• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Όχι "σαν", σήμερα
Moment in the Wind | 09.09.2016 | 17:20
Με πανικοβάλει η αναπόληση των παιδικών μας χρόνων.  Παραπάνω κι απ΄όσο την σκυλοβαριέμαι.
Τι νοσταλγούμε? Όταν άλλοι αποφάσιζαν πότε είναι αργά, νωρίς, ότι οι φακές είναι ωφέλιμες όσο τίποτα και τα στοιχειά στην πλατεία Τερψιθέας ανοησίες γιατί αυτό καταπράϋνε τον δικό τους τρόμο. Τα ακίνητα μεσημέρια στο κρεβάτι έως να φτάσει πέντε. Έναν ήχο από κατσαρολικά να αναβάλει τα σαχλoκηρύγματα περί χρησιμότητας του μεσημεριανού ύπνου για αύριο πάλι, τότε που ξανά όλες οι συμφορές αποκλειστικά μόλις έπεφτε το σκοτάδι θα ήταν πιθανές.   
 
Η θεία Ηρώ με το καινούργιο φθινοπωρινό μεσάτο της, ανώτερο κι από το πρωτότυπο του φιγουρινιού, ερχόταν κάθε χρόνο μαζί μας στα εγκαίνια της έκθεσης. Μάζευε τα διαφημιστικά φυλλάδια από ανεμιστήρες δαπέδου και τα ΄κανε βεντάλια όση ώρα έπινε την λεμονάδα της μ΄ένα καλαμάκι που πάντα ήταν πιο κοντό, κάθε μισή γουλιά το τραβούσε να βγει από το μπουκάλι.
Σιχαινόταν την ζέστη, την υγρασία, τα ξένα στόματα.  87 χρόνια δεν εγκατέλειψε την Θεσσαλονίκη παρά μόνο για τα ιαματικά της. Μέχρι την πιο καυτή και υγρή Αιδηψό. 87 καλοκαίρια μια λεμονάδα δεν ευχαριστήθηκε.
Αδειάζοντας το σπίτι, ένα μαγιάτικο πρωινό, ανεμιστήρα δεν βρήκαμε πουθενά. Μόνο το πλεχτό σάλι της και το άσπρο παλτό της επάνω στην καρέκλα, μια ντουλάπα ολόμαλλα εξώφυλλα του Burda, κουτάκια με αποξηραμένα τριαντάφυλλα κι ένα πάκο φωτογραφίες ενός άντρα με ναυτική στολή που κανένας μας δεν είχε ξαναδεί. 
“Έζησε και πέθανε με το πείσμα της, έμεινε για πάντα παιδί” μυξόκλαιγαν οι στέκομαι δε στέκομαι φιλενάδες της στον καφέ, ρουφώντας εκνευριστικά το νεροζούμι από τα νεκροφλύτζανα.
 
Η εποχή της ευθύνης των άλλων, η μέγιστη αναπόληση, η ουσία της νοσταλγίας. 
 
Τα λιγοστά δευτερόλεπτα που η ρόδα σταματούσε για να κατέβουν κάποιοι, οι της κορυφής άπλωναν τα δάχτυλα προς τις ταράτσες τους,  ορισμένοι υποστήριζαν πως διέκριναν ξεκάθαρα την κεραία τους. 
Τα μόνα δευτερόλεπτα που μπορούσες να δεις πόσο μεγαλύτερη φαινόταν η θάλασσα από κει πάνω. Η μόνη που φαινόταν μεγαλύτερη. Δυο ολόκληρες δραχμές του ΄70, σπαταλημένες κι αυτές για οικίες θέες έως να ακουστεί το καμπανάκι προσεδάφισης.

Στο λογοτεχνίζων νούμερό μας, ταμάμ, και τα άλλοθι όλα περί των εποχών της άγνοιας, της αθωώτητας. Νανουρίζουν ευχάριστα το ενοχικό κουβάρι μόλις ξαναπατήσεις τα πόδια κάτω, την ώρα που χτυπάν τα καμπανάκια. Αθώος που τείχη, τοίχοι, τα ίδια κάτω φώτα τα γνωστά σου ξανά σε αιχμαλώτισαν έως να στερέψουν κι όλα τα δίφραγκα που για να πας ψηλά προόριζες. Δήθεν. 
 
