• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Modern Talking. Yπολογίζεται πως έχουν πουλήσει περισσότερα από 120 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως.
Ο Λούης στη ντισκοτέκ
Φιλοθέη Βαρσαμή | 16.02.2015 | 18:07
Στις διακοπές στο Δήλεσι κάθε απόγευμα, όταν έπεφτε ο ήλιος και σηκωνόταν ο μπάτης, άνοιγαν "τα πατίνια". Μια τσιμεντένια πίστα κοντά στο σπίτι μας που έπαιζε δυνατά μουσική, φωτιζόταν μόνο από χρωματιστά λαμπάκια που αναβόσβηναν και νοίκιαζε πατίνια στους γενναίους ή πούλαγε ποτά στους συντηρητικούς.
 
Εμένα η μάνα μου δε με άφηνε να πάω κατ' αρχήν γιατί ήμουνα μικρή, κατα δεύτερον ένεκα οι γενικώς άθλιες επιδόσεις μου σε ο,τιδήποτε είχε να κάνει με ρόδες και ισορροπία. Πολύ χολόσκαγα με το απαγορευτικό, όχι μόνο γιατί η μακρόθεν κατόπτευση με οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το πατινάζ ήταν πανευκολάκι και με αδικούσε η μαμά, αλλά, κυρίως, επειδή στα πατίνια επαναλαμβανόταν κάθε μα κάθε βραδάκι μια τρομερά αγαπημένη μου στιγμή: έπαιζε το Brother Louie των Modern Talking που με τα μηδενικά αγγλικά και την παρεμβολή του μπάτη το 'πιανα ως προς τα γενικά: τη μελωδία και το επαναλαμβανόμενο κύριο όνομα. Τα υπόλοιπα τα είχα συμπληρώσει κατά φαντασία: κάτι παιδάκια χάσανε το σκύλο τους και φωνάζανε Λούη-Λούη-Λούη στα πατίνια μέχρι να τον βρουν. Φυσικά τον έβρισκαν, οπότε με το που αρχιζε ο Λούη, τα παράταγα όλα και άκουγα σούζα, ακίνητη τα παιδάκια που τον έψαχναν μέχρι τελικής ανευρέσεως. Μετά, η δηλεσοζωή συνεχιζόταν από εκεί που την είχα αφήσει πριν ξαναχαθεί-ξαναβρεθεί ο σκύλος και εγώ ένιωθα κάθε μα κάθε μαρμοτοβράδυ την ίδια τεράστια ικανοποίηση για το happy end της επαναφορτιζόμενης περιπέτειας Λούη.
 
Βουτιά στο χωροχρόνο. Τέλη του '14, παρακινημένοι από μια διαφήμιση στον «Μελωδία» (που ως διαφήμιση καθεαυτή με τσάντιζε), πήγαμε στο ιστορικό «Βelle Αmie» στον Πειραιά, στο αυθεντικό του-μπελ-αμή-το-ουζερί που είχε ξανανοίξει σχετικά πρόσφατα. Εκείνη την πρώτη φορά που πήγαμε δεν ξέρω πώς έγινε και η μουσική που έπαιζε ήταν κάπως τουρλού. Ενώ περιμέναμε Μπιθικώτση (τιμής ένεκεν) και τα συναφή, ο dj είχε άλλα κέφια και πήγαινε μπρος-πίσω στις δεκαετίες με ελληνικό ποπ κατά βάση. Κάποια στιγμή σταθεροποιήθηκε στα 80s και να η Πωλίνα και η Αλέξια και να ο Ρακιντζής και η στη-ντισκοτέκ-στην-παλιά-ντισκοτέκ, Ελπίδα. Και κάπως έτσι, καταλήξαμε απρογραμμάτιστα και χύμα στην «Βoom Βoom».
 
Αν έχετε πάει, ξέρετε. Αν δεν έχετε πάει, μερικές πληροφορίες: κατ αρχήν οι θρυλικές "Τζιτζιφιές" που έγραφαν και ίσως ακόμα γράφουν στην μετώπη τους ως προορισμό κάτι τρόλεϋ στο κέντρο, πραγματικά υπάρχουν και δεν ειναι αστικός μύθος, (αντίθετα προς τα "άνω-κάτω Σούρμενα" που έγραφαν τα μπλε λεωφορεία παλιά και που δεν υπήρξαν, λογικά, ποτέ). Η «Βoom Βoom» ειναι θρυλικότερη και από τις μυθικές Τζιτζιφιές στις οποίες βρίσκεται σύμφωνα με τον χάρτη και πρόκειται για τη μία (από τις δύο συνολικά, νομίζω) με ευλάβεια διατηρητέα ντισκοτέκ που λειτουργεί στην Αθήνα (κάπου πήρε το μάτι μου ότι παλιά έδρευε στην Καστέλλα). Τα πάντα εκεί μέσα είναι αυθεντικά 80s, από τις μοκέτες και τις λεοπάρ/τιγρέ καρέκλες/πολυθρόνες, μέχρι τις κουρτίνες που καλύπτουν τους τοίχους, τα κοκτέηλς (καμικάζι, υποβρύχιο, Β-52, tequila sunrise, sex on the beach) και το προσωπικό στο bar. Όλο το τρομακτικό ρετρό κιτς των 80s και οι φανατικοί πιστοί του, μαζεμένο εκεί ζωντανό, υπερβολικό, κραυγαλέο και ευχάριστο όχι ως απομίμηση, αλλά ως κανονικό μαυσωλείο της ρόδα τσάντα και κοπάνα εποχής.
 
