• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
vi un laberinto roto (era Londres)
Πατρίδες
Sraosha | 14.03.2014 | 13:03
Από μικρός τρωγόμουνα να φύγω. Στα 15 μου έγραψα ένα ποίημα (από αυτά που έκαψα στην μπανιέρα του πατρικού μου, χρόνια μετά) με τίτλο 'Φυγή'. Δε με χώραγε το σπίτι, δε με χώραγε η Αθήνα, δε με χώραγε η Ελλάδα. Ή έτσι νόμιζα ο έρμος. Ξημεροβραδυαζόμουν πάνω από άτλαντες και χάρτες, έβλεπα road movies, δοκίμαζα φαγητά από αλλού.
 
Έψαχνα να μιλήσω με ξένους, να καταλάβω τι είναι ανθρώπινο και τι απλώς ελλαδικό: βρήκα έναν Σέρβο αγιογράφο, Κύπριους συμφοιτητές, έναν Άγγλο παπά πιτσιρικά και τη γυναίκα του, μια αμερικάνα ζωντοχήρα με παιδί που ήθελε να πηδηχτούμε, μια ομογενή κοπελιά που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στη Σαουδική Αραβία, έναν ελληνοαμερικανό συνομήλικο, έναν Ολλανδό χαουζά, τον ελληνορουμάνο κολλητό (τζίνιους), τον ελληνογαλλοτσέχο φίλο του (δημοσιογράφο), τον ελληνοπολωνό φίλο του (σούπερ καλλιτέχνης), τον ομογενή από Βουλγαρία φίλο του (μου χάρισε το δώρο του να διαβάζω κόμικ), μια Λονδρέζα που φασωθήκαμε: δύσκολα έβρισκες ξένους στην Αθήνα τότε.
 
Στον ύπνο μου έρχονταν (και έρχονται και θα έρχονται) ο Ταΰγετος, η Αλάσκα, ο λαβύρινθος που λέγεται μεγαλούπολη, η ησυχία του δάσους, το λοξό φως του Βερμέερ (αργότερα έμαθα κι άλλους), χώρες με τετράμηνους χειμώνες.
 
Τελειόφοιτος πήγα στη Γαλλία. Την επόμενη χρονιά στο Λονδίνο. Η άφιξη περιγράφεται εδώ:
... ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το 'κυριολεκτικά' μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: "Don't be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself."
 
Για χρόνια έλεγα ότι στην Αγγλία έγινα άνθρωπος. Όχι επειδή μού έδωσε τα φώτα του το κακομοιρονήσι, όποιος έχει ζήσει εκεί εκτός ελληνικών γκέτο έστω και 2 μήνες, ξέρει πολύ καλά τι εννοώ. Όχι μόνον επειδή επιτέλους έφυγα μακριά από όσα δε με χώραγαν. Έγινα άνθρωπος γιατί ξεκίνησα εκεί να μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου, όχι αυτό που οι άλλοι νόμιζαν ή περίμεναν από εμένα. Γιατί έμαθα ότι είμαστε αυτοί που είμαστε και τα υπόλοιπα είναι προσχήματα, δικαιολογίες και μεταμέλειες περιττές και μάταιες: με αυτό που είμαστε πρέπει να δουλέψουμε, όχι με την προσδοκία να γίνουμε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο.
 
Στην Αγγλία, μια εποχή που είχα βεβαιωθεί ότι δε θα επέστρεφα ποτέ στην Ελλάδα, ανοικοδόμησα τη δική μου Ελλάδα από το μηδέν. Μουσικά στην αρχή, με τις 'Εικόνες' της Βενετσάνου και με Τρύπες (τη 'Νύχτα των άλλων' και το 'Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι'). Μετά μαγειρεύοντας. Μετά ξαναδιαβάζοντας δειλά ποίηση και μυθιστόρημα ελληνικό (ας ειν' καλά η Ζ.). Μετά κάνοντας παρέα με Έλληνες που δεν ήταν Ελληνάρες της Αγγλίας, που δεν ήταν κωλόπαιδα Βου-Που-κι-απ'-αλλού με όλο το sense of entitlement της οικουμένης. Μετά αναπολώντας, βασανιστικά, ατέλειωτα, επώδυνα κι ατελώς την Αθήνα. Αυτό το τελευταίο ήτανε μια κόλαση σαν του πόθου: το μεσοδιάστημα μεταξύ όσων αναπολείς λιγάκι και όσων, μάταια ίσως, προσδοκάς κρυφά, το μεσοδιάστημα που κυρίως αντηχεί από την πλαστή νηνεμία μεταξύ τους.
 
Το Λονδίνο το ερωτεύτηκα. Το απομυθοποίησα όταν αντίκρυσα τη Βοστώνη: ένα Λονδίνο πιο καλά καμωμένο, αμερικάνικα φτιαγμένο (αλλά πολύ πιο πληκτικό). Στη Νέα Υόρκη το Λονδίνο το απολησμόνησα: αγόρασα κι ένα δαχτυλίδι όταν ξαναπήγα εκεί και είπα: "εδώ θα αποφασίσεις, με αυτό το δαχτυλίδι, να αλλάξεις τη ζωή σου". Έκανα έναν αρραβώνα μεταξύ του εαυτού μου και της ζωής μου. Και φόρεσα το δαχτυλίδι.
 
Στη Νέα Υόρκη δε θα ζήσω ποτέ. Το Λονδίνο το λέω ακόμα 'πατρίδα'. Όπως και την Ολλανδία των λίγων ευτυχισμένων εβδομάδων, σκορπισμένων εδώ κι εκεί. Την Ελλάδα την ξανάφτιαξα μέσα μου από την αρχή.
 
Αλλ' όμως άνθρωπος, λέει, έγινα στο Λονδίνο.
 
Από το μπλογκ Sraosha.