Αν ανέβαινα σήμερα ξανά στην ρόδα, νομίζω μόνο το πείραμα των Darley και Latane θα διέκρινα να απλώνεται από άκρη σε άκρη του χαμού.
35 λεπτά μαχαίρωνε ο δολοφόνος της την Κάθριν Τζενοβέζε εκείνη την νύχτα Παρασκευής, τόσο ούρλιαζε και καλούσε βοήθεια έως να ξεψυχήσει. Φώτα άναψαν, παράθυρα άνοιξαν, ο περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων το επόμενο πρωί επαρκείς για να οδηγήσουν στην σύλληψή του. Να βοηθήσει, να σώσει, δεν βγήκε κανείς. Σοκ της άρνησης η ερμηνεία για κάποιους, εθισμός στο έγκλημα κατ΄άλλους. Ανευθυνότητα του πλήθους - διάχυση της ευθύνης, κατέδειξε το πείραμα. Ας μην το κάνω εγώ, τόσοι είμαστε, κάποιος άλλος θα βρεθεί να το κάνει.

Για αυτό είναι όμορφα τα παιδικά χρόνια, να μένεις αθώος, νοσταλγός παντοτινός και για καλά και για τα άσχημα, κάποιος άλλος αποφασίσει. Κάποιος θα πάει στην κουζίνα στις πέντε να κάνει λίγη φασαρία, εσύ δεν έχεις παρά να ασφυκτιάς ακίνητος τις ώρες κοινής ησυχίας, εσύ μόνο κοίταζε και ψάχνε το σπίτι από ψηλά. Όχι την θάλασσα. 
 
Συνδέσεις ζωντανές. Μια πόλη τσίρκο, όπως πάντα γινόταν αυτές τις μέρες κι ας γλυκαίνει το “τότε” τις αποχρώσεις στις polaroids εντός μας. Ο ιδιοκτήτης επιχειρηματίας της ρόδας στον ένα γύρο κόβει εισιτήρια μετράει κεφάλια. "Μια χαρά πάμε, μια χαρά είμαστε” εδήλωσαν οι  κυβερνώντες.  "Δεν πάει άλλο" υστέρισαν κι έσκισαν τις μεταξωτές γραβάτες τους οι αντιπολιτευόμενοι. Στον άλλο γύρο, κόβει κεφάλια μετράει εισιτήρια. Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει. 

Λόγια του αέρα, κάτι να σκεπάσει τον ήχο των τριγμών, κάτι χιλιάδες ένστολοι ετοιμοπόλεμοι μη και λοξοδρομήσει καμιά ματιά από τα τείχη προς την θάλασσα. Μπα. Τέρμα τα δίφραγκα. 
Κι εμείς κάνουμε αέρα με τις πλουμιστές βεντάλιες μας από δροσιστικά λογάκια καμωμένες, όλο κι από πιο κάτω τραβάμε το καλαμάκι για να βγει. Ελπίζοντας. Κυρίως μη και βρεθούν στην κηδεία της ιστορίας μας τίποτα πιτσιρίκια που αρνούμενα τον καφέ θα αυθαδιάσουν “κι από πότε είναι ρε αυτό χρήσιμο για κάποιον άλλον εκτός από τους εαυτούς σας?” 

Κοιτάμε από τα παράθυρα μια γενοκτονία και σκιτσάρουμε τις μορφές των δολοφόνων κι όλο σκιτσάρουμε κι όλο περιγράφουμε. Για να δώσουμε στους επόμενους τις σωστές πληροφορίες, μην είναι κι αυτές μούφα. Σαν τις φακές. 
Φίσκα οι ντουλάπες ολόμαλλα. Τσέπες για να μας βρίσκονται να τις φουλάρουμε με ελπίδες, να ΄χει να θεριεύει ο σκώρος της ιστορίας που υπογράφουμε. Και μαζεύουμε φυλλάδια διαφημιστικά. Πωλείται αέρας καθαρός, μοντέλο αξεπέραστο. Μοντέλο "θα", σε τιμές κόστους κι όλα τα  "έχει ο θεός", προλάβετε τελευταία κομμάτια. 
Δείτε επίσης:
71a82847c940753934061ec01cc71a9f.jpg