• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Το πέδιλο
Θωμάς Ξωμερίτης | 04.05.2017 | 16:04
Επιστρέφοντας σπίτι από την εξοχή που έλειψα τις μέρες του Πάσχα, άφησα το αυτοκίνητο τρία τετράγωνα πέρα από το στενό που μένω, σε σημείο που βρήκα θέση να παρκάρω. Ήμουν φορτωμένος σακούλες, μία από αυτές γεμάτη λεμόνια από τον κήπο μου. Διασχίζοντας βιαστικά τη λεωφόρο ένιωσα κάτι να τινάζεται στο πόδι. Λες και κάποιο πουλί έπεσε και χτύπησε τη φτέρνα από το πέδιλο το οποίο φορούσα. Γύρισα να δω, το πέδιλο είχε ανοίξει και το έσερνα στο πόδι. Ο μεταλλικός κρίκος που κρατούσε τη δερμάτινη λωρίδα που δένει πίσω από τη φτέρνα είχε σπάσει. Κατευθείαν, με τις σακούλες στο χέρι, πήγα στον τσαγκάρη της γειτονιάς. Πέμπτη απόγευμα, σίγουρα θα ήταν ανοιχτός. Πάντα ανοικτό τον θυμάμαι μέσα στη μέρα.
 
Ήταν σκυμμένος στον πάγκο, με το τρυπητήρι και τ’ άλλα εργαλεία. Το φως έλαμπε στο καλοφτιαγμένο, αρρενωπό και γερασμένο πρόσωπό του. Με τα γυαλιά του και την άσπρη φαβορίτα του, ευδιάθετος και γελαστός, μια γνωριμία των τελευταίων χρόνων. Τα χρόνια που έμαθα εκ νέου ότι το παλιό παπούτσι δεν το ξεχνάς για να το πετάξεις στο τέλος. Το πας στο τσαγκάρη να του βάλει πάτο και σόλα, να περάσει το δέρμα με κρέμα και βερνίκι που μυρίζουν όμορφα. Να ξανανιώσει, στιβαρό και όμορφο στις ρυτίδες του.
 
Άφησα τις σακούλες κι έπιασα τα πέδιλο στο χέρι μου. Τον ρώτησα μήπως μπορούσε να το φτιάξει επιτόπου. Χαμογέλασε και μου απάντησε. Φυσικά θα το έφτιαχνε επιτόπου. «Έτσι θα σε αφήσω, ξυπόλητο»; πρόσθεσε.
 
Το διόρθωσε μέσα σε τρία λεπτά. Έβγαλε τη λωρίδα, βρήκε νέο κρίκο, τον πέρασε, κόλλησε πίσω τη λωρίδα και την έραψε.
 
Τρία λεπτά που μαστόρευε κι εγώ αφέθηκα στην απόλαυση, απορροφημένος να τον παρατηρώ να δουλεύει στο πέδιλό μου. Μια λύπη άγγιξε την καρδιά μου, ελαφρά κι απρόσκλητη. Σκέφτηκα το εργαστήρι του κλειστό, όπως όλα τ’ άλλα τα μικρομάγαζα της γειτονιάς που πήραν σύνταξη οι ιδιοκτήτες τους κι έκτοτε δεν ξανάνοιξαν. Καθαριστήρια, ραφεία, φούρνοι. Όμορφοι άνθρωποι, με τον τρόπο που ερωτεύομαι την καθημερινότητα των ανθρώπων.
 
Μου έδωσε το πέδιλο και τον ρώτησα τί όφειλα. «Δύο ευρώ», είπε. Τον πλήρωσα, έσκυψα να το δέσω στο πόδι μου και να πιάσω τις σακούλες. Ένα από τα λεμόνια είχε κυλήσει στο πάτωμα.
 
Το πήρα στο χέρι και του το πρόσφερα. «Από τον κήπο μου», του είπα.
 
Ήθελα να ξαναδώ το όμορφο πρόσωπό του φωτεινό μέσα στο χαμόγελο.