• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο μίτος και η πόλη 2
[Αγάπες]
Sraosha | 03.03.2014 | 00:01
Έβγαλε το iPod και φόρεσε τα ακουστικά κατεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά. Βρέθηκε στην είσοδο, άνοιξε την πόρτα, σφήνωσε τις ψείρες στα αυτιά. Ξεκλείδωσε την οθόνη και βρήκε μια σημείωση – μάλλον φερμένη στην επιφάνεια από τυχαία αγγίγματα της οθόνης αφής και ακούσια τριβή μέσα στο χέρι. Ήταν γραμμένη έναν χρόνο παρά μία μέρα πριν, ακριβώς: 23 Αυγούστου: Το δικό μου μικρομεσαίο Παρίσι. Και παρακάτω: Αγάπη για Αθήνα. Αγάπη για μη-ανθρώπους απλό γουσταρλίκι. ΝΥ Παρίσι Λονδίνο Άμστερνταμ Βαρκελώνη Κολωνία. Μάλιστα. Θυμήθηκε κάπως περί τίνος επρόκειτο.  Προσπαθούσε να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι δεν αγαπάμε πόλεις, παρά μόνον ανθρώπους. Ήθελε να υπενθυμίσει στον εαυτό του πού θα ήταν διατεθειμένος να μετοικήσει, τώρα που η μετανάστευση και τα ξένα ξαναγινόντουσαν μόδα. Την ίδια ώρα που ήταν ερωτευμένος και με πόλη και με άνθρωπο, τρελά, βασανιστικά και αμετάκλητα. Τουλάχιστον, ένα χρόνο παρά μία μέρα μετά, είχε υποχωρήσει το βασανιστικά, κάτι καινούργιο φαινότανε να αρχίζει. Ή, έστω, έτσι ήθελε να νιώθει. Έβαλε μπρος τη μουσική. Abbey Road, η λεγόμενη σουίτα. Και ξαφνικά όλη η γειτονιά του έγινε βίντεο κλιπ: το μαγαζί με τα κουτάβια, το καφέ, ο φούρνος, ο μανάβης, ο ψιλικατζής, ο Παρθενώνας πάνω από το τέλος του δρόμου να επιπλέει στον ουρανό μόλις και ακουμπώντας σε ταράτσες, κεραίες και κανα δυο ηλιακούς θερμοσίφωνες. Όλα έγιναν βίντεο κλιπ, ένα μπαλόνι με ήλιο Ντόρα η εξερευνήτρια να μετεωρίζεται πάνω από τους κάδους σκουπιδιών, τρισδιάστατα σμήνη περιστεριών στον αέρα να αλλάζουν αδιανόητους σχηματισμούς στον χώρο, τα δέντρα και τα σκυλιά, τα ημιφορτηγά των τεχνικών και τα συνεργεία. Όλα βίντεο κλιπ. Όλα. Σχεδόν χοροπηδώντας περπατούσε, προσπερνούσε απλώς σημειώνοντας την αμετακίνητη θέση τους στην πόλη και μέσα του ορόσημα ερώτων, γωνίες ραντεβού και αποχαιρετισμών, δρόμους που διέχισε με διαθέσεις ίσως όχι τόσο λαμπρές όπως η τωρινή αλλά σίγουρα πιο μαγεμένες και ιμερικές. Με σχετική ευκολία έδιωχνε την αίσθηση φιλιών που δεν πίστευε μέχρι να τα ζήσει ότι υπάρχουν, την αίσθηση ενός λεπτού χεριού να τον παιδεύει στην άκρη του δρόμου, τα χαμόγελα μακάριας αφοσίωσης που, βεβαίως, δε θα διαρκούσε και τόσο πολύ. Τη στάση του τραμ για μια σύντομη διαδρομή μέχρι το Σύνταγμα. Τη μετεωρολογική παραφωνία, όλο λάμψη και ευδία και καλοκαιρία της χαράς εκείνες τις ημέρες των δικηγόρων και του διαζυγίου. Όχι, όλα αυτά δεν τα σκεφτόταν και μόλις που τα θυμότανε κι ένιωθε πως δεν τα αισθανότανε καθόλου: ήταν καταβυθισμένος μέσα στο βίντεο κλιπ και συνεπαρμένος από την αγάπη της Καλλιρρόης.
