• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο μίτος και η πόλη 6
[Διαγνώσεις]
Sraosha | 14.04.2014 | 00:01
Έφτασε πρώτος στο Circus. Κάθησε κάτω τελικά, το πατάρι ήτανε στοιχειωμένο από τη δικηγόρο. Άσε, δεν πειράζει. Η μουσική απροσδιόριστου είδους, μουσική της εποχής, δεν ξέρεις τι είναι. Αλλά ωραία. Κάθησε κοντά στην είσοδο, όπως μπαίνεις δεξιά. Τραπέζι για δύο. Φάτσα στην έξοδο.  Δεξιά από την είσοδο, σε κάτι καρέκλες σαν από σαλόνι στην Αχαρνών, της κυρίας Νίτσας, του γιατρού, όταν ήταν παιδί. Ένας τριχωτός καθισμένος σε μια βαθειά πολυθρόνα, με ένα μπλουζάκι με βαθύ βε και όλη την τρίχα να ξεχειλίζει από μέσα. Μουστακάκι, μουσάκι Σφακιανάκη κι ασυνάρτητα αξύριστος. Μισητή κι αντιπαθής φιγούρα. Μισητή κι αχώνευτη, συνόδευε μια ζωγραφική ύπαρξη. Από τη γωνία έβλεπε την πλάτη της, ντυμένη κάτι ροζ και φτενό που μόλις και φαινόταν καθώς είχε μαλλιά πλούσια και πολλά, γάργαρα και κυματιστά, που θα μύριζαν μοσχοβολιά και μόσχο, μύρο και ιδρώτα. Καθόταν σταυροπόδι, μόνο τη δεξιά της γάμπα έβλεπε, γάμπα ιδανική σαν από άγαλμα με εξιδανίκευση τόση όση χρειάζεται μόνο, καθόλου παραπάνω.  Ο αντιπαθής με ένα βραχιόλι χοντρό σαν μυκονιάτικο στο δεξί του χέρι κάτι της έλεγε, κάτι ατελείωτο. Δεν άκουγε τι, κάτι όλο μαγκιά μισοκρυμμένη. Η ζωγραφική η ύπαρξη τον κοίταγε, δεν έβλεπε το πρόσωπό της – αν και έκλεψε μια ματιά της όψης της μπαίνοντας στο μαγαζί, δε θυμάται όμως πώς ήταν. Φορούσε μια χαζή φούστα που ξεκινούσε από πολύ ψηλά. Μπορεί να νομίζει ότι έχει κοιλίτσα, η καημένη. Αυτά είναι τα προνόμια του γάμου. Μαθαίνεις επιτέλους τι σκέφτονται οι γυναίκες. Μαθαίνεις ότι είναι φτιαγμένες από ανασφάλειες, ότι πατριαρχία υπάρχει. Οι άντρες ανησυχούνε για το πουλί τους, ίσως και για τη φαλάκρα. Οι γυναίκες για τα πάντα. Τα πάντα. Κι όσο πιο πολλή αυτοπεποίθηση δείχνουνε να έχουν, τόσο πιο επιλεκτικές και παμπόνηρες είναι οι ανασφάλειές τους, παγόβουνα που ταξιδεύουν σιωπηλά μέσα στην ακύμαντη παγωμένη θάλασσα. Πατριαρχία: τέλος. Αυτή η ζωγραφική ύπαρξη φόραγε τη φούστα ψηλά γιατί φοβόταν μήπως έχει κοιλίτσα. Κι ο μαλάκας που τη συνόδευε (και, δυστυχώς, μάλλον τη γαμούσε, μάλλον άτσαλα και όπως να ’ναι) κυκλοφορούσε σα διασταύρωση αρχάριας συνοικιακής αδερφής με μουρόχαυλο γαμιά βορείων προαστείων. Ξανακοίταξε τα μαλλιά της, τρία τέσσερα μέτρα μακριά. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι θα μπορούσε να τα μυρίσει. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι αίμα ρέει προς τον πούτσο του για να τον κάνει να την πλησιάσει, έστω για μερικούς πόντους. Ήρθε ο καφές του. Και το νερό και η απόδειξη στο σφηνοπότηρο. Ήπιε μια γουλιά νερό.  
 
Κοίταξε ψηλά. Ένας μεγάλος καθρέφτης μακρόστενος καθρέφτιζε το μπαρ και το πίσω μέρος του μαγαζιού. Δεξιά του ένας σωλήνας εξαερισμού. Όταν ερχόταν με τη δικηγόρο και έσπευδαν να κάνουν τα φοιτητικά ραντεβουδάκια τους στο πατάρι ούτε που τα είχε προσέξει. Ανέβαιναν επάνω, έπιαναν έναν καναπέ και καθόντουσαν μαζί, δίπλα δίπλα, σεμνά. Το πολύ πολύ να την άφηνε να του πιάσει το χέρι, κι αυτό όχι όταν ήταν ιδρωμένο. Την κοίταγε ντροπαλά, τα ντεκολτέ και τα καλσόν της, τον λαιμό πίσω από τα αυτιά της και πολλές φορές ζαλιζόταν και μετωριζόταν κι έκανε ότι κοιτάει απέναντι, μα τι να κοιτάξεις απέναντι. Κοίταζε να πιει και κάτι δεύτερο, κάτι με αλκοόλ να πάρει θάρρος. Μετά πήγαιναν σε κάποιο ξενοδοχείο και όλα ήταν διαφορετικά. Από φοιτητές μεταμορφώνονταν σε σαραντάρηδες. Και ποιος θα μπορούσε να πει τι πραγματικά ήταν;
 
Κοίταξε το κινητό του. Σιωπή ασυρμάτου. Ένδειξη μπαταρίας, σήματος, όνομα δικτύου. Τέλος.
 
Κοίταξε το ρολόι κι ας φαινόταν η ώρα μια χαρά στο κινητό. Τι ώρα θα ερχόταν αυτός. Φωτιάδης. Θέλει να διαφημίσει καινούργια και ανερχόμενη εταιρεία. Πάνε λέει πολύ καλά. Ποια καινούργια εταιρεία είναι ανερχόμενη; Εδώ κλείνουν μαγαζιά, σβήνουν ολόκληροι δρόμοι από τις αφώτιστες βιτρίνες και στην αναμπουμπούλα χαίρονται οι ιδιώτες κι απολύουν, κόβουνε μισθούς, κόβουν επιδόματα. Ποιος θέλει να διαφημιστεί; Τι πουλάει και θέλει να διαφημιστεί; Ποιος θα αγοράσει αυτό που πουλάνε; Εκτός κι αν είναι καμμιά αλυσίδα ενεχυροδανειστών, κανα κολχόζ μπουρδέλων.
 
Σε λίγο έφυγε και το ζευγάρι, η ζωγραφική ύπαρξη με τον κάγκουρα. Έμεινε ένα κάδρο αδειανό με τα φύλλα του δρόμου απ’ έξω και ένα πορτατίφ πάνω στον πάγκο για όσους θέλουν να κοιτάζουν έξω. Άφησαν την πόρτα ανοιχτή φεύγοντας. Έμεινε κι αυτός να κοιτάζει έξω. Σκεφτότανε λίγο τη δικηγόρο. Θα ήθελε να την ξαναδεί. Δεν ήτανε βεβαίως πολύ καλή ιδέα να την ξαναδεί. «Τη δικηγόρο», ούτε το όνομά της δεν ήθελε να σκέφτεται. Προσπαθούσε να πάρει το μυαλό του μακριά από τα κυλοτάκια της και το ιδιότροπο φίλημά της και πόσο πολύ την ήθελε. Προσπαθούσε απέναντι στην τελείως ανοιχτή πόρτα πια, μεταξύ κλιματισμού και κάποιας ζέστης που έμπαινε απ’ έξω, να επικαλεστεί κάτι από τη μόρφωσή του, κάτι από το σχολείο έστω, κάποιον σκοπό να παίξει από μνήμης, να ψυχαγωγήσει το μυαλό του, τη σκέψη του που έκανε πως τρέχει σε διαφορετική κατεύθυνση κάθε φορά αλλά, σε έναν κόσμο κυρτό, κατέληγε κάθε φορά στο ίδιο σημείο: στον έρωτα, στην καύλα, στη λαγνεία. Στο μόνο πράγμα που τον έκανε, είπε κάποτε η Μίνα, χαρούμενο. Ευτυχισμένο, θα διόρθωνε, ευτυχισμένο και ήμερο και γαλήνιο, θα πρόσθετε, αν δεν έπρεπε εξ ορισμού να είναι κανείς μπλαζέ απέναντι στους πόθους και να μετεωρίζεται υπεράνω των ηδονών. Αλλά ποιος ορίζει τους ορισμούς; Δε γαμιούνται κι οι ορισμοί. «Ναι ρε Μίνα», έπρεπε να της πει, «ναι: μόνον όταν σε γαμάω είμαι χαρούμενος». Έπρεπε να της πει πολλά, δεν της έλεγε και πολλά. Στο τέλος ανέλαβαν οι δικηγόροι να μιλάνε, να λένε τα δικά τους. Μίλησαν μια και καλή οι δικηγόροι, εξήγησαν τι συνέβαινε και στους ίδιους, διότι οι δικηγόροι είναι σαΐνια στην αφήγηση, γι’ αυτό και, άμα θες να γίνεις συγγραφέας, πρέπει πρώτα να βγάλεις τη Νομική. Ήταν προφανή λοιπόν όλα και τα ερμήνευσαν οι δικηγόροι: δεν ταίριαζαν, δεν πήγαιναν προς την ίδια κατεύθυνση, δεν μπορούσαν να συγχρονιστούν. Για τη δική του τη δικηγόρο δεν έγινε κουβέντα – άλλωστε κι αυτή η ιστορία δε θα ήταν παρά ακόμα ένα σύμπτωμα, από αυτά που δε χρειάζεται καν να καταγράψεις, αφού διάγνωση έχει βγει μια χαρά.
 
Πού είναι κι ο μαλάκας ο Φωτιάδης;   Ο αέρας έμπαινε ζεστός απ’ έξω. Ήθελε να σηκωθεί να κλείσει την πόρτα. Λίγο ντρεπόταν όμως να σηκωθεί και να κάνει την παρουσία του αισθητή ως αυτός που ψυχαναγκαστικά κλείνει πόρτες σε δημόσιους χώρους.  Κι ήτανε και μάταιο τελικά. Κάποιος θα έμπαινε σε λίγο ή θα έβγαινε, θα έσπρωχνε την πόρτα λίγο παραπάνω και θα ξαναμάγκωνε στην ανοιχτή θέση.
 
Πέρσι τέτοιον καιρό, αυγουστιάτικα, μπήκε σε έναν κλειστό χώρο. Ποιος κάνει συναυλίες σε κλειστούς χώρους αυγουστιάτικα; Εντάξει, κλιματιζόταν. Μπήκε στην αίθουσα. Δεξιά κάτι σαν κερκίδες, αριστερά άδειος χώρος. Η ηχητική. Μια κονσόλα στη μέση του κόσμου και παντού ωραίες γυναίκες. Ωραίες όμως. Παντού. Στάθηκε κάνοντας πως ψάχνει κάποιον – κανέναν δεν έψαχνε, μόνος ήταν, έβγαινε για να μη μείνει μέσα μετά τις διακοπές και τον πάρει το μπότζι και το σκαμπανέβασμα του διαζυγίου. Πριν κι από την όψη του χώρου, πριν και από την όψη των γυναικών, τον χτύπησε η μυρωδιά γυναίκας. Όχι άρωμα γυναίκας όπως στην ταινία με τον τυφλό Πατσίνο ή στην άλλη με τον Χάνιμπαλ Λέκτερ: αυτό είναι η οσμή ευωδίας νοτισμένων φύλλων ξερών που αναδίδει το μουνάκι. Μύριζε γυναίκα: το άθροισμα πολλών αρωμάτων με βάση κορμί θηλυκό μόλις ιδρωμένο. Η μουσική ήδη έπαιζε. Τα βλέμματα τον περιεργάζονταν. Παντού γυναίκες.
 
Κι ο μαλάκας ο Φωτιάδης άφαντος. Τον πήρε τηλέφωνο. Χτύπησε δυο φορές κι απόρριψη. Εντάξει. Ας μη γίνει δουλειά σήμερα. Ας πάει η μέρα χαμένη. Δε βαριέσαι. Ας πάει χαμένη. Θα πάρει τους δρόμους, θα αποφύγει να δει οποιονδήποτε. Θα περάσει τη μέρα παρέα με τον εαυτό του. Το πολύ αστείο είναι πως αυτή την ώρα, όλα πήγαιναν καλά. Δηλαδή, δεν τον ανησυχούσε τίποτα, δεν τον άγχωνε τίποτα, δεν τον απασχολούσε τίποτα. Σπάνια και ακριβή αίσθηση. Πόση ταραχή των λογισμών, τι ζωή, ρε θεέ μου. Τι ζωή. Αν γινότανε σεισμός και του έπεφτε το Circus στο κεφάλι, το τελευταίο πράγμα που θα του πέρναγε από το μυαλό θα ήταν τα τόσα άγχη, οι τόσες ανησυχίες, όλες αυτές οι μαγκωμένες φοβίες, όσα τον τάραζαν και δεν τον άφησαν να ζήσει σαν άνθρωπος – όπως τέλος πάντων νομίζει ότι ζουν οι άνθρωποι. Θα έκλαιγε για ακόμα μια φορά τον χαμένο χρόνο πριν ψοφήσει, τον χρόνο που έχασε ανησυχώντας και με άγχος και ταραγμένος κι άυπνος. Άυπνος όπως και τώρα, αλλά όχι από καύλα. Από άγχος. Σκατά. Σκατά ρε.