• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο μίτος και η πόλη 9
[Πλατεία]
Sraosha | 21.02.2017 | 07:00
Πόσο προβλέψιμη μια στροφή αριστερά στη Βαλτετσίου. Προς τα Εξάρχεια. Όλη η χώρα έχει στρίψει αριστερά και έχει σταθεί δυο τρία στενά πιο κάτω. Και καμώνεται πως είναι επαναστατική πράξη το ότι στέκεται. Ή έστω, επαναστατική στάση. Και μια και η επανάσταση, ακόμα κι εδώ που φτάσαμε, δεν φαντάζει ρεαλιστική λύση (πόσο μάλλον η μοναδική λύση), το ότι έστριψαν αριστερά και στάθηκαν φαντάζει εξεγερτική στάση. Ο ίδιος προχωρούσε πάντως. Δεν είχε ιδέα πού πήγαινε αλλά προχωρούσε. Πέρασε τη Ζωοδόχου Πηγής, που θα του θυμίζει πάντοτε φοιτητικούς έρωτες – αν και το «πάντοτε» και αυτό σχετικό είναι όταν αφορά τη μνήμη, άλλωστε στο τέλος πεθαίνουμε κι οι πεθαμένοι δεν θυμούνται, πιούνε δεν πιούνε το νερό της λησμονιάς κτλ. Μπήκε στον πεζόδρομο κάνοντας πως δεν πρόσεξε έναν παλιό συμμαθητή του που καθότανε στους Χάρτες. Χαρά στο κουράγιο του που κάθεται στους Χάρτες και δεν μπουκώνει από τη νοσταλγία, μπράβο του. Αλλά ο συμμαθητής, Σιώκης ή Σιώκος, κάπως έτσι, πρέπει να ήταν από αυτούς που δεν νοσταλγούνε γιατί παραμένουν μονίμως εγκατεστημένοι στο παρελθόν τους, κολλημένοι στα γνωστά στέκια και στις παλιές καλές μουσικές που όλοι οι νεότεροι αντιγράφουν ατσούμπαλα.
 
Δεξιά στη Ριβιέρα οι ταινίες για απόψε. Είχε καιρό να πάει θερινό σινεμά. Να αράξει με ένα πλαστικό ποτήρι αλκοόλ και ένα χαρτονένιο δισκάκι νάτσος με αυτό το πλαστικό λιωμένο τυρί από πάνω. Μόνος. Να προσπαθεί να νιώσει την πιο ανεπαίσθητη πνοή δροσιάς να φυσάει μέσα στην πνιγηρή νύχτα. Απέναντι στην τεράστια οθόνη που σε κάνει να την προσέξεις, θες δεν θες. Ίσως απόψε, στη δεύτερη παράσταση, των 11. Θα έπρεπε να αρχίσει να ξαναχαίρεται αυτήν την πόλη, όσο γίνεται. Και να χαίρεσαι πρόβλημα είναι, πώς μπορείς να χαίρεσαι όταν ο κόσμος πέφτει από τις ταράτσες, τα βρέφη ξεψυχάνε πριν ζήσουν, οι γέροντες βάζουν αυτοσχέδιο δελτίο στα φάρμακα; Έτσι λένε κι έτσι θα έπρεπε να είναι μάλλον, να μην ευτυχεί κανείς όταν δεν ευτυχούν όλοι – ο Ντοστογιέφσκι δεν το είπε; Κάποιος Ρώσος τέλος πάντων, αισθαντικός και παράφορος από τη βότκα. Μπορεί και ο Τολστόι, ή κανας άλλος. Ξέρουν οι Ρώσοι από δυστυχία και από το αντίθετό της, στα ενδιάμεσα χωλαίνουνε κάπως.
 
