• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Πολιτική ντεκαφεϊνέ
Πριν λίγες μέρες έτυχε να δω μια τηλεοπτική συζήτηση γύρω από την περίφημη υποκλαπείσα συνομιλία μεταξύ Τάκη Μπαλτάκου και Ηλία Κασιδιάρη, που οδήγησε στην παραίτηση του πρώτου από γ.γ. της κυβέρνησης και σε έναν πολιτικό σεισμό, λόγω των σκιών που άφηνε η μεταξύ τους κουβέντα για κυβερνητικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
 
Όλοι οι συμμετέχοντες στη συζήτηση είχαν, ο καθένας, την άποψή του που υποστήριζαν με θέρμη, καμιά φορά περισσότερο απ΄ ό, τι απαιτεί ένας πολιτισμένος διάλογος, κατά τα νεοελληνικά πρότυπα της δυνατότερης φωνής ως ύστατο επιχείρημα. Όλοι, πλην ενός. Ο εκπρόσωπος του «Ποταμιού» αρνούνταν πεισματικά να εκφράσει μια συγκεκριμένη άποψη επί του θέματος. Σε σημείο, οι υπόλοιποι συμμετέχοντες και ο συντονιστής της συζήτησης σε ένα σώμα, μια φωνή, ενωμένοι, να προσπαθούν να τον πείσουν να τους πει, τέλος πάντων, την άποψή του. Με αποτέλεσμα μετά από αρκετά «παρακάλια», εκνευρισμένος σχεδόν από το στενό μαρκάρισμα εκ μέρους όλων των υπολοίπων, να εκστομίσει ο άνθρωπος μια κοινοτοπία.
 
Κάπως έτσι φοβάμαι ότι μπορεί να συνοψιστεί η όλη στάση, η όλη πόζα ορθότερα – διότι περί πόζας πρόκειται – του «Ποταμιού», μέχρι και σήμερα: η απουσία άποψης, ως άποψη. Ένα κόμμα δίχως σαφή ιδεολογική κατεύθυνση ή ταυτότητα, που όχι μόνον αποδέχεται αυτό του το έλλειμμα αλλά το κάνει σημαία του. Μια μπύρα, χωρίς αλκοόλ. Ένας καφές ντεκαφεϊνέ. Που πλασάρονται ως αξιότερα, γνησιότερα, σημαντικότερα από τα πρωτότυπα.
 
Σαφώς και ζούμε, ιδίως από τον φοβερό εκείνο Νοέμβρη του ’89 που κατέρρευσε με πάταγο το Τείχος του Βερολίνου και μαζί του τα τελευταία υπολείμματα του αντίπαλου δέους του καπιταλισμού, του λεγόμενου υπαρκτού – γα κάποιους ανύπαρκτου – σοσιαλισμού, τον μακρύ, ατελείωτο θάνατο των ιδεολογιών. Για την ακρίβεια, τον εξίσου μακρύ θρίαμβο μιας και μοναδικής ιδεολογίας, αυτής του κέρδους. Που έχει μετατρέψει την παγκόσμια οικονομία σε πλανητικό καζίνο.
 
Σαφώς και θα μπορούσε να συμφωνήσει κανείς με τον Κορνήλιο Καστοριάδη ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελείωσε το 404 π.Χ. με τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου  και την παράδοση της (γεωγραφικής περιοχής της) Ελλάδας σε πάσης φύσεως κατακτητές. Που όλοι μαζί δεν κατάφεραν να την ισοπεδώσουν πολιτικά, κοινωνικά, αισθητικά στο βαθμό που το κατόρθωσαν οι νεοέλληνες. Και ότι στην Ελλάδα, τα έχουμε πάρει κάπως ανάποδα τα πράγματα: αντιμετωπίζουμε το εθνικό μας σπορ, το ποδόσφαιρο σαν πολιτική και την πολιτική σαν ποδόσφαιρο.
 
Οι ήττες, με άλλα λόγια, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και εντός συνόρων ήταν και παραμένουν πολλαπλές. Οι ιδεολογίες του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα, μας άφησαν χρόνους. Και η ανθρωπότητα ζαλισμένη ψάχνει να βρει τις άκρες της στη δίνη ενός εκτροχιασμένου παγκόσμιου καπιταλισμού. Με την πολιτική πολλές φορές είτε να ποδοσφαιροποιείται είτε να πέφτει σε επίπεδο κουτσομπολιού, μηχανορραφιών, διαπλοκής και συμφεροντοκρατίας.
 
Άραγε η διέξοδος απ’ όλα αυτά θα έρθει γεμίζοντας ένα σακίδιο με έτοιμη αναγνωρισιμότητα από τηλεοπτικές εκπομπές που έκαναν το πρόσωπό μας γνωστό στο πανελλήνιο, συγκεντρώνοντας ένα καστ υποψηφίων με κοινό χαρακτηριστικό την απουσία ιδεολογικοπολιτικού στίγματος σαν να επρόκειτο όχι για εκλογές αλλά κάποιου είδους καλλιστεία, φτιάχνοντας και ένα ωραίο, φωτογενές σηματάκι για το κόμμα μας και βαδίζοντας αγέρωχοι, ανεμίζοντας το λάβαρο του τίποτα ως  ιδανική εναλλακτική στην περιρρέουσα κρίση των ιδεολογιών, των πολιτικών σχηματισμών και κομμάτων, της ίδιας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της πολιτικής;