάνω στο χαρτί.
 
"H πόλη είναι, ας μην το γράφει".
 
 
Φύσημα δυνατό μη μουτζουρωθεί με το κλείσιμο από λίγο λαθραίο πουδρένιο μπλε, καφέ, στην μπροστινή θέση της τσάντας το μπλοκ, προς τα πάνω το σπιράλ μη και τσακίζουν οι άκρες. 
 
Χτες, επιστρέφοντας από Ελσίνκι, την ώρα που έμπαινε το φέρυ στο λιμάνι 4 δεκαετίες καθυστερημένο, βρήκα κρεμασμένο στο μπρελόκ μου κι ένα sms "είμαστε για μπύρα, έλα και γυρνάμε όλοι μαζί ποδαράτο" τι ακριβώς είναι, τι υπάρχει εκεί, στα κενά ανάμεσα.

Η δυνατότητα ή όχι να ανεξαρτοποιηθεί η σχέση της καθημερινότητάς σου, η επαφή με ό,τι φυσικό, μπλε, πράσινο, η ίδια η έννοια της εξοχής, από εκείνη του επαρχιωτισμού. Αυτό. Υπάρχει το αν μπορείς ή όχι σε πέντε λεπτά να κολυμπάς φεύγοντας από την δουλειά σου κάπου όπου δεν υπάρχουν ξαπλώστρες, δεν υπάρχει κανείς, χωρίς ουδείς του μη στενού περίγυρου να γνωρίζει ούτε να κατατρώγεται αν πας εκκλησία, αν είναι βέρα ο κρίκος στο δεξί σου δάχτυλο.  
 
 
Αν διασχίζεις το δάσος για να πας σπίτι σου αλλά όχι επειδή κατοικείς σε χωριό, το αν εμπεριέχεται στην κουλτούρα των ανθρώπων να σου φέρνουν δυο γλαστράκια σε νάϋλον σακούλα ως ευχαριστώ για το εξιτήριο κι όχι σοκολατάκια με φιόγκους χρυσαφένιους, αυτό υπάρχει εκεί που ενώνονται σβήνοντας τα χρώματα. Αν από μόνα τους σβήνουν με το βαμβάκι ή με το νυστέρι, υπάρχει.  
Το αν πας με τα πόδια για ένα ποτό, έναν καφέ, αλλά όχι επειδή μένεις σε τσιμεντούπολη, να ΄χεις για pet τον σκίουρα που αδειάζει κάθε νύχτα ό,τι του αφήσεις στο αλουμινόχαρτο, μα χωρίς να το ξεπληρώνεις με την βουβή ανάκριση μέσω βλεμμάτων για όσα είσαι, κάνεις, δεν είσαι, δεν κάνεις, μιας στενής επαρχιακής κοινωνίας. Να μην υποχρεώνεσαι σε αναζήτηση όλο και πιο ψηλών εισαγωγικών που να χωρούν "διακοπές", "αποδράσεις", για να περπατήσεις, να τρέξεις, να κολυμπήσεις, να αναπνεύσεις. Αυτά, αυτά υπάρχουν εκεί που τίποτα δεν γράφουν οι χάρτες και το αν εντάσσονται ή όχι, ως αυτονόητα και φυσιολογικά, στην καθημερινότητα της ζωής σου.
 
Ζωής Σου. Καθημερινής. Στιγμιαίας. Άλλη δεν υπάρχει. Δυο τρεις τέτοιους χάρτες κάπου έχω ακόμη κρατημένους. Τσιγαρόχαρτο με ξεπατικωμένα σχέδια, ούτε ένα.  
 
Κι όλα πολιτικά.