• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Copyright FreePhotosBank.com
Where is my mind?
Χάρη Ποντίδα | 01.05.2014 | 15:52
Τώρα που πέρασε πλέον το Πάσχα και πιάσαμε Πρωτομαγιά να κάνω έναν μικρό απολογισμό ζωής, δυο τρία πράγματα πολύ βασικά να πω, να ξέρουμε πού βρισκόμαστε ως άνθρωποι και ως παρέα.
 
Λοιπόν ξεκινάω
 
Ο Σ της Α πέθανε. Η Ρ γνώρισε τον Π και το πάνε για σχέση. Η Μ και η Μ αποφάσισαν να νοικιάσουν μαζί διαμέρισμα  για  να μοιράζονται τα έξοδα. Ο B ανακάλυψε το dating μέσω facebook και τον έχουμε χάσει κι εγώ είμαι εδώ, στρατιωτάκι γοργό, επίκεντρο του εαυτού μου -σταθερά πράγματα- και τώρα που ο χρόνος μου είναι άπλετος γιατί δεν έχω δουλειά, πιο «βαριά» και μπερδεμένη από ποτέ - δεν το περίμενα ότι η νεοαποκτηθείσα σχέση μου με το καθισιό θα είχε τέτοιες επιπτώσεις.
 
Για να μην τα πολυλογώ, ο καθένας για τους λόγους του, πέρασε αλλού το Πάσχα του φέτος. Αν δεις φωτογραφίες του 2012 και του 13 μοιάζουν από άλλη εποχή, ιδίως εκείνη που δείχνει τον μακαρίτη τον Σ να γυρίζει τον οβελία με ένα χαμόγελο του μέχρι τα αυτιά, το παχουλό του  σώμα γυμνό και ιδρωμένο από την μέση και πάνω (έκανε ζέστη πέρυσι) το κόκκινο μαντιλάκι που του είχε δέσει η Α στο κεφάλι, για να μην τον καίει ο ήλιος, όμοιο με τον «τάπητα» από παπαρούνες που είχε γύρω του.
 
Περίμενε βρε να σε βγάλω μια φωτογραφία (του’χα πει), μην κουνήσεις κι εκείνος ρούφηξε λίγο το στομάχι του, κορδώθηκε και «κλικ», νάτος ο Σ, χαμογελαστός και ευτυχής σαν καθιστός βούβαλος μέσα στις παπαρούνες.
 
Περίεργη άνοιξη είναι αυτή και δεν ξέρω πώς να το πω ακριβώς, αλλά αισθάνομαι την μεγάλη κουτάλα του μάγειρα να ανακατεύει αργά και σταθερά την σούπα, τα καροτάκια να επιπλέουν αμέριμνα μέσα στο ζωμό, την κουτάλα να βυθίζεται αποφασιστικά μέσα στο μείγμα και να ψαρεύει μερικές ροδέλες – αυτές περίσσευαν, μη ρωτάτε γιατί.
 
Ο Σ πέθανε στον ύπνο του ένα βράδυ άκακο, κανονικό, δίπλα του η Α κοιμόταν βαθιά μέχρι πρωίας κι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούσαν  να διανοηθούν το προηγούμενο βράδυ, ότι εκείνο το ραντεβού που είχε κλείσει ο Σ με την εφορία την επόμενη (διακανονισμός είναι η λέξη) δεν θα γινόταν ποτέ κι ότι εκεί που η καθημερινή διαδρομή της Α έμοιαζε με παιδική χαρά (γυμναστήριο και ψώνια ) τώρα θα γινόταν δικηγόρος, αγωνία, ουρά στην εφορία, αγωνία, δικηγόρος, ουρά στην εφορία…
 
Περίεργη άνοιξη δε το συζητώ, ο ουρανός μια κλαίει μια γελάει σχεδόν ταυτόχρονα, η λιακάδα μυρίζει βροχή και η βροχή  λιακάδα και κει που λες πρέπει να φτιάξω τις ντουλάπες, καλοκαίριασε πια -τι δουλειά έχει τόση μαυρίλα στην ντουλάπα μου, τόσο μάλλινο, τόσο παλτό– έρχεται μια κόκκινη βροχή γεμάτη λάσπη, σαν κακός οιωνός που τα κάνει όλα μαντάρα.
 
