• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο μίτος και η πόλη 12
[Μέλισσα]
Sraosha | 04.04.2017 | 07:00
Από μέσα από αυτό το δωμάτιο, το βαμμένο με μουσταρδί λαδομπογιά, ακούστηκε απότομα μια φωνή σαν πολύ δυνατό μουρμουρητό. Πολύ δυνατό όμως, όπως θα ήταν ένα μουρμουρητό με ρυθμό μουρμουρητού αλλά με ένταση κραυγών. Σαν επωδή ακουγόταν, ξόρκι σε κατάσταση έκστασης και καταληψίας. Ήτανε βεβαίως η μητέρα της Μέλισσας. Δεν καταλάβαινε μέσα από το τηλέφωνο τι της έλεγε αλλά ακουγόταν επιτακτικό αν και όχι επείγον. Κλείσαν αναγκαστικά κάπως βιαστικά με την υπόσχεση να τα πουν ίσως ξανά απόψε τηλεφωνικώς, κι αύριο σίγουρα από κοντά: θα ερχότανε το Σάββατο Αθήνα.
 
Ανακουφίστηκε που δεν θα χρειαζότανε να οδηγήσει ο ίδιος. Τέντωσε τα πόδια. Κοίταξε τη μέρα που έλαμπε. Παρήγγειλε ακόμα μια μπύρα. Από τη μια τον παρηγόρησε και τον ανακούφισε η ιδέα ότι δεν χρειαζότανε σήμερα να κάνει τίποτα, ότι δεν υπήρχε ανάγκη να κάνει οποιαδήποτε κίνηση. Από την άλλη ένιωσε πάλι το Κενό, το Κενό της αναμονής, που πάντοτε συνοδεύει η αγωνία του μετεωρισμού. Όταν πέφτεις, λέει, όταν βρίσκεσαι σε ελεύθερη πτώση, βρίσκεσαι σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας. Γνωστά πράγματα: όταν πέφτεις σχεδόν πετάς. Έτσι η αναμονή, κάθε αναμονή στη ζωή του, μια ζωή που δεν είναι μια ακολουθία από χαρές και που καθόλου δεν την αρθρώνει η επανάληψη της ευφροσύνης, παρά το ξανά και ξανά και ξανά της προσδοκίας, οι αναμονές. Η ζωή του αποτελείται κυρίως από Κενό, όπως και ο υλικός κόσμος: το καινούργιο παγωμένο γεμάτο ποτήρι, η επιφάνεια των κτιρίων απέναντι που αστράφτουν, το μεταλλικό τραπέζι, το δέρμα που ανατριχιάζει. Όλα γεμάτα Κενό. Ώστε να μη φτουράνε τα τραύματα κι οι ταραχές ενδιάμεσα.
 
