• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο μίτος και η πόλη 1
[Γρέζια]
Sraosha | 17.02.2014 | 00:01
Από την τόση καύλα, ο ύπνος του ήταν ελαφρύς και σύντομος. Με το πρώτο φως που πέρασε μέσα από τα μισάνοιχτα αθηναϊκά πατζούρια και τις επίτηδες χοντρές κουρτίνες, αναδεύτηκε. Από αυτά τα ξύλινα πατζούρια σε τέσσερα φύλλα, που το μάνταλό τους τρίζει καθώς το γυρίζεις προς τα σένα, ώστε ο γάντζος να μαγκώσει στο καυλιτζάκι το στερεωμένο στο μαρμάρινο κατώφλι και το ίδιο το μάνταλο να πέσει μέσα στη μεταλλική υποδοχή, πατζούρια που έχουνε τριφτεί κι έχουνε βαφτεί ξανά και ξανά τα τελευταία τριάντα και σαράντα χρόνια. Με λεπτές γρίλιες μέσα από τις οποίες περνάνε τα γρέζια του φωτός. Ο ύπνος του ράγισε. Θα πάλευε με το ανίκητο αλλά μισητό φως του ήλιου για λίγο ακόμα. Θα του γύριζε την πλάτη. Θα κάλυπτε τα μάτια με τις παλάμες, ίσα ίσα να μη ζεσταίνεται πολύ. Θα φούσκωνε το μαξιλάρι, καταδικασμένο ανάχωμα απέναντι στην πλημμυρίδα του πρωινού φωτός. Στο τέλος θα τον ξύπναγε ο ίδιος του ο πούτσος, απαιτητικός, σχεδόν πονώντας από τον βρασμό, αδιάφορος για έρωτα, για πάθος ή για λαγνεία: θέλοντας τα δικά του.
 
Άνοιξε τα μάτια. Το δωμάτιο θα έμοιαζε απόκοσμα όμορφο αν δε νύσταζε τόσο. Θα μπορούσε να σηκωθεί να κλείσει τελείως τα πατζούρια και να ελπίσει ότι μπορεί να κοιμηθεί λίγο ακόμα – τι πιο γλυκό από τον πρωινό ύπνο. Αλλά ήξερε ότι δε θα τον άφηνε η ανυπόφορη και επιτακτική καύλα: από μια ηλικία και μετά οι μικρές ψευδαισθήσεις, αυτές κυρίως, εξαχνώνονται. Η εύκολη λύση θα ήταν να την παίξει και να ξανακοιμηθεί. Έβαλε το αριστερό του χέρι ανάμεσα στα πόδια του και το δεξί πάνω στον λεβιέ ταχυτήτων. Σκέφτηκε χωρίς ιδιαίτερο κόπο αυτή που μπορεί να τον κάνει να καυλώνει και μόνο που θα τη σκεφτεί. Δηλαδή τη μία από τις δυο τους. Δηλαδή αυτή που δεν τον καυλώνει απλώς. Σκέφτηκε κάτι απλό, το χαμογελαστό στόμα της, τα χείλια του μουνιού της όρτσα, την πλάτη της. Το κορμί ανταποκρίθηκε ολόκληρο, το χέρι του έσφιξε εκεί που έπρεπε και όσο έπρεπε, αλλά ο κυβερνήτης του σύντομα εγκατέλειψε τους ελιγμούς. Ήθελε τελικά να τον συντροφεύει η καύλα, το ανεκπλήρωτο, το βούισμα που κινεί τους άντρες, να του υπενθυμίζει διαρκώς όλη τη μέρα – που δεν προβλεπόταν ζεστή, άκουσε χτες βράδυ – ότι δεν είναι νόηση, δεν είναι δουλειά, δεν είναι στομάχι, δεν είναι μάτια, δεν είναι μνήμες, δεν είναι ελπίδες και προσδοκίες, δεν είναι μόνο χέρια – ότι είναι ένα ζωντανό σώμα, ότι είναι άντρας ζωντανός που ζει μέσα σε μια ζωντανή πόλη. Προσποιήθηκε ότι τον παρηγόρησε αυτή η σκέψη, η παραίτηση από τη σπουδαία ανακούφιση της μαλακίας. Έκανε τάχα μου πως κοιμάται, με τα βλέφαρα ερμητικά κλειστά, σαν σε παιδικό πείσμα για ύπνο. Τελικά σηκώθηκε, άνοιξε τις κουρτίνες, παραμέρισε τα πατζούρια βγάζοντας μικρή κραυγή βρικόλακα που σβήνει καιόμενος. Το δέντρο κι ο ακάλυπτος τον χαιρέτησαν, τα μανταλάκια της άγνωστης διπλανής ακούγονταν καθώς τα ελατήριά τους εκτονώνονταν με ρυθμό απλώματος μπουγάδας, ο χοντρός κύριος πάνω δεξιά με το φανελάκι διαρκείας που ακούει Μπαγιαντέρα μέσα στη νύχτα έξυσε τη μασχάλη σαν κορμοράνος και ξαναμπήκε μέσα. Οι ρουμάνοι τσιγάριζαν κρεμμύδι, το ραδιόφωνο των ρώσων στο ισόγειο της απέναντι πολυκατοικίας έπαιζε ΕΡΑ2. Η ώρα ήταν εφτάμιση το πρωί. Από την πρόσοψη που κοίταζε στον δρόμο, στην άλλη άκρη του διαμερίσματος, στριγκό μούγκρισμα από μηχανάκι. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν έπρεπε να μπει στο ντουζ. Ντροπαλά, σαν να ήταν ακόμα παντρεμένος, σήκωσε τη μασχάλη του και τη μύρισε. Εντάξει, την έπιανε τη βάση. Έξω είχε απλώσει το προηγούμενο βράδυ το μπλουζάκι να στεγνώσει, να αεριστεί μάλλον, να φύγει η τσιγαρίλα και όποιο ίχνος ιδρώτα. Το μάζεψε, ένα από τα μανταλάκια έπεσε. Το παρακολουθούσε καθώς έπεφτε και ξεμάκραινε επιταχύνοντας ομαλά: κανένας βενζινοκινητήρας, ούτε καν οι ηλεκτροκινητήρες του μετρό, δε θα δώσουνε ποτέ τέτοια ωραία επιτάχυνση, τόσο σένια, τόσο κομψή, όσο η βαρύτητα. Το μανταλάκι έσκασε κάτω στον ακάλυπτο με τον κούφιο ήχο του ξύλου, σχεδόν είδε το ελατήριό του να εκσφενδονίζεται προς την πλευρά από όπου ακουγόταν η ΕΡΑ2. Το κεφάλι της διπλανής έσκυψε στιγμιαία πάνω από τα κάγκελα, μαλλί ξανθό εναλλακτικής έντεχνης τραγουδίστριας, αλλά νιώθοντας την παρουσία του τραβήχτηκε πάραυτα πίσω από το ημιδιαφανές τζάμι που διχοτομούσε άνισα το μπαλκόνι: της διπλανής ήτανε πολύ φαρδύτερο, αφού το διαμέρισμά της δεν έβγαζε στην πρόσοψη.
 
