• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Για το Ανκόρ της Πέλας Σουλτάτου
Sraosha | 01.02.2016 | 21:53
Όταν μάθαινα Γαλλικά με είχε ξενίσει το επίρρημα encore: εκτός από κι άλλο πάει να πει και ξανά. Η πρόταση Vous lisez encore μπορούσε λοιπόν να σημαίνει είτε 'ακόμα διαβάζετε' ή 'διαβάζετε ξανά'. Με τη δεύτερη σημασία, του "ξανά", υπάρχει και στα ελληνικά ως τεχνικός όρος του θεάματος: το μπιζάρισμα.
 
Το μυθιστόρημα Ανκόρ είναι το δεύτερο βιβλίο της Πέλας Σουλτάτου. Το πρώτο, μια συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους με τίτλο "Τα φώτα στο βάθος", εκδόθηκε υπό το διαδικτυακό της ψευδώνυμο Niemands Rose.
 
Το Ανκόρ είναι ένα μυθιστόρημα της Μνημονιοκρατίας. Ευτυχώς, δεν είναι μυθιστόρημα για τη Μνημονιοκρατία: αυτό θα το καθιστούσε προφανές κι εξόφθαλμο στον τωρινό αναγνώστη αλλά και αδιάφορο σε βάθος χρόνου. Με άλλα λόγια, αν το βιβλίο μίλαγε για την Ελλάδα της περιόδου 2010-2015 εν είδει χρονικού, απλώς θα συγκαταλεγόταν μαζί με άλλες μαρτυρίες, γραμμένες εν θερμώ, που μετά από δεκαετίες φαντάζουν δυστυχώς μακρινές κι ακατανόητες -- έστω και αν έχουν καταγραφεί σε περιόδους τραγικές ή σε καταλυτικές εποχές. Πρόκειται ωστόσο για κείμενο που φέρει και που εν μέρει ερμηνεύει την Ελλάδα μετά το Καστελόριζο.
 
Βεβαίως υπάρχουν πολλοί τρόποι να γίνει αυτό. Ένας τρόπος είναι λ.χ. υιοθετώντας απολίτικη αποστασιοποίηση, ένας άλλος η μάλλον υπεροπτική σύγκριση με την καλή ζωή της ευρείας ελίτ νεόπλουτων πασόκων και πακτωμένων δεξιών επί Αλλαγής, φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας, εκσυγχρονισμού, ισχυρής Ελλάδας και καραμανλικής παρακμής και πτώσης. Ευτυχώς η Σουλτάτου δεν ακολουθεί αυτή την ατραπό, άλλωστε χορτάσαμε από χρηστομαθή καθωσπρεπισμό και χρονογραφικά κηρύγματα εδώ και μισή δεκαετία.
 
Κατά κάποιον τρόπο, λοξό και παράδοξο, η αίσθηση που αφήνει το Ανκόρ είναι αυτή που αφήνουν όχι παρόμοια κείμενα, παρά οι πρόσφατες ταινίες Τετάρτη 4:45 του Α. Αλεξίου και Ένας άλλος κόσμος του Χ. Παπακαλιάτη. Πιο συγκεκριμένα, το Ανκόρ λειτουργεί ταυτόχρονα και ως slice of life και ως αλληγορία, όπως η αριστουργηματική ταινία του Αλεξίου, ενώ παράλληλα μιλάει με παρρησία και οξυδέρκεια για τον ελληνικό φασισμό, όπως ο Χ. Παπακαλιάτης στην πρόσφατη ταινία του. Την ταινία του Αλεξίου τη θυμίζει πάντως και η υπόπικρη θυμηδία του Ανκόρ.
 
Ωστόσο το Ανκόρ δεν είναι πολιτικό μυθιστόρημα, αλλά μια ιλαρή αφήγηση για τον θάνατο. Μια αφήγηση που επιδιώκει να μιλήσει ταυτόχρονα και για τον πραγματικό θάνατο και για τον φασισμό ως λατρεία του θανάτου. Στο κέντρο της ιλαρής αυτής αφήγησης βρίσκεται ο θάνατος, η κίνηση του διαβήτη της όμως περικλείει πολλές εκφάνσεις της ανθρώπινης κατάστασης καθώς και την ιστορική και κοινωνική συγκυρία. Επιπλέον, ο τόνος της αφήγησης παραμένει στέρεα αγκιστρωμένος στο ιοβόλο χιούμορ, επιμένει στο γέλιο και στις μικρές ομορφιές που καταπραΰνουν, επιμένει και στο γέλιο που θα θάψει τον φασισμό.
 
Αυτό που ωστόσο κάνει το Ανκόρ να ξεχωρίσει είναι ακριβώς η επιφάνεια πάνω στην οποία ακουμπάει το κέντρο του διαβήτη. Εκ των υστέρων πρόκειται για προφανή επιλογή, αλλά μόνον εκ των υστέρων: το μυθιστόρημα διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε νοσοκομείο. Ο αναγνώστης εισάγεται σε αυτό το νοσοκομείο (αφηγηματικά και μόνον, ευτυχώς) μέσω ενός ερωτευμένου ζευγαριού και παίρνει εξιτήριο από αυτό μέσα σε μια νεκροφόρα στον δρόμο για το νεκροταφείο.
 
Θέλω να σταθώ λίγο στη μαεστρία με την οποία κυλάει η ενδονοσοκομειακή αφήγηση. Το νοσοκομείο ως τόπος προσφέρεται για ευκολίες. Ωστόσο απουσιάζουν από το Ανκόρ οι εξιδανικεύσεις αλλά και ο τζάμπα νατουραλισμός, λείπουν οι θυμόσοφοι αναστεναγμοί και οι λυρισμοί ή ανάλαφρες καταστάσεις νοσοκομειακής σαπουνόπερας. Το νοσοκομείο στο μυθιστόρημα της Σουλτάτου είναι πεδίο μάχης αλλά, επιμένω, πεδίο μάχης ιλαρό: όλοι στο τέλος θα βγούμε ηττημένοι από τη μάχη με τον προσωπικό μας θάνατο. Όμως στο νοσοκομείο του Ανκόρ ταυτόχρονα θα ηττηθεί και θα εξευτελιστεί η λατρεία του θανάτου: ο φασισμός.
 
Μπορεί κανείς να συζητήσει διάφορα για τη σχέση μητέρας παιδιού, που διατρέχει τις σχέσεις των χαρακτήρων, για τους διακειμενικούς ακκισμούς, για τις λελογισμένες (ευτυχώς) δόσεις μαγικού ρεαλισμού, για την απουσία κεντρικού ήρωα (εκτός από τον ίδιο τον θάνατο), για τους ζωντανούς χαρακτήρες, για το πόσο αβίαστα ρέει η αφήγηση ακόμα και όταν όσα πραγματεύεται είναι βαριά. Αλλά η ανακάλυψη αυτών και άλλων επαφίεται στον αναγνώστη, όπως και άλλα σημαντικά που επαφίενται -- τελικά -- στον πατριωτισμό μας.
 
Γιατί λοιπόν "Ανκόρ"; Για το "λίγο ακόμα, λίγο ακόμα μαμά" που όλοι λαχταρούμε καθώς αγκιστρωνόμαστε στη ζωή, έστω και την αποστεγνωμένη ζωή πάνω στη νοσοκομειακή κλίνη. Αλλά "Ανκόρ" και για το ξανά και ξανά της στράτευσής μας απέναντι στον φασισμό.