• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η μυροφόρα
Φιλοθέη Βαρσαμή | 03.05.2016 | 08:27
Στο χωριό του πατέρα μου (μεγαλειώδες κεφαλοχώρι που δεσπόζει του Θεσσαλικού κάμπου κατά τη γνώμη μου, μικρό σκαρφαλωμένο σε λόφο κατσικοχώρι, κατά την πραγματικότητα) περνάγαμε τις Πασχαλιές μέχρι και που ξεκίνησα το Γυμνάσιο. Στο χωριό οι γονείς με άφηναν να ξελιγώνομαι στο παιχνίδι χωρίς σοβαρούς περιορισμούς στην κίνηση και στο ωράριο, με αποτέλεσμα, μετά την προσεδάφιση στο τιμημένο πάτριο, να εξαφανίζομαι προς αναζήτηση παρέας, τον εντοπισμό της οποίας ακολουθούσε η διοργάνωση επικών ανθρωποκυνηγητών και ιστορικά καταγεγραμμένων κρυφτών, χωρικά απροσδιόριστων, χρονικά αόριστων (συχνάκις ολοήμερων), σωματικά εξουθενωτικών και γενικά απόλυτα ευχάριστων. Συνηθέστατα στην πρώτη εβδομάδα στο χωριό είχα διαλύσει τα αθλητικά μου και τραβολογιόμουν με τον πατέρα μου στη Λάρισα να αγοράσουμε άλλα, γεγονός όχι τρομερά ευχάριστο αφού, όπως ξέρετε, οι άνδρες δίνουν σημασία στην πρακτικότητα και όχι στην εμφάνιση, με αποτέλεσμα, μετά τα μπαμπαδοψώνια μας, να πηλάλαω στις ρούγες καβάλα σε μικρά, αθάνατα παπουτσο-τρακτέρ, αντί για τα κομψά, θνητά, όμως, παπουτσάκια που μου αγόραζε στην Αθήνα η μαμά.
 
Μία χρονιά, στην πρώτη-δευτέρα Δημοτικού, κανόνισα με τα κορίτσια του χωριού να είμαι μεγάλη Πέμπτη-μεγάλη Παρασκευή, μυροφόρα. Τουτέστιν θα ντυνόμουν στα μαύρα πατόκορφα (το dress code ηταν αυστηρό και ούτε κοκαλάκι στα μαλλιά δεν έπρεπε να υπάρχει άλλου χρώματος πλην του κατάμαυρου), θα καθόμουν δίπλα στο σταυρό και στον επιτάφιο μαζί με τις άλλες και, την κατάλληλη στιγμή, με το σήμα του παπά θα πετάγαμε στον επιτάφιο ροδοπέταλα. Αυτό το deal το θεώρησα μεγάλη επιτυχία μου γιατί έβλεπα κάθε χρόνο να το κάνουν οι μεγάλες και το λαχταρούσα με όλη την ψυχή μου, καθότι το έβρισκα σούπερ δρώμενο και τύφλα να χε η Κορομηλά με τα μπαλέτα της μπροστά του. Δεν ηταν απλή διαδικασία: χρειαζόταν από προμήθεια της στολής του Μπάτμαν αλλά με φούστα -συνήθως απο μαυροφορεμένη γιαγιά-, μέχρι στοιχειώδη γνώση της εκκλησιαστικής δικονομίας και εγώ δεν κατείχα τίποτα από αυτά, αλλά ήμουν αποφασισμένη να δώσω τον καλύτερο και πιο σοβαρό εαυτό μου ώστε, αν και η νεώτερη μυροφόρα ever, να κάνω αξιοπρεπή παρουσία χωρίς παρελκόμενα. Δεν ηταν και εύκολο να μπεις στη λίστα και πώς τα είχα καταφέρει παρακάμπτοντας μεγαλύτερες και αυτόχθονες, ο Θεός και η ψυχή μου. Αρχικά είχα οριστεί αναπληρωματική, μετά κάποιες βασικές (τελευταίες τάξεις Δημοτικού-πρώτες τάξεις Γυμνασίου) ξεμαλλιάστηκαν και τα σπάσανε μεταξύ τους, το σύμπαν συνωμότησε, οι πύρινες προσευχές μου εισακούστηκαν, υπήρξε αποχώρηση σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το εσωτερικό ξεκατίνιασμα, έβαλα και λιγο μέσο κάτι μακρινές ξαδέλφες και μη σας τα πολυλογώ, ξημέρωσε η μεγάλη Πέμπτη και ήμουν στη λίστα των μυροφόρων, βασική. Ούτε αναπληρωματική ούτε βλακείες.
 
Εκεί υπήρξε εμπλοκή: από παπούτσια είχα ξεκουβαλήσει μαζί μου μόνο πεδιλάκια καθότι προοικονομούσα ούριους ανέμους και πασχαλινή ηλιοφάνεια, επειδή τα πέδιλα ηταν καινούργια και δεν κρατιόμουν να τα φορέσω. Τα αθλητικά μου από την άλλη, ήταν μεν μπλε σκούρα, αλλά τα είχα λειώσει πάνω κάτω στα καλντερίμια τις προηγούμενες μέρες. Είχα μείνει μόνο με ένα ζευγάρι κατάλευκα τετράγωνα no name αγριοσπορτέξ που μου κουβάλησε εκνευρισμένος ο πατέρας μου απο Λάρισα, παρά τη ρητή παραγγελιά μου να ναι μαύρα κατράμι, και τα κοίταζα καλά καλά και δεν ήξερα τι να τα κάνω. Αν είχαν κορδόνια θα έπρεπε να τα αφαιρέσουν πριν μου τα δώσουν, γιατί υπήρχε κίνδυνος να απαγχωνιστώ από απελπισία, αλλά, ακόμα χειρότερα, είχαν αυτά τα κριτς κρατς αυτοκόλλητα που ποτέ δε θα προτιμούσε η μαμά, αλλά τα έβρισκε τρομερά πρακτικά ο πατέρας μου και τα έκαναν ακόμα πιο χοντροκομμένα και τετράγωνα.
 
Να μη γίνω μυροφόρα, ούτε λόγος. Δε θα χαράμιζα το επιτυχημένο lobbying μου για μια ατυχία! Να βάλω τα παλιά αθλητικά δεν υπήρχε περίπτωση, είχε ξεκολλήσει η σόλα του ενός και έχασκε. Να βάλω πεδιλάκια ούτε, γιατί είχε βρωμόκρυο και βροχή. Τέλος πάντων ντύθηκα στα μαύρα, φόρεσα ένα μαντήλι που μου προκαλούσε τρομερή ανομολόγητη φαγούρα στο σαγόνι, πήρα μια ψάθινη ψωμιέρα για καλάθι, έβαλα και τα κατάλευκα αθλητικά, τράβηξα όσο πιο κάτω γινόταν τη φουστάνα και χώθηκα στα γρήγορα στο στρωμένο με χαλιά ιερό απο τη διπλανή πορτίτσα, με τις υπόλοιπες. Σκοτάδι ηταν, ξεκατίνιασμα υπέβοσκε, είχε κάθε μια τα δράματά της τέλος πάντων και ήλπιζα βάσιμα οτι θα περνούσε απαρατήρητο το μικρό στυλιστικό μου παράπτωμα.
 
Και έρχεται η ωρα της εξόδου. Μπροστά ο παπάς με το σταυρό, πίσω το μαυροφορεμένο μπουλούκι και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια, δλδ εγώ καβάλα στα τρακτέρ. Αρχίζει ο παπάς να περπατάει και να λέει το σήμερον κρεμάται επί ξύλου. Αρχίζουμε να περπατάμε και εμείς. Και αρχίζουν και τα ολοκαίνουργια τρακτέρ να βεντουζωνουν στα μάρμαρα βγάζοντας ήχους suv που φρενάρει τρελαμένο στην παραλιακή. Όλα τα δοκίμασα: αν ήμουν στα Μπολσόι μπαλαρίνα από σόι λιγότερο ελαφρά δε θα πάταγα, αλλά ματαίως. Μόλις το τρακτέρ έβρισκε μάρμαρο, στρίγγλιζε σαν τη γάτα μπροστά στον γάτο. Και οι τυφλοί τα τ ώττα τον τε νουν τα τ όμματα τα άκουσαν και τα είδαν τα κατάλευκα παπουτσάκια μου να περιδιαβαίνουν παιανίζοντας το ναό. Οι μεγάλες γύριζαν και με κοίταζαν στα παπούτσια που έφεγγαν καταλευκα με γνήσια απορία. Η μάνα μου με κοίταζε στα παπούτσια με γνήσια απορία. Η αδελφή μου το ίδιο. Το εκκλησίασμα με άκουγε να παρελαύνω σαν πειραγμένο αυτοκίνητο και γύριζε και με κοίταζε στα παπούτσια με γνήσια απορία. Και εγω ακόμα έχω γνήσια απορία πώς και δεν άνοιξε η γη να με καταπιεί, εμένα και τα κάτασπρα μαρτυριάρικα παπούτσια μου, αν και τόσο το πεθύμησα εκείνη την ατέλειωτη ώρα της Dolby surround γυροβολιάς.
 
Μυροφόρος, δεν έγινα ξανά την επόμενη μέρα. Καθόμουν έξω με τα αγόρια του χωριού και χτυπάγαμε -πένθιμα και καλά- την καμπάνα. Από υποδυματικής πλευράς, την έβγαλα σαν σκανδιναβός τουρίστας που ακούει Καζαντζίδη: και αν χιονίζει και αν βρέχει, κάλτσες, πέδιλα και αντέχει. Η αυτοεκπληρούμενη ΕΜΥ προφητεία μου για αίθριο καιρό βραχυκύκλωσε, οι βροχές και το βρωμόκρυο συνεχίστηκαν, οι οβελίες ψήθηκαν κάτω απο υπόστεγα, αλλά τα πέδιλα, πέδιλα και οι κάλτσες, κάλτσες. Τα τρακτέρ παροπλίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και κανεις δεν τα ξαναείδε, ούτε ξανάκουσε τίποτα για αυτά. Και εγω συνήλθα απο το σύνδρομο όλοι-με-κοιτάνε-στα-παπούτσια ανήμερα πια την ανάσταση, οπότε και κατέστη σαφές οτι οι πάντες ηταν απασχολημένοι μόνο με το φαγητό και όλα τα υπόλοιπα ήταν θέματα για τις καλένδες.
 
--Τη μεγάλη Παρασκευή ένα σποράκι παπαδάκι στην εκκλησία, με μαύρη στολή και ανοιχτόχρωμα αθλητικά με φωτάκια που αναβόσβηναν σε κάθε του βήμα, προηλασε το πρώτον απο την αριστερή πόρτα του ιερού προς τον επιτάφιο, κουβαλώντας λαμπαδάρα πιο μεγάλη απο το μπόι του. Τα σπορτεξάκια του βεντούζωναν στα μάρμαρα και έβγαζαν ήχους σαν να φρενάρουν ποδήλατα, γεγονός που αρχικά προκάλεσε ελαφρά αμηχανία στον μικρό και τον έκανε (ξέρω, ξέρω) να προσπαθεί να πατάει πιο μαλακά. Μετά τη δεύτερη-τρίτη φορά όμως ξεθάρρεψε, συνήθισε, απέκτησε αέρα και, στο τέλος, όχι μόνο δεν τον ένοιαζε η φασαρία, αλλά γύριζε κιόλας να καμαρώνει τις φτέρνες του που αναβόσβηναν πανηγυρικά βήμα το βήμα. Τον ζήλεψα λιγάκι για το happy end της αμηχανίας του, δεν σας το κρύβω. Έτσι είναι βλέπετε η νέα γενιά: όχι μόνο δεν φοβάται να ξυπνήσει τα τζίνια, αλλά τους βάζει πρόθυμα και φωτορυθμικά για να χορεύουν.