Ήπιε μια γουλιά, η μπύρα είναι ευτελές ποτό και υφίσταται μόνον ως κρύα χαρά, ψυχρή ζέση. Χαμογέλασε που η Μέλισσα θυμήθηκε τότε που είχανε βγει («βγει» τρόπος του λέγειν) στο Φλοράλ. Τότε ακόμα νόμιζε πως τη λένε «Μελίσσα» και του είχε φανεί πολύ ψωνίστικο. Αυτό ήτανε το πρώτο τους ραντεβού. Όχι, το δεύτερο: το πρώτο ήτανε τότε που έπινε μπύρες μαζί της σ’ εκείνο το πατάρι και αναρωτιόταν αν τα άσπρα μαλλιά του, ούτε καν γκρίζα, τα έβρισκε απωθητικά η Μελίσσα. Το πατάρι ήταν άδειο και το παράθυρο στενό και κοίταζε από πάνω μια λωρίδα από την πλατεία και αναρωτιόταν γιατί έπρεπε να βγει με μια τόσο ωραία γυναίκα για τόσο λίγο και τόσο νωρίς κι έχοντας μάλιστα να πάει να φάει με τους συναδέρφους του μετά. Αυτή ήταν η φορά η πρώτη. Τη δεύτερη είχε πάει σπίτι της πρωί στις δέκα και μισή για καφέ κι έκαναν πολύ έρωτα και μετά είπανε να βγούνε στον ήλιο γιατί πάλι μέρα χαρά Θεού είχε και περπάταγαν μέσα στην πόλη κι αναλογιζόταν και τότε πόσο ωραία είναι αυτή η πόλη για όσους είναι πρόθυμοι να τη χαρούνε και περπάτησαν από το σπίτι της στην οδό Τύχης μέχρι τα Εξάρχεια, αλλά όχι κατεβαίνοντας την Πατησίων παρά μέσα από τα στενά, πρώτα των Πατησίων περνώντας από εκείνη τη μικροσκοπική πλατεΐτσα της οδού Κινγκ που είναι σαν όαση για στάση και σταματώντας μετά σ’ εκείνο το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Αντρέα, που ήταν ανοιχτό και στο οποίο η Μελίσσα ήθελε να ανάψει κεράκι κι εκείνος χαμογέλαγε γιατί για πρώτη φορά όσο χρονών ήτανε κατάλαβε ότι άνθρωπος είναι το ζώο που μουγκρίζει από ηδονή σαν να το σφάζουν και μιλάει χωρίς νόημα εκείνη την ώρα που το σφάζει η καύλα και το καταλάγνεμα, και μετά πάει κι ανάβει κεριά, φιλάει ζωγραφιές και μιλάει χωρίς νόημα σε κάποιον που, λέει, δημιούργησε τα αστρικά σμήνη κι όλα αυτά τα αχανή και ακατανόητα κι αφιλόξενα χάη. Και μετά σου μιλάει εσένα αυτό το όμορφο και αστραφτερό ζώο, που το κάνει όμορφο και σαν ζωγραφιά το ότι είσαι κι εσύ ζώο από το είδος του και το κάνει ο πόθος αστραφτερό. Και μετά πέρασαν την Πατησίων κάθετα, σαν να μην είχε καμμιά απολύτως σημασία η Πατησίων, σαν να μην αφορά κανέναν, και ήδη είχαν αρχίσει να μαζεύονται στις πιλοτές της Πατησίων κάτι μάλλον ανήλικες αφρικανοπούλες να κάνουνε πεζοδρόμιο μέρα μεσημέρι και σκεφτόταν ότι «σεξ» λέμε κι αυτό που πριν λίγο είχανε κάνει οι δυο τους (και περπάταγε δίπλα της πασχίζοντας να μην απλώσει να της πιάσει το χέρι, όχι ακόμα ρε μαλάκα, όχι από τώρα), «σεξ» λέμε κι αυτό που κάνουνε κι αυτά τα ανήλικα για να μη φάνε ξύλο από τον νταβά και για να πληρώσουνε τη δόση τους. Κι αναστατώθηκε λίγο. Και σκεφτότανε τις λέξεις και τι υπάρχει από πίσω τους και τι υπάρχει μέσα τους άμα τις ανοίξεις στα δυο σαν φρούτα του πάθους: κελύφη με ολόγλυκη μύξα μέσα. Και πέρασε με τη Μελίσσα από την Πλατεία ΠΕΑΝ και θαύμασε τις μαγικές γωνιές που έχει αυτή η πόλη και πώς ρε γαμώτο να περιγράψεις την Πλατεία ΠΕΑΝ σε όποιον δεν αγάπησε παρά τα μαλακισμένα προάστεια και τα άθλια χωριουδάκια; Κι ήτανε μεθυσμένος από το φως και τη χαρά και τη μυρωδιά της πάνω του, όχι μόνο του μουνιού της αλλά ολόκληρης. Και μετά Επτανήσου, Κυψέλης, ΓΥΣ (από τον καιρό που χάρτες της Ελλάδας λεπτομερείς είχε μόνον ο Στρατός, για να μην ξέρει ο Τούρκος πού είναι τα πολυβολεία, τα μονοπάτια, οι γκρεμοί και τα λιόδεντρα). Και πείναγε πολύ και της είπε να κόψουνε μέσα από το Πεδίον Άρεως, που ήτανε πάλι άνω κάτω και το ανέπλαθαν ξανά, κι έμοιαζε όμως με ένα πάρκο που θα ήθελες να έχεις περάσει τα παιδικά σου χρόνια κρεμασμένος από κλαδιά δέντρων κι εξερευνώντας κι ανακαλύπτοντας πότε κανα προφυλακτικό μισογεμάτο στο χώμα, πότε καμμιά λάμπα χρωματιστή από το Άλσος του Οικονομίδη, πότε τσαλακωμένα εισιτήρια φεστιβάλ ΚΝΕ Οδηγητή. Πείναγε πια σαν τρελός και της είπε να κόψουν από μέσα και βγήκανε στην Αλεξάνδρας από το άγαλμα της Αθηνάς, πέρασαν απέναντι και ανεβαίνοντας (ή κατεβαίνοντας) τη Σπυρίδωνος Τρικούπη κατέληξαν στο Φλοράλ. Κάθησαν τάχα για καφέ, εκείνος πείναγε, κι εκεί της έδωσε το χέρι πάνω στο τραπέζι και τον κοίταξε αυτή κι εκείνος δεν είπε τίποτε. Παρήγγειλε κλαμπ σάντουιτς και σόδα, εκείνη έναν μέτριο φραπέ με γάλα. Και τότε του είπε η Μελίσσα να πάνε σπίτι του να το ξανακάνουν αλλά το σπίτι του του φαινόταν να βρίσκεται κάπου πολύ μακριά, πίσω από αχανή κι αφιλόξενα χάη· και άλλωστε πόση χαρά χωράει σε μια μέρα και της είπε όχι κι εκείνη του είπε «σωστά, ας μείνουμε στο φως να σε χαρώ λιγάκι κι έτσι»· κι εκείνος ταράχτηκε από την απότομη μεταβολή στην οικειότητα και της είπε «εντάξει Μελίσσα», έπιασε για πρώτη φορά το όνομά της στο στόμα του – γιατί λίγες ώρες πριν μόνο «μωρό μου», «καύλα μου» και «μη μιλάς, μουνάκι» της έλεγε.
 
«Μέλισσα με λένε βρε», του απάντησε εκείνη.
Δείτε επίσης:
f599f98c925f4b358ebd7eced6e7c89f.jpg