 
Την αγαπάει αυτή την πόλη. Αυτό το πανέρμο δάσος από πρίσματα, πιο πυκνό από οποιοδήποτε άλλο δάσος της χώρας στην οποία φύτρωσε, πιο ψηλό και πιο απλωμένο και που υψώνεται όχι μόνον κατακόρυφα αλλά και προς τα μέσα, με κάθε πρίσμα του κούφιο και γεμάτο μικρούς λαβυρίνθους κοινόχρηστων χώρων και ιδιωτικών και διαδρόμους και δωμάτια κι ακάλυπτους κι εσωτερικές αυλές. Αλλά δεν την αγαπούνε ρε γαμώτο αυτήν την πόλη. Την πόλη που δεν κουράζονται να βρίζουν εντέχνως κι άτεχνα. Τη μόνη πόλη που τόσοι πολλοί έχουν αισθανθεί την ανάγκη να της τραγουδήσουν, ναι, να της τραγουδήσουν, τις ασχήμιες και τις μίζερες γωνιές, να τη βρίσουν περισπούδαστα και να διδάξουν στα σχολεία για τα τσιμεντένια κουτιά της και τους πολυσύχναστους απρόσωπους δρόμους της, λες και οι άλλες πόλεις του κόσμου είναι φτιαγμένες από λουλούδια, άνθη και κλαριά και μαλακά υλικά παπλωμάτων και μαξιλαριών. Αγαπάει αυτή την πόλη που κανένας δε θέλει να αγαπήσει με τίποτα, όσο και να το θέλει. Ε, αυτός δεν είχε πρόβλημα. Η Καλλιρρόης ήταν ο τόπος της ευφροσύνης.
 
Η Καλλιρρόης ξεκάθαρα υπήρξε ρέμα, και ξαναγίνεται όταν βρέξει πολύ. Από την κοίτη της ανηφόρισε προς την Ηλύσια ευθεία της Συγγρού, τη διέσχισε και πέρασε τα σύνορα για Κουκάκι. Άχρηστα μαγαζιά ένθεν και ένθεν: μια μουσική σκηνή χωμένη σε στενό, κλειδαράς, ενοικιάσεις αυτοκινήτων, τουριστικά εστιατόρια. Και ξάφνου στρίβεις δεξιά στον πεζόδρομο και διακτινίζεσαι από το Κουκάκι στην τουριστική Αθήνα, την Αθήνα που όλοι ξέρουν ότι θα έπρεπε να είναι η Αθήνα, την Αθήνα της Ακρόπολης και των επισκεπτών της, την πεζοδρομημένη με καφέ και μπαρ και γκρηκ φουντ ρέστωραντς, με κοσμήματα και καλαίσθητα σουβενίρ. Και το Μουσείο στα αριστερά. Το Μουσείο που δεν κουράζονται να βρίζουν εντέχνως κι άτεχνα. Το Μουσείο που ξεκίνησε σαν Παλλάδιο, έγινε οπερέττα, μετά προχώρησε στο στάδιο προνύμφης-χίμαιρας, που δεν ήταν έτοιμο για τους Ολυμπιακούς, που τόσοι πολλοί για τόσο διαφορετικούς λόγους έχουν αισθανθεί την ανάγκη να το βρίσουν: γιατί ένας ανάξιος πρωθυπουργός και τότε υπουργός Πολιτισμού το στελέχωσε με τους δικούς του σφαιριδοφόρους, γιατί ανταγωνίζεται τον Παρθενώνα, γιατί είναι σαν εμπορικό κέντρο, γιατί δε μοιάζει μ' εκείνα τα σχέδια που τελικά δε χτίστηκαν, γιατί έχει γωνίες, γιατί είναι άσχημο απ’ έξω, γιατί είναι απρόσωπο από μέσα, γιατί απείλησε να εκκαθαρίσει όλο το οικοδομικό τετράγωνο, γιατί δεν κατάφερε να ισοπεδώσει όσα του κόβουνε τη θέα. Λες και στις άλλες πόλεις του κόσμου τα μουσεία είναι κομψά αρχιτεκτονικά κοσμήματα. Κι όμως, κοιτώντας αριστερά, κοιτώντας τη γωνία του μουσείου, τη γωνία που μοιάζει με μπετονένια βάφλα ανάμεσα στα δέντρα, κομψό κόσμημα του φάνηκε. Κομψότερο από ό,τι έχουνε να πουλήσουν τα τουριστικά κοσμηματοπωλεία του πεζοδρόμου. Ακόμα και από κάτι πέταλα αναπεπταμένα κομψότερο, ίσως: μόνο που εκείνα είχαν το προνόμιο της σάρκας που ανθίζει, ενώ αυτό το κόσμημα, το αρχιτεκτονικό, δεν παύει να είναι σκυρόδεμα, υλικό αδρανές, καλουπωμένο όλο γωνίες.
