• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο μίτος και η πόλη 6
[Δρόμοι]
Sraosha | 28.04.2014 | 00:01
Εδώ είμαστε λοιπόν, σε ένα καφέ, στα τελειώματα του Αυγούστου, να περιμένουμε έναν πελάτη που δεν έρχεται και μάλλον δε θα έρθει, και δεν πρόκειται για φιλοσοφικό γρίφο κι αλληγορία βαθειά, παρά για το πώς ζούμε. Αυτό. Έτσι. Περιμένουμε πελάτες να τους πουλήσουμε χώρο να διαφημιστούν. Για να πληρώνουμε χαράτσια. Γιατί χωρίσαμε. Γιατί η ζωή είναι όλο διακλαδωτά μονοπάτια και στο τέλος χάνεσαι ή κύκλους κάνεις, όπως όταν σε πήγαινε ο παππούς στον Εθνικό Κήπο και υποσχόσουνα στον εαυτό σου ότι αυτή τη φορά θα βρεις τον δρόμο σου χωρίς να κοιτάξεις τις πινακίδες προς Βασ. Αμαλίας και Βασ. Σοφίας και Ζάππειο αλλά τελικά ξανάβγαινες στις πάπιες και στο ύψωμα και σ’ εκείνα τα ερείπια και πίσω από τα Ανάκτορα (δηλαδή τη Βουλή). Αλλά όχι, προχωράς και λες, εντάξει, ευθεία πάω, μια χαρά, μένω στη λωρίδα μου και πάω. Κι όλα πάνε καλά. Αλλά όχι πρέπει να αποφασίσεις, να διαλέξεις. Σε σκίζει ο Πιτυοκάμπτης – όλοι τον Προκρούστη θυμούνται – που σε δένει σε μια απόφαση και σε μια άλλη. Κι εσύ για αδράνεια τι έχεις; τίποτα. Την υστερική σου παράλυση, το θέλω να πάω ευθεία, θέλω να συνεχίσω ευθεία, να βγω στους Εύζωνους, στα Σκόπια, στο Βελιγράδι, στη Σουμπότιτσα, στη Βουδαπέστη κι όπου με πάει. Έχει το δε θέλω να στρίψω. Και λες ότι δε σε ανησυχεί τίποτα, δε σε αγχώνει τίποτα, ότι τίποτα δεν την απασχολεί την ατομάρα σου. Σπάνια και ακριβή αίσθηση, που επιπλέει σε ένα στρώμα αιθέρα. Κι από κάτω κοχλάζει το ασυνείδητο, η ταραχή των λογισμών. Να γινότανε σεισμός και να του έπεφτε το Circus στο κεφάλι, να κοπεί η ζωντανή σαμσάρα που πλέκουν στεφάνι με μαργαρίτες και γαϊδουράγκαθα τα τόσα άγχη, οι τόσες ανησυχίες, οι σκαλωμένες φοβίες, όσα τον ταράζουν και δεν τον άφησαν να ζήσει σαν άνθρωπος. Και έτσι δε θα μάθει ποτέ πώς ζουν οι άνθρωποι. Όπως κι αν ζουν οι άνθρωποι, τέλος πάντων.
 
Του το είπε ο χοντρός: η Ελλάδα είναι μαύρη τρύπα. Αν επιστρέψεις δε θα μπορέσεις να ξεφύγεις ποτέ, δε θα ξαναβγείς έξω ποτέ. Η Ελλάδα είναι το μέσα από το οποίο βγαίνεις για να πας στο εξωτερικό, στον αχανή χώρο και στο μεγάλο έξω. Αλλά άπαξ και ξαναμπείς μέσα, μένεις μέσα. Εκεί, στην Ελλάδα.  Μέσα.
 
Έξυσε την ψωλή του αμήχανα κι αδιάκριτα, ήταν μισοξύπνια, μετά θυμήθηκε ότι βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, θυμήθηκε τα κάτασπρα μαλλιά του που του έδιναν συν μιάμιση δεκαετία και θα τον έκαναν στάνταρ να φαίνεται ένας ανώμαλος που ήρθε να μπανίσει εικοσάχρονες εδώ στον ανθώνα. Να παραδεχτείς ότι θέλησες και δεν τόλμησες; Να παραδεχτείς ότι δε θέλησες αρκετά, γιατί αν ήθελες αρκετά θα τόλμαγες, που λέει κι ο Μπλέικ (ο ίδιος που έβλεπε αγγέλους να κάνουνε τραμπάλα στα γυμνά κλαριά των δέντρων), να αποδεχτείς ότι άλλα λες κι άλλα θες κι άλλα ξες. Να αποδεχτείς ό,τι να ’ναι. Πείτε μου με τι να συμφιλιωθώ, να το υπογράψω, να σας το δώσω να το δηλώσω και να τελειώνω. Πείτε μου. Αν θέλετε, για να μην ετεροκαθοριζόμαστε, που είναι και η έκφραση του ’12, του συρμού, του ’12 που μοιάζει μ’ ένα ’12 εκατό χρόνια πριν και θα έμοιαζε και μ’ έμενα 200 χρόνια πριν αν ζούσα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν όπου βαρούν κανόνια και πλαντάζω, όπου αθόρυβα σκάφη σκοτώνουν αθόρυβους ανθρώπους σε γάμους όλο νταβαντούρι και ντέφια, που άλλους ψάχνουν κι άλλους καιν, ενώ ο στόχος είναι το μυαλό, το λιπώδες αδιανόητο πλέγμα νευρώνων, των τρομοκρατών. Των όποιων τρομοκρατών. Λοιπόν, πείτε μου κι εμένα: ποιος είμαι πραγματικά, τι θέλω στ’ αλήθεια, είμαι μια χαρά κι ας είμαι καυλωμένος; Είμαι μια χαρά επειδή είμαι καυλωμένος; Δεν είμαι καυλωμένος κι έτσι νομίζω; Είμαι ένας άνθρωπος ρηχός; Ή μήπως αβάσταχτα μαντρωμένος από μια υποδειγματική παιδική ηλικία; Άμα η παιδική μου ηλικία ήταν δύσκολη θα ήμουν αλλιώς; Θα ήμουν επαναστάτης και πολέμιος της αυθεντίας; Τώρα που ήμουνα καλό παιδί με καλούς γονείς σε καλή γειτονιά, ούτε φτωχή ούτε πλούσια (είχαμε και τέτοιες τότε), είμαι κομφορμιστής κατά βάθος και στην επιφάνεια αλλιώς; Ή είμαι κομφορμιστής μόνον επιφανειακά και κατά βάθος θηρίο;
 
Θυμήθηκε τις σπουδές του. Την ησυχία του σπιτιού. Δε θυμάται τι σπούδαζε, δε θυμάται την ύλη. Ούτε ύλη του μένει πια ούτε μορφή, ούτε αρχές, ούτε δεξιότητες. Μόνο μνημοτεχνικές ακολουθίες: Θρόνοι, Εξουσίες, Κυριότητες – ΤΣΟΜΘΙ: τροπόσφαιρα, στρατόσφαιρα , οζοντόσφαιρα, μεσόσφαιρα, θερμόσφαιρα, ιονόσφαιρα. Ιονέσκο. Ένα κεφάλι γεμάτο πίτουρα, καθόλου χρυσάφι, υπολείμματα από γνώσεις και τίποτε από σπουδές. Η τάμπουλα ράζα γεμάτη σκιτσάκια και καλικατζούρες βαριεστημένης τηλεφωνήτριας – τίποτα. Πίτουρα. Αλλά θυμάται τις σπουδές του. Το φρέσκο ψωμί από το σούπερ μάρκετ, αλλόκοτη αίσθηση τότε. Θυμάται το καριγιόν στο καμπαναριό να παίζει ατελείωτα τραγούδια, το εκτυφλωτικό κρύο φως να πέφτει από χαμηλά και να γεμίζει χρώματα ο κόσμος. Τα χωμάτινα νερά που έσκιζαν οι βάρκες, τον ξανθό και καστανό κόσμο να χαμογελάει, τους βλοσυρούς Τούρκους και Μαροκινούς: γέννημα-θρέμμα ξένοι.
 
Α, μα σε αυτή την ηλικία πια θα έπρεπε να έχει μια ιστορία δική του να πει: είμαι αυτός κι αυτά θέλω κι ό,τι δεν το έχω είναι που δεν το θέλω. Τέλος. Αλλά δεν είναι έτσι. Κοίταξε το ρολόι. Κανονικά θα έπρεπε να έχει πάρει τους δρόμους.
 