Μπήκε μέσα. Το μπλουζάκι είχε ξεμυρίσει. Το φόρεσε. Θυμήθηκε πόσο αταίριαστα αλλά αποτελεσματικά έσμιγαν σε ένα άρωμα ο ιδρώτας της, τα υγρά του μουνιού της κι η μυρωδιά του νάυλον της κυλότας. Ξανασκλήρυνε αλλά έμεινε σταθερός στην απόφασή του να πάρει την καύλα μαζί του για ολόκληρη τη μέρα.
 
Αλλά, βεβαίως, η καύλα σε πάει όπου θέλει αυτή. Φόρεσε το παντελόνι και πήγε στην κουζίνα να πιει νερό και να φάει πρωινό αλλά αυτή υπαγόρευε τα δικά της. Σκεφτόταν ότι – αν πιστέψει αυτά που λέγαν οι παλιοί – γενιές ζευγαριών το έκαναν και τεκνοποιούσαν χωρίς οι μεν να έχουνε περιεργαστεί, έστω και να έχουν παρατηρήσει και εξετάσει από κοντά, τα απόκρυφα των δε. «Από τη μέση και κάτω», που λένε, και τα λοιπά. Θυμόταν ότι κάπου διάβασε κάποιον παλιό να ισχυρίζεται ότι μόνον οι πούστηδες θα έγλειφαν μια τρύπα που ματώνει. Οι πούστηδες; Τέλος πάντων (συνέχισε τον συλλογισμό του ενώ η ιδιότυπη τοπική καούρα που τα αμερικανάκια λένε blue balls του σιγόψηνε τα αρχίδια) από αυτήν την άποψη το εξηνταεννιά είναι ανώτερο από το κανονικό σεξ. Όχι μόνο για το εμβληματικά φαντασιακό και συμβολικό του στάτους, που πια μόνον δεκαπεντάχρονους πρέπει να συγκινεί, παρά γιατί σε αναγκάζει να ασχοληθείς καταπρόσωπο με την πηγή του πόθου σου. Να δεις και να πάρεις στο στόμα σου ό,τι ποθείς ή – τουλάχιστον – ό,τι σε ξεφουντώνει, ολοζώντανο και πρησμένο. Μοσχομυριστό. Και μάλιστα με όρους αμοιβαιότητας. Αν έκρινε από δέκα χρόνια έγγαμου βίου, αμοιβαιότητα μόνον από το εξηνταεννιά , δηλαδή.

Στο ψυγείο χυμός, φέτα, γάλα. Ήπιε λίγο γάλα. Ήταν ξινισμένο ή έφταιγε το στόμα του που ήτανε παπούτσι από χτες; Κάτι παξιμάδια κριθαρένια στο ντουλάπι. Τόνος. Τορτελίνια. Σαρδέλες. Πίσω στο ψυγείο μια σοκολάτα γάλακτος Ίον. Μισό μπουκάλι ροζέ ταπωμένο με τον μισοδιαλυμένο φελλό του. Βγήκε στο χωλ, φόρεσε κάτι σαγιονάρες που ακόμα είχαν άμμο και ξεκλείδωσε. Πέντε ευρώ στην τσέπη.
 
Το διαμέρισμα, στο οποίο κατέφυγε μετά το διαζύγιο, το είχε πάρει σχετικά φτηνό. Του έλεγαν να πάρει δάνειο και να βάλει τα λεφτά από το κτήμα για προκαταβολή, να πάει να αγοράσει κάπου ωραία, έλεγαν τότε: Αγία Παρασκευή, Χαλάνδρι, Γλυφάδα, Βούλα, Βύρωνα, μαλακίες. Χωριά πολυτελείας που εφάπτονται πάνω στην πόλη. Βρήκε αυτό. Αυτό ήθελε. Εκεί όπου το ήθελε. Μέσα στην πόλη. Θα πήγαινε Εξάρχεια, αλλά δεν έχει συγκοινωνίες. Το Κουκάκι κι η Κυψέλη πνιγμένα. Ο Νέος Κόσμος ασυνάρτητος. Τα Πατήσια ναυαγισμένα για τις επόμενες δεκαετίες. Ήρθε λοιπόν εδώ. Ούτε οι ντόπιοι δεν ξέρουνε καλά καλά το όνομα της γειτονιάς, τους ρωτάς πού μένουν και σου λένε τον σταθμό του μετρό. Αλλά όταν βγεις από την πολυκατοικία και περπατήσεις εννέα βήματα, βλέπεις να μετεωρίζεται μπροστά σου η Ακρόπολη πάνω από ηλιακούς θερμοσίφωνες, κεραίες και στέγες. Ε, άντε και γαμηθείτε, προάστεια. Άντε και γαμηθείτε. Ο γάμος, το γαμώτο και τα γαμωτοκερατίδια, το γαμήσι. Εντάξει, από δεκαεφτά χρονών το κατάλαβε καλά. Για κάποιους το σεξ ήταν εύκολο. Όχι απαραίτητα καλό, παρηγοριόταν, αλλά εύκολο. Οι φίλοι στο σχολείο που πήγαιναν μπουρδελότσαρκες. Οι συμφοιτητές που με τρεις ματιές και δυο ποτά κατέληγαν να καταπονούνε ρυθμικά τα χωρίσματα στις τουαλέτες των κλαμπ, γραπωμένοι από βυζάρες. Τα φιλαράκια στον στρατό που ξεγέλαγαν, έτσι νόμιζαν, γκασμαδούλες αλλήθωρες και ξανθές γκατζόλες και πισόβαρες μποχάλες. Χωρίς ντροπές και αν. Οι φίλοι και τα ξαδέρφια που γαμούσαν εύκολα, που κόλλαγαν εύκολα και παντού, που ξεκόλλαγαν εύκολα (με ένα τηλεφώνημα, ένα μήνυμα, δυο κουβέντες μετρημένες). Που έκαναν παιχνίδι. Που ήξεραν να μη δίνονται πολύ και να καψουρεύονται τόσο όσο χρειάζεται. Που έτρωγαν άφοβα τοξικές χυλόπιτες. Για κάποιους το σεξ είναι εύκολο. Όχι βεβαίως για τον ίδιο. Αλλά είναι καλό, παρηγοριέται. Καθόλου εύκολο, όμως. Και πολύ δυσεύρετο εσχάτως, μετά το διαζύγιο, στη νέα εποχή.
 
Μπήκε στον φούρνο, κοίταξε την ωραία φουρνάρισσα κι απέστρεψε το βλέμμα του ευθύς, ζήτησε μια μπουγάτσα («ναι μωρή μαλάκω, τη μπουγατσούπολή σας μέσα, ‘μπουγάτσα’ σημαίνει μόνο με κρέμα»: σχηματικοί τοπικισμοί μέσα στον έγγαμο βίο που έπαψαν να έχουνε πλάκα πολύ πριν πάψει ο ίδιος ο έγγαμος βίος). Στο καφέ απέναντι, φρέντο με ολίγη. Ναι, καπουτσίνο. Όχι εσπρέσσο, καπουτσίνο. Κοίταξε γύρω του. Ο μυστηριώδης γείτονας με τον φραπέ του. Κάτι υπάλληλοι της εταιρείας από πάνω που έπιναν τον πρώτο καφέ. Κανείς άλλος. Πολύ νωρίς. Αλλά Παρασκευή είναι, εντάξει.
 