 
Κάθε φορά που ανηφόριζε τον λιθόστρωτο πεζόδρομο για να βγει στο κέντρο κοίταγε τον κόσμο, τουρίστες κυρίως, να κάθονται στα καφέ, στις ταβέρνες, στο μπαρ Old School όπου μια νύχτα ήπιε τις πιο ευφρόσυνες μαργαρίτες της ζωής του, δύο απανωτές, τις μαργαρίτες μιας μεγάλης προσδοκίας στην αρχή μιας ατελείωτης βραδιάς. Χαμογέλασε χαζά, μηχανικά, από αντανακλαστικό. Πρόσεξε αυτή τη φορά τους σουβενιράδες, να στέκονται στις μισάνοιχτες πόρτες των μαγαζιών τους. Σαν να παραμονεύανε. Δεν έβγαιναν εντελώς έξω, για να μην τους χτυπάει ολότελα η ζέστη, να νιώθουνε τον κλιματισμό του μαγαζιού στην πλάτη, να μην είναι σαν πουτάνες μεξικάνες του Καρτιέ-Μπρεσόν. Ούτε κλείνονταν πίσω από την τζαμένια πόρτα, ώστε να τους βλέπει ο πελάτης έτοιμους να τον καλωσορίσουν, με την πόρτα μισάνοιχτη, με τους ίδιους στο κατώφλι του μαγαζιού: να μην κορνιζάρονται πίσω από τη τζαμαρία σαν τις πουτάνες στο Άμστερνταμ, σαν τη μία και μόνη αγορασμένη γυναίκα, που του ζήτησε 50, που του πήρε 100 και τον τέλειωσε ενώ κοιτούσε τα πλακάκια στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι να γυαλίζουν στο φούξια ημίφως αποκαλύπτοντας αποτυπώματα ξένων παλαμών και τον τελείωσε πριν να καταλάβει τι γινόταν και, όχι, το σκανκ και οι πέντε γενίβερ δεν τον επιβράδυναν τότε, ατμός τα 100 ευρώ, εξαχνώθηκε το πράσινο κοινό χαρτονόμισμα, τον έδιωξε η ψηλή αλόγα θεά χαμογελώντας κι απαλά και άκουσε πίσω του την τζαμόπορτα να κλείνει. Οι σουβενιράδες βεβαίως, καμμία σχέση με την Γιόνκε ή Γιόνκα ή Γουόνκα ή πώς την έλεγαν. Οι σουβενιράδες είναι η ψυχή της πόλης, οι φύλακές της, η ψυχή κάθε πόλης. Την ξέρουν καλύτερα από όλους, δουλεύουνε στο κέντρο της και στους τουριστικούς της δρόμους: Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο, Ρώμη, Πόλη, Δηλαδή έτσι θα  ’ναι, αυτός μόνον Αθήνα, Άμστερνταμ και Βερολίνο ξέρει – δεν έχει πάει κι αλλού: Άμστερνταμ όταν χώρισε, Βερολίνο όταν παντρεύτηκε κι έμειναν στο NH Friedrichstrasse και του έλεγε η Μίνα ότι πήγε και διάλεξε το πιο απρόσωπο, το πιο μουντό κι απρόσωπο ξενοδοχείο στο Βερολίνο, μα το Βερολίνο δε φημίζεται για τα ξενοδοχεία του, το λέει κι ο οδηγός, κι είναι πάνω στον σιδηροδρομικό σταθμό. Ακριβώς αυτό εννοούσε η Μίνα, ένα ξενοδοχείο για μπίζνες, για μπίζνες κάθε είδους, την είδε τη βυζαρού πουτάνα με τα διχτυωτά και τις άσπρες μπότες όταν γύριζαν το βράδυ; Και βέβαια την είχε δει, αστειευόταν, νιόπαντρος ήταν, όχι στραβός, αλλά η Μίνα δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Κι εκείνος πότε πικραινόταν, πότε κατηγορούσε τον εαυτό του που δεν το έψαξε, πότε αγανακτούσε, πότε αγχωνότανε γιατί ο γάμος για τις γυναίκες είναι οιωνός κι όχι τελετή, και κάπως έτσι και το ταξίδι του μέλιτος, δεν τις καταλάβαινε καθόλου τις γυναίκες αλλά τις αγαπούσε, τις αγαπάει, αγαπάει που παραμένουν άνθρωποι ενώ είναι οι αράπηδες και σκλάβοι της οικουμένης. Αγαπάει τις κοιλιές και τις ρώγες και τις πλάτες και τις ματιές και τα αστεία τους και τη συστολή της κοινωνίας και το θάρρος το δικό τους -- κι ας μην τις καταλαβαίνει.
 
Οι σουβενιράδες δουλεύουνε στο κέντρο της πόλης αλλά δε βλέπουνε την πόλη, βλέπουνε τους επισκέπτες της και με αυτούς δουλεύουν. Μιλάνε ό,τι γλώσσα τους πετάξεις. Ανήκουνε στην πόλη αλλά στην πόλη όπως τη ζουν οι επισκέπτες, οι τουρίστες. Και στην πελατεία τους προσφέρουν ό,τι νομίζει εκείνη πως έχει να τους προσφέρει η πόλη. Στο Άμστερνταμ πούλαγαν μπλουζάκι με χασισόφυλλα, λες κι έχει φυτείες εκεί, στο Βερολίνο τα ανατολικοβερολινέζικα ανθρωπάκια των φαναριών. Στην Αθήνα πουλάνε τον Αχιλλέα του Αχίλλειου, μπρούτζινο και γυμνό πάνω στο άρμα του, με τη ρόδα που δε γυρίζει. Άφησε το μάτι του να ξεκουραστεί ολόγυρα. Ωραίες γυναίκες, που δεν ανήκουν σε αυτή την πόλη αλλά να, την περπατάνε. Η Ακρόπολη, ένα κάστρο. Δέντρα. Πόσα δέντρα έχει αυτή η πόλη. Δεν έχει πάρκα αλλά έχει δέντρα, δέντρα κατά μήκος δρόμων. Κανείς δεν τα προσέχει. Υπάρχουν όμως.