Από την άλλη, εδώ που ζούμε κι έτσι όπως ζούμε λαχταρώντας όχι κομμάτια ουρανού και μαλακίες παρά να μην αλλάξει τίποτα για όσους δεν τους έχει πάρει το ποτάμι, ποιος μου εγγυάται εμένα ότι σε 3-4 χρόνια δεν θα τα έχουνε ξεχάσει όλα παρότι δεν θα έχει καλυτερέψει τίποτα; Έτσι δεν γίνεται; Νομίζουμε πως κάτι άλλαξε, πειθόμαστε πως κάτι άλλαξε, κάτι καλυτέρεψε, δεχόμαστε να ξεχάσουμε, και όλα πάνε όπως και πριν. Δεν πειράζει αν δυστυχούν ή κι αν πεθαίνουν οι φτωχοί: οι άλλοι, οι κανονικοί άνθρωποι να είναι εντάξει. Ή να νομίζουνε πως είναι εντάξει, γιατί θα πάνε να δούνε κανα έργο στη Ριβιέρα ή θα πάνε να φάνε πειραγμένους ουζομεζέδες στο ισπανικό ακριβώς απέναντι. Αυτά υπαγορεύει η πόλη. Ακόμα και εδώ, μετά την αριστερή στροφή προς πλατεία, με τους τοίχους πασαλειμμένους από ονειρώξεις εξέγερσης.
 
«Ονειρώξεις εξέγερσης», πώς του ήρθε αυτό; Ποιητές τώρα, πριν τη μέση ηλικία; Αλλά δεν φταίει αυτός. Εδώ και δύο χρόνια όλοι γράφουνε ποιητικά. Περάσαμε στον λυρισμό όλοι, ό,τι και να λέμε, για ό,τι και να γράφουμε. Και δεν είναι μόνον όσοι κλαίνε τη χαμένη πατρίδα, την τελευταία που τους έμεινε να κλάψουν. Τώρα πια ο πόνος και το κλάμα έχουν αφήσει τα τραγούδια και τους νταλκάδες και τον ντέρτι fm και έχουνε μπει στις εφημερίδες. Για πόνο και θυσίες και χιλιάδες λάθη που έγιναν, για τη δυστυχία να είσαι Έλληνας και για τις μεταρρυθμίσεις που δεν δουλεύουν, σαν αγάπες που χάθηκαν. Το παράπονο του Έλληνα και του Καζαντζίδη κλαίει τώρα όχι για την ξενιτειά, παρά για την Ευρώπη που δεν είμαστε, πονάει για τον άπονο λαό που δεν καταλαβαίνει και δεν ξέρει το καλό του και είναι τρελός κι αδέσποτος, παρόλη τη στοργική μέριμνα της Ευρώπης, της μήτρας των λαών και αρένας των ιδεών – όχι πάντοτε μεγάλων.
 
Θυμήθηκε τη Μέλισσα και ένιωσε πάλι τα σκιρτήματα που δεν θες να νιώθεις όταν περπατάς μόνος στις έντεκα το πρωί στα Εξάρχεια με τον ήλιο να σβήνει χρώματα και κάθε είδους λεπτή διάκριση: μένουνε μόνον τα απλά στοιχεία. Μένει η καύλα η δική του και οι επιφάνειες των κτιρίων, μένει ο μετεωρισμός που νιώθει ο ίδιος και η πειθαρχία των λαών, μένει η βουβαμάρα μιας καλοκαιρινής μέρας που θα γέμιζε διαστέλλοντας λίγη δουλειά και οι μονόδρομοι, μένουν οι μάταιες θυσίες και προβλέψεις αισιόδοξες που όλοι ξέρουν πως είναι λάθος. Κι αναρωτήθηκε γιατί πρέπει να είναι αισιόδοξος κάποιος που δεν έχει επιλογές; Αρκεί που δεν έχει επιλογές. Κι αν τον πείσουνε πως δεν έχει επιλογές γίνεται Καζαντζίδης, πολλές φορές χρειάζεται ένας Καζαντζίδης ή και πολλοί για να τον πείσουνε πως δεν έχει επιλογές. Έτσι είναι.
 
