• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
In restless streets I walked alone
Θωμάς Ξωμερίτης | 03.04.2014 | 08:23
Στις 12 Μαΐου του ’11, όταν χρυσαυγίτες τα έσπασαν όλα στη γειτονιά και στο κέντρο με αφορμή τη δολοφονία εκείνου του δύσμοιρου που πήγαινε στην ετοιμόγεννη γυναίκα του, του έλεγα να μη βγει στο δρόμο, έτσι μελαψός που είναι. Θα τον περνούσαν για Πακιστανό.
 
Με δυσκολία με καταλαβαίνει όταν μιλώ, τα χείλη μου δεν τα διαβάζει εύκολα. Πάντα τα μάτια του κοιτάνε με απορία το σύντροφό μου, να του εξηγήσει τι λέω.
 
Από δεκαπεντάχρονος στους δρόμους, σπιτωμένος εδώ κι εκεί. Στα 24 του, τον σπίτωσε και ο σύντροφός μου, τότε που έλειπα στο εξωτερικό. Δεν τον συμπάθησα, παραλίγο να εκτροχιαστεί η ζωή μου. Ήταν και εριστικός. Μετά ήρθε η λευχαιμία, οι χημειοθεραπείες - όταν τον κοιτούσα, χλωμό και χωρίς τρίχα, στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Έκανε τη μεταμόσχευση, τη γλύτωσε. Τον βοήθησα τότε με τους γιατρούς, μέσω μιας γνωστής, να μπορεί να κάνει την αγωγή στην Αθήνα και όχι στην Πάτρα.
 
Με την επίβλεψη και την υπομονή του συντρόφου μου – του κηδεμόνα του - τελείωσε το λύκειο. Έμαθε στην αυτοπειθαρχία - ώρες κλεισμένος στην κουζίνα και στη σιωπή του, πάνω από βιβλίο και σημειώσεις. Ντουμάνι η κουζίνα. Μπήκε και σε σχολή, με κάποια ποσόστωση για ΑΜΕΑ. Κοινωνιολογία. Λίγο επίδομα και μια θέση – ένα ξεφόρτωμα δηλαδή - σε σχολή: η Ελλάδα έκλεισε μαζί του.
 
Κατάφερα τελικά να τον δω ως οικογένεια – το επιχείρημα του συντρόφου μου εξ αρχής. Από απόσταση, με καχυποψία. Δεν μπορώ να πω ότι τον έχω συμπαθήσει. Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι τον σέβομαι, τη δύναμη επιβίωσης μέσα του.
 
Είναι δικτυωμένος, είναι απόλαυση να τον βλέπεις μπροστά σε ανοικτά παράθυρα της οθόνης, να επικοινωνεί με διάφορους κωφούς από παντού και όχι μόνο από Ελλάδα.
 
Τα Χριστούγεννα πήγε και βρήκε τον αδερφό του και την αδελφή του, μετανάστες στις Η.Π.Α. Έχει πολλά αδέλφια, κάποια ετεροθαλή. Συνάντησε πολύ κόσμο εκεί, τον βοήθησαν, βρήκε κι ένα Πανεπιστήμιο έτοιμο να τον δεχτεί.
 
Πριν μερικές μέρες γύρισε. 5.30 η ώρα το πρωί, κοιμόμουν δίπλα στο σύντροφό μου, όταν χτύπησε το κουδούνι. Είχε τελειώσει η μπαταρία του κινητού του και δεν μπόρεσε να ειδοποιήσει ότι επέστρεφε. Γύρισε για να φτιάξει τα χαρτιά του, ν’ ακολουθήσει τη σωστή διαδικασία ώστε να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο στη Νέα Υόρκη.
 
Οι συζητήσεις για τους μετανάστες, για το φασισμό, για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων δεν του λένε τίποτα. Δεν τις ακούει εξάλλου. Ιδέα δεν έχει ποιος είναι ο Μπαλτάκος. Ούτε η Ελλάδα έχει τίποτα να του πει. Το διαβάζω γραμμένο στα μάτια του: Αμερική και Πανεπιστήμιο.
 
Τον κοιτάζω, μέλος της οικογένειας. Από απόσταση πάντα. Αυτός, δύναμη επιβίωσης. Αυτή που χάνει - τελικά - η Ελλάδα.