Πλήρωσε τον καφέ και ανέβηκε τελικά στο σπίτι. Άνοιξε το πατζούρι (τα ρολά θέλουν επισκευή ή και άλλαγμα), πήγε στην κουζίνα, έβαλε την μπουγάτσα μαζί με τη χάρτινη σακούλα της σε ένα πιάτο και κάθησε στο μπαλκόνι ανάμεσα στα φυτά, τα αγαπημένα του φυτά. Απέναντι οι φοιτήτριες είχαν τα πατζούρια κλειστά. Πρωί είναι ακόμα. Μπουκιά με γουλιά, η πίκρα του κρύου καφέ εναλλασσόταν προβλέψιμα και πολύ ευχάριστα με τη ζεστή κρεμώδη γλύκα της μπουγάτσας. Θυμήθηκε ένα άλλο μπαλκόνι, κάπου μακριά. Θυμάται καφέ και γλυκό μετά από μισοκοιμισμένο πήδημα την ώρα που ξύπναγε, όλο σεμνά γέλια και μια αίσθηση απεραντοσύνης και απλότητας. In the haze of the afterglow, που έλεγε και κάποιο τραγουδάκι της εφηβείας του. Το σεξ έδινε νόημα στις πιο απλές κινήσεις μετά, μετά το γαμήσι όλα είχαν απλότητα και χάρη και κάποιο περιεχόμενο. Ίσως ο έρωτας, όχι το σεξ, έδινε νόημα και στα πιο μικρά ευτελή πράγματα. Σε όλα όσα ξεχνιούνται για να ανακληθούν απότομα μια Παρασκευή πρωί, χωρίς λόγο, ενώ αρχίζει μια μέρα μάλλον λαμπρή και όχι πολύ ζεστή, απ’ ό,τι φαίνεται. Σε κάθε περίπτωση, καλά ήταν. Τέλος πάντων.
 
Καθισμένος στο μπαλκόνι αναρωτιόταν αν έπρεπε να πάρει το μετρό για το κέντρο ή αν θα μπορούσε να περπατήσει την απόσταση χωρίς να γίνει μουσκίδι στον ιδρώτα. Θα προτιμούσε να περπατήσει. Είπε τελικά να πάρει μια απόφαση λίγο πιο γενναία από ό,τι συνήθως. Μπήκε στο μπάνιο κι άνοιξε το νερό. Αν και καλοκαίρι, χωρίς θερμοσίφωνα το ντους ήταν ψυχρολουσία, κατασταλτική και της καύλας, δεν πειράζει. Τελευταία στιγμή τράβηξε το τηλέφωνο μακριά από το κεφάλι: δεν υπήρχε κανένας λόγος να λουστεί. Έτρεμε στην επαφή με το νερό, μετά φαντάστηκε ότι είναι ντουζάκι μετά τη θάλασσα και κάπως συνήρθε. Σαπουνίστηκε καλά τραγουδώντας quam olim Abrahae promisisti et semini eius, κάνοντας κουτσά στραβά και φάλτσα όλες τις φωνές μόνος του. Του πέρασε η σκέψη να τα μουτζώσει όλα, να πάρει το τραμ και να πάει στη θάλασσα, σε κάποια παραλία. Μετά σκέφτηκε την ολόπλευρη έκθεση στο φως, την αλμύρα μετά, τον κόσμο, τις φωνές και τις τσιρίδες. Σκέφτηκε τα κινητά να χτυπάνε, τις ρακέτες να αδημονούν καθώς παρεμβάλλεσαι ανάμεσά τους. Τους στυφούς φραπέδες. Το θολό νερό στη θάλασσα. Καλύτερα στην πόλη. Ω καλύτερα στην πόλη. Χίλιες φορές καλύτερα στην πόλη, αφού δε βρίσκεται τώρα κάποια μακρινή ερημιά.
 
Στέγνωσε το σώμα του με την πετσέτα πολύ προσεχτικά, έσπευσε στο υπνοδωμάτιο, σήκωσε το αθλιόμπλουζο από το πάτωμα και το εκσφενδόνισε στα άπλυτα. Φόρεσε ένα πουκάμισο κοντομάνικο και καινούργιο παντελόνι, πιο ταιριαστά με την περίσταση. Μετά βγήκε έξω στη ζέστη.