Μπαίνοντας, ένιωσα το μικρό πολιτισμικό σοκ και την παγωμάρα που θα ένιωθε κανείς αν βρισκόταν ξαφνικά στο γύρισμα βιντεοταινίας με Καίτη Φίνου-Στάθη Ψάλτη. Αλλά μετά, άρχισε το πανηγύρι. Ο κόσμος (καθε δεκαετίας και κάθε καρυδιάς) ήξερε πολύ καλά γιατί βρισκόταν εκεί. Για να χορέψει. Καμιά καρέκλα δεν έμεινε κατειλημμένη, κανένα τραπέζι δεν συγκράτησε το πλήρωμά του: όσο η νύχτα προχωρούσε, όλοι μετακινούνταν προς την πίστα (όπου απαγορευόταν ρητά και αυστηρά το κάπνισμα και το τρενάκι, άρα πιθανώς επιτρεπόταν το πτύειν) για να χορέψουν με Michael Jackson, Cyndi Lauper, Madonna, George Michael, Gloria Gaynor, Kylie, Rick Astley, Bonnie Tyler και Κωστάκη-lost-in-the-night-Χαριτοδιπλωμένο. Blast from the past κανονικό, ένα τρομερό πάρτυ με 70s 80s 90s μουσικές, με τύπους που χόρευαν παρά το σετ κοιλίτσα-φαλακρίτσα σαν Τραβόλτα και καλύτερα, με μεσόκοπα κορίτσια που κατάφερναν σχεδόν πειστικό moonwalking, με πιτσιρικάδες (από αυτούς τους παράξενους που γεννήθηκαν το '90 και ήδη ψηφίζουν) που ξέρουν πώς αντιδρά ο σωστός ο εϊτίλας ο καμμένος όταν ακούει Τhe eye of the tiger.
 
Προχωρούσε που λέτε η βραδιά και έπαιξε Lambada και θυμήθηκα τις φουστίτσες με το μαύρο χοντρό λάστιχο στο δημοτικό και τα ποδοπατήματα που έπεφταν κατά τη σπουδαία και γελοία μίμηση της πράξεως που είχαμε δει στο βιντεοκλίπ. Προχωρούσε η βραδιά και κράξαμε στην ώρα του όπως ακριβώς του άξιζε τον Ra-Ra-Rasputin. Προχωρούσε η βραδιά και συνεπείς στις παραδόσεις σθεναρά αρνηθήκαμε να γίνουμε Maria Magdalena. Προχωρούσε η βραδιά και ήδη ξημέρωνε και εμείς δηλώναμε αιώνια πίστη και αγάπη στο rock 'n roll των Blackhearts και ψάχναμε τον ήρωα αλλά έβρεχε άντρες και ήμασταν so excited. Προχωρούσε η βραδιά και οι μουσικές ξεφόρτωναν στο μυαλό μου εικόνες που είχα ξεχάσει -τη μαμά νέα σε διακοπές, ένα αποκριάτικο πάρτυ στο δημοτικό, το μαύρο μαρμάρινο πάτωμα που είχε παλιά το σπίτι μου, την ελαφρά ανησυχία ότι χορεύω μαλλον λάθος τα Παπάκια που μου προκαλούσε το αυθόρμητο κακαριστό γέλιο της αδελφής μου όταν με έβλεπε να βαράω ρυθμικά και λυσσασμένα τις μασχάλες μου, την ξεχασμένη βεβαιότητα ότι η Μακαρένα είναι τελικά βλακεία.
 
Και όπως η βραδιά έφτανε προς το τέλος της και είχαμε πια κουραστεί, διαλύθηκε τελείως ο χωροχρόνος και έπαιξαν οι πρώτες νότες του Brother Louie. Και σύμφωνα με το αυστηρό αρχαιότατο πρωτόκολλο, έλαβα θέση (ακίνητη) για την τελική -interstellar φάση- βουτιά στο παρελθόν. Και όντως, διασχίζοντας τρέχοντας τη σκουληκότρυπα, "ξαναβρεθήκαμε" -μετά απο σκληρό Λούη-Λούη-Λούη ψάξιμο- στις θρυλικές Τζιτζιφιές, με τον άρτι (πΧ) εξαφανισθέντα τετράποδο φίλο μου, που τελευταία φορά ακούστηκε να χάνεται μέχρι τελικής ανευρέσεως σε μια πίστα για πατίνια στο Δήλεσι, κάποιο μακρινό μαρμοτοβράδυ που ιδέα δεν είχα ότι θα 'ταν το τελευταίο του.