Πλήρωσε χαμογελώντας σχεδόν φοβιστικά, λίγο πιο πλατιά και λίγο πιο παρατεταμένα, σαν κάτι αμερικάνες στην τηλεόραση. Γενικά χαμογελούσε λίγο και εκτιμούσε πολύ το χαμόγελο των άλλων. Και γι’ αυτό εκτιμούσε πολύ το χαμόγελο των άλλων; Ποιος ξέρει. Δεν είχε κάνει ποτέ ψυχοθεραπεία, ίσως θα έπρεπε, ιδίως μετά το διαζύγιο. Ή πριν τον γάμο του. Ή και κατά τη διάρκεια του γάμου. Πάντοτε υπήρχε κάποιος φίλος ή καμμιά από τις τρεις κολλητές από το σχολείο – και οι τρεις ματαιωμένες απόπειρες για σχέση σοβαρή από μέρους του, πάντα χωρίς να έχει ταραχτεί ρώγα έστω και τόσο  – που θα του εξηγούσανε τη συμπεριφορά του με όρους ψυχολογικούς ταιριασμένους σε αρμονικά και λογικά σχηματάκια: κάνεις αυτό γιατί κατά βάθος θες να κάνεις το άλλο, διστάζεις γιατί στην ουσία φοβάσαι, όλα αυτά σού συμβαίνουν επειδή υποσυνείδητα έχεις επιλέξει να αποτυγχάνεις. Και ούτω καθεξής. Μετά ακολουθούσε κάποια συμβουλή: να ξεκολλήσει, να ακολουθήσει την καρδιά του, να ξεμπλοκάρει, να ακολουθήσει μέχρι τέλους και με συνέπεια τις όποιες τάσεις (σεξομανία, αλκοολισμό, οργή, ασκητικότητα, μαζοχισμό, αντικοινωνικότητα, κρυπτομοφυλοφιλία, αναχωρητισμό, κοινωνικότητα, σαδισμό, φυσιολατρία, πολυγαμία, αυθορμητισμό, αυνανισμό, διονυσιασμό, αυτοκαταστροφικότητα). Του έλεγαν να φτάσει ως την άκρη της επιθυμίας του, να αφήσει να ξεσπάσουνε τα απωθημένα του, τα πολλά του απωθημένα, λες και όποιος θέλει να πίνει ένα ποτήρι κρασί πριν κοιμηθεί κατά βάθος θέλει να κατεβάσει μία κάβα, λες και όποιος είναι ευέξαπτος θέλει να σφάξει τον κόσμο στο γόνατο, που θα έχει σκληρύνει στο μεταξύ με γονυκλισίες λαγνικές ή μη. Αρχικά έπαιρνε κάθε διάγνωση τοις μετρητοίς, την εσωτερίκευε και την άφηνε να ερμηνεύσει τον εαυτό του για – ξέρω γω – κανα δυο βδομάδες. Μετά μαραίνονταν και πέφτανε τα σχήματα τα ερμηνευτικά σαν σάπιες φλούδες: η ζωή που υποτίθεται κάλυπταν, η δική του ζωή, δεν μπορούσε ούτε να τα υποστηρίξει, ούτε να τα θρέψει. Σιγά σιγά όμως, εξήγηση την εξήγηση, ερμηνεία την ερμηνεία, διάγνωση του ποδαριού τη διάγνωση του ποδαριού, έμαθε και αυτός, δια της εις άτοπον απαγωγής, ποιος δεν ήταν, τι δεν ήτανε και ποια δεν ήτανε τα προβλήματά του τελικά. Δεν είναι και μικρό πράγμα αυτό.
 
Πήρε τα ρέστα, τσέκαρε ότι πήρε και το κινητό. Για τον χαρτοφύλακα χρειάστηκε να γυρίσει πίσω αμέσως πριν αγγίξει την πόρτα. Μετά βγήκε στη ζέστη. Στάθηκε λίγο σαν χαζός στο πεζοδρόμιο. Αριστερά προς Εξάρχεια ή δεξιά προς Κολωνάκι; Αριστερά τρία μπατσόνια στέκονταν επάνω στη γωνία. Το ’να κοιτάει προς Χημείο, τ’ άλλο Μαυρομιχάλη, το τρίτο με τα ρέιμπαν κοιτούσε προς τα κάτω. Προς Σόλωνος. Φόραγαν χακί. Γιατί να φοράν οι ειδικοί φρουροί χακί μέσα στην πόλη; Για παραλλαγή; Τα χρώματα του θυμαριού και της μαραμένης χλόης στις στολές τους σε τι χρειάζονται; Και δε φόραγαν ακριβώς στολές. Κάτι ταγάρια ντένιμ, κάτι τισέρτ σαν από συναυλία του περασμένου αιώνα, στρατιωτικά παντελόνια. Ασπίδες, κράνη, ζωσμένοι με γκλομπ, δακρυγόνο, κρότου-λάμψης. Και κράνη, αυτά των ΜΑΤ, λευκά με μια κόκκινη βούλα σα γιαπωνέζικες σημαίες, και αμερικάνικο κασκετάκι. Μετά πρόσεξε κάτι μπότες ρόμποκοπ με επικνημίδες. Γιατί φοράνε μπότες ρόμποκοπ; Τι έχουνε τα στρατιωτικά άρβυλα; Δεν καταλάβαινε τι έβλεπε. Δεν ήξερε πώς να το αναλύσει αυτό που έβλεπε: τρεις τύποι με χακί, μισοί κυνηγοί, μισοί στρατιώτες, να φυλάνε τη γωνία Ναυαρίνου και Μαυρομιχάλη. Παρασκευή πρωί, 24 Αυγούστου. Με τα κράνη στο χέρι σα σταμνιά και τον καρπό στη μέση. Πιτσιρικάδες σαν αυτούς που γνωρίζεις μόνον όταν πας φαντάρος, όπως κι εκείνοι εσένανε. Πιτσιρικάδες που διορίστηκαν και είναι εντάξει. Που στο μέλλον που έρχεται θα είναι οι άτλαντες και ηρακλείς της κοινωνίας. Στύλοι ακλόνητοι με μπότες ρόμποκοπ.
 
Πέρασε από ανάμεσά τους κατηφορίζοντας μπροστά από το Χημείο προς το πάρκο που δεν έμεινε πάρκινγκ, ή που δεν έγινε πάρκινγκ – πια δε θυμάται τι ήτανε πριν.