Στην πλατεία περιφέρονταν διάφορα τυπάκια, μη φανταστεί κανείς τίποτα κινηματικούς, το φως ήτανε δυνατό και η ζέστη δυνάμωνε. Όχι ενοχλητικά, αλλά δυνάμωνε κι άλλο. Περνώντας μπροστά από τη Ροζαλία τον χτύπησε στη μύτη μυρωδιά φαγητών που ετοιμαζόντουσαν για το μεσημέρι κι ένιωσε λιγάκι να πεινάει, ενώ απέναντι στο σουβλατζίδικο ένας τεράστιος ωμός ακόμα γύρος με τα ξύγκια του να εξέχουνε ξεδιάντροπα σαν πατσές περιστρεφόταν αργά. Θε μου τι θα κάνει ολόκληρη μέρα; Του πέρασε η ιδέα να σηκωθεί να πάρει ένα ΚΤΕΛ να πάει να βρει τη Μέλισσα εκεί στον κάμπο. Αλλά σιγά: καλύτερα να πήγαινε καμμιά παραλία – άλλωστε δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να γνωρίσει την πεθερά του, είναι και ανοϊκή η γιαγιά, η μαμά της, και μπορεί να του την πέσει. Σε αυτή τη σκέψη χαμογέλασε μόνος του: από τη μια γιατί ένιωθε τη Μέλισσα ήδη οικογένειά του κάπως, ας πούμε δεν φοβότανε να την ονοματίσει κι όλοι ξέρουμε ότι άμα πιάνεις στο στόμα σου το όνομα κάποιου τον έχεις για οικείο ή και για δικό σου. Ήταν έτοιμος να ξαναμπεί στην αρένα της συμβίωσης; Ίσως. Θέλει να το σκεφτεί τώρα; Όχι. Από την άλλη σκέφτηκε ότι δεν είναι από τους άντρες που θα τους την έπεφτε γυναίκα εκτός και αν της θύμιζε τον μακαρίτη, όπως ήτανε προ εικοσαετίας, πριν τη θολούρα που φέρνει η άνοια γυρνώντας σε πίσω στα αντατέσσερα και στα ανταπέντε σου χρόνια. Στάθηκε λίγο στην είσοδο της πλατείας από Βαλτετσίου. Σκέφτηκε ότι η απραξία και ο ελεύθερος χρόνος, αυτός που όταν ήτανε νέος έλεγαν ότι μπορείς να τον σκοτώνεις, είναι προνόμιο. Πια. Όλοι δουλεύουν και δουλεύουνε πολύ ή και δυο δουλειές και βγάζουν 600 ευρώ και, ποιος ξέρει, σε τέσσερα-πέντε χρόνια μπορεί να βγάζουν και τα μισά και να λένε πάλι καλά. Γενικά δεν ήταν άνθρωπος να φοβάται το μέλλον και να πανικοβάλλεται: χώρισε σαν Βούδας και έζησε μεγάλες περιόδους της ζωής του σαν πέτρα. Αλλά πια δεν είχε ιδέα πώς θα ήταν αυτή η πόλη και ό ίδιος σε τέσσερα-πέντε χρόνια, στις 24 Αυγούστου 2017. Θυμήθηκε την αίσθηση του να κάθεσαι στο Φλοράλ.
 
Στο Φλοράλ των πρώτων ραντεβού όπως με την Έλλη, που τότε ακόμα ήταν ψαρωμένη και όλο ερωτηματικά· οι βεβαιότητες και τα «φτιάξε τη ζωή σου», τα «κατά βάθος», τα «έχεις επιλέξει να αποτυγχάνεις» και οι εμβριθείς όλο ορθοέπεια συμβουλές θα ακολουθούσαν αργότερα. Μέσα στο μαγαζί το καλοκαίρι, όχι έξω, γιατί ο κλιματισμός είναι σωστός. Στο Φλοράλ που το έχουνε κάνει σε δύο επίπεδα κι είναι γεμάτο κόσμο που γράφει και διαβάζει, και λόγω wifi. Τώρα θα είναι γεμάτο φοιτητές που θα μελετάνε για την εξεταστική του Σεπτεμβρίου – έρχεται ο Σεπτέμβριος, θα πεθάνει και το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι στην Ελλάδα δεν πεθαίνει όταν κόψει η ζέστη παρά όταν γυρίσεις από την άδεια – αυτός που δεν παίρνει άδεια δεν ξέρει τι είναι καλοκαίρι.