Λίγο καλύτερα όμως τα βλέπω τα πράγματα σήμερα, πιο φωτεινή η ημέρα, η Α με πήρε ήδη να πάμε για καφέ, (δεν θα χει εφορία) η Ρ έγινε έξαλλη χθες με τον Π και θέλει κι αυτή να τα πούμε κι έχουμε να πάρουμε και δώρο για το νέο σπίτι των κοριτσιών (Μ+Μ) που μετακόμισαν και μας καλούν. Καλή ευκαιρία. Να μαζευτούμε όλοι το απογευματάκι εκεί, να ξεκουνίσουμε και την Α να βγει βράδυ απ το σπίτι (θα έρθει άραγε;) να είμαστε πάλι η παλιά παρέα απαρτία, σόρι απαρτία είπα (;) δεν το εννοούσα o Σ δεν είναι πια εδώ, αλλά η ρουτίνα της παρέας έχει φόρα από μόνη της (ίσως γι αυτό να είναι τόσο επώδυνο το μπουμ όταν θυμάσαι).
 
Κι όμως γιατί εμένα κάτι μου λέει ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν; Θες διαίσθηση, θες πείρα ζωής νιώθω ότι η απουσία του Σ σημαίνει, με ένα περίεργο μεταφυσικό τρόπο και την ανακατάταξη του δικού μας χάρτη. Κάτι δεν μου πάει και στις φετινές φωτογραφίες. Πολλά σφιχταγκαλιάσματα και  αίσθημα στο φακό, πολλά μπλε και κόκκινα και κίτρινα  που βγάζουν μάτι, η ζωή με όλη της την ψευτοέπαρση  σε αντεπίθεση, λες και θέλουμε σώνει και καλά να ξορκίσουμε το φευγιό του Σ.
 
Αλλά αυτά είναι για εσωτερική κατανάλωση κυρίως, γιατί η κουτάλα συνεχίζει να ανακατεύει τη σουπίτσα ανενόχλητη (σκασίλα της για τα κίτρινα και τα κόκκινα τα δικά μας), ανακάτεμα και ανακάτεμα ξανά και ξανά και κει που ζεις στo happy land της σιγουριάς πέφτεις με το κεφάλι στα τάρταρα της ανασφάλειας, κι άντε πάλι απ την αρχή, τα πάνω κάτω, τα κάτω πάνω, μέχρι να ‘ρθει η αποφράδα ώρα να σε πετάξουν έξω ξαφνικά κι ούτε κουτάλες, ούτε happy land, ούτε τάρταρα πια.
 
Φτου φτού στα τσακίδια ντε, μέσα στα κάλλη της Πρωτομαγιάς πάει η γλώσσα μου ροδάνι κι όλο τέτοια λέει, αλλά δεν φταίω εγώ, εκείνη η παλιά φωτογραφία του Σ φταίει, γελαστός κι ευτυχής γυρνάει το αρνάκι αμέριμνος με φόντο ένα αγρό με κόκκινες παπαρούνες – για την μοίρα του αρνιού μιλάγαμε τότε, πού να ξέραμε…
 
Γι αυτό θα την κάνω την υπέρβαση μου σήμερα και θα πάω να φτιάξω τις ντουλάπες, να ξανοίξει το τοπίο πρώτα από δω.
 
Έτσι κι αλλιώς (όλοι το ξέρουμε πλέον, κι όσο μεγαλώνουμε όλο και καλύτερα) αν είναι τώρα η στιγμή μας ας την ζήσουμε τουλάχιστον με όλα τα φτερά μας ανοιγμένα γιατί on the road είμαστε διαρκώς (όσοι είμαστε) και πρέπει να έχουμε αποθέματα δύναμης για όταν έρθουν τα δύσκολα. Και προσοχή (!) Απαγορεύεται δια ροπάλου το γράπωμα από τις παλιές φωτογραφίες. Μόνο καινούργιες επιτρέπονται, ας είναι και στημένες...