• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Χρήστος Μποκόρος: Το Ψηλογέφυρο
Μανόλης Σαββίδης | 20.05.2014 | 23:32
Κυριακή των εκλογών στο Αγρίνιο, κι ενώ ξημέρωνε συννεφιασμένο το μυαλό μου κι ο καιρός, προχωρώντας η μέρα έγινε λαμπερή και ηλιόλουστη. Είπα να πάρω τα παιδιά να πάμε στο χωράφι, να τους δείξω τον παιδικό μου παράδεισο. Αυτή τη φορά δέχτηκε παραδόξως κι η μητέρα μου να 'ρθει. Βαρυκίνητη τον τελευταίο καιρό, αρνιόταν, είχε χρόνια να το 'δει. Με το που ξεκινούσαμε ήρθε εκτάκτως κι ο παιδικός μου φίλος, ο Γιώργος Γαλανόπουλος. Από την πρώτη του δημοτικού στο ίδιο θρανίο. Για δες τι σύμπτωση! Του λέω: "πάμε πέρα;" ―πέρα το λέγαμε― και πήγαμε όλοι μαζί. Κοντά στο Ψηλογέφυρο, πριν τη Μεγάλη Χώρα, το Ζαπάντι.
 
 
...σπαρμένο το λιβάδι τριφυλλάκι, και ο περίβολος του κήπου με τα λιγούστρα και τα κυπαρίσσια, το πεύκο, τις ακακίες, τις μουριές, ο φοίνικας που έμεινε, κρυμμένος, δίπλα στη μάντρα οι κορομηλιές. Δάσος, παρατημένο, χέρσο. Χρόνια φευγάτοι. Πρόπερσι έβαλε η αδελφή μου η Πιπίνα με τον Νίκο ανθρώπους και το καθαρίσανε απ' τα ξερά και τα αγριεμένα. Συμμορφώθηκε κάπως.
 
 
...ήτανε τα λιγούστρα ένα χαμηλό παρτέρι γύρω απ' τον κήπο. Τα κορφολογούσαμε για πρασινάδα στο ανθοπωλείο της μαμάς. Τώρα δεκάμετρα! φτάσαν τις γέρικες μουριές! και πάνω από δυό φορές το ύψος τους τα κυπαρίσσια πίσω. Λεπτά κλαράκια, του μέτρου κι ούτε καν, τα είχαμε φυτέψει.
 
 
... ακόμα δεν το πιστεύω. Αυτά τα ψηλά δέντρα ήτανε κάποτε θάμνοι, ένας φράχτης χαμηλός, περίβολος του κήπου, μαζί με συρματόπλεγμα, να προστατεύουν απ' τα ζώα και τον αέρα τα ευαίσθητα φυτώρια και τα λουλούδια που καλλιεργούσαμε 'κεί μέσα. Κι εγώ ήμουνα μικρός σαν τα παιδιά ή άντε λίγο μεγαλύτερος.
 
 
...πίσω απ' τα κλαδιά της δάφνης και μιας συκιάς είναι ο χοντρός κορμός του πεύκου. Πιό πίσω, ο διπλός, είναι του πρώτου μου κυπαρισσιού κι αριστερά, βαθύσκιο πιά, το λιγουστράκι της γωνίας του κήπου. Είχε ανοίξει τον πρώτο λάκκο ο πατέρας μου, ο κυρ Θωμάς, και κράταγε ένα δεματάκι από λιανά κλαδάκια. Ξεχώρισε ένα, μου το δίνει και μου λέει: "έλα να φυτέψεις το πρώτο σου δέντρο". Μου έδειξε πως να το βάλω και πως να σκεπάσω τη ρίζα του με χώμα, να το πατήσω δυνατά γύρω γύρω με τα πόδια μου, να φέρω τον κουβά με το νερό να το ποτίσω. Ανάμεσα στα κυπαρίσσια που έβαλε έπειτα στη σειρά για να μεγαλώσουν και να φράξουν τον αέρα, ήτανε μπερδεμένο κι ένα πεύκο. "Διάλεξε" μου 'πε "όπου θέλεις, να το βάλουμε κι αυτό". Το έβαλα εκεί, ανάμεσα στο πρώτο κυπαρίσσι και τη στέρνα.
 
 
...η αυλή του μονόχωρου σπιτιού που βολευόμασταν όσο καλλιεργούσαμε καπνό τα καλοκαίρια. Αριστερά στο ξέφωτο ήταν ο κορμός της μεγάλης μουριάς με τα μακρυά κλαδιά που μαζί μ' αυτήν που έμεινε, κάνανε έναν γενναίο και δροσερό ίσκιο. Εκεί από κάτω αρμαθιάζαμε τα φύλλα του καπνού καθισμένοι οκλαδόν γύρω απ' τους σωρούς της καθημερινής συγκομιδής. Όταν τελειώναμε το απόγευμα, μας έδινε η μάνα μας από μια σκούπα να σκουπίσουμε το χώμα από τη σκόνη και να ραντίσουμε ελαφρά ύστερα με νερό ώστε να μείνει πατημένο, καθαρό...το χώμα.
 
 
...δίπλα στο ερείπιο πια σπιτάκι που μύριζε μέσα ασβέστη, ξύλο, σκουριά και λιναρόσπαγγο απέμεινε σαν τότε κοντούλα, η νερατζούλα η φουντωτή. Σκαρφάλωνα στα κλαδιά της και μάζευα δίς του έτους τα νεράτζια. Πράσινα την άνοιξη και κίτρινα το φθινόπωρο για να τα κάνει η κυρα Γεωργία, η μητέρα μου, το αγαπημένο γλυκόπικρο έδεσμα. Παραδίπλα της ήτανε και η βυσινιά μας, Λεπτή εκείνη κι αεράτη, διάφανη. Ανέβαινα σε μια ξύλινη τρίποδη σκάλα ―δεν με άντεχαν τα κλαδιά της― να μαζέψω τα βύσινα για το γλυκό σερβιρισμένο στο γυάλινο πιατάκι και τη δροσερόξινη βυσινάδα. Ακόμα τα φτιάχνει...
 
 
...φεύγοντας απ' το χωράφι, είπα να περάσουμε κι απ' το Ψηλογέφυρο. Να δείξω κι αυτόν τον μυθικό μου τόπο στα παιδιά. Φτάσαμε αλλά δεν υπήρχαν τα μεγάλα πλατάνια. Το γεφύρι ήταν στρωμένο με μια πρόχειρη άσφαλτο, δεν ξεχώριζε παρά ένα ελαφρύ σαμαράκι στο δρόμο. Σκονισμένο, το πεζούλι στο πλάϊ του κακοσοβαντισμένο, δεν φαίνονταν καν οι πέτρες και το αρμολόϊ τους. Χωμένο ασφυκτικά μέσα σε καλαμιές και μπάζα. Έσκυψα να δω. Βρωμούσαν μαύρα τα νερά από κάτω και έτρεχε μια χοντρή σωλήνα παράλληλη στο τόξο. Γελούσαν τα παιδιά: "Αυτό είν' το ψηλογέφυρο; Μα δεν είναι καν ψηλό. Ούτε που φαίνεται γεφύρι". Ντράπηκα. Έκρυψα τη μηχανή. Τι να φωτογραφίσω; γυρίσαμε πίσω... έψαξα και βρήκα αυτή τη φωτογραφία απ' το αρχείο του πατέρα μου, που είχα σχολιάσει παλιότερα αλλά η πραγματικότητα ήτανε τώρα πιά απελπιστικά χειρότερη. Κι έπρεπε να ψηφίσω και δημοτική αυτοδιοίκηση...

"Το ψηλογέφυρο, στο δρόμο απ’ τ’ Αγρίνιο για τη Μεγάλη Χώρα, φωτογραφημένο μάλλον πριν το 1940. Κάπως έτσι το θυμάμαι και στη δεκαετία του ’60, πριν από την ανάπτυξη της πόλης. Φύσαγε πάντα ένα αεράκι εκεί κι είχε μία ανέλπιστα ανακουφιστική δροσιά μέσα στη σκόνη και στο κάμα του καμπίσιου καλοκαιριού, που ίδρωνε τα γύρω καπνοχώραφα κι ωρίμαζε τα σκάμνα, τα σύκα, τα σταφύλια, τα καπνά και μιαν ασυνείδητη επιθυμία να φύγουμε γι’ αλλού. Κελάρυζε ακόμη τότε καθαρό νερό κάτω απ’ το βαθύ ίσκιο των δυο μεγάλων πλατάνων, φορτωμένων με κελαηδισμούς πουλιών, πάνω απ’ τα βατράχια που μαζί με την επιμονή των τζιτζικιών συγκρατούσαν το ίσο του ψαλμού. Με το που πέρναγες το γεφύρι, ένα ασβεστωμένο τοσοδά καφενεδάκι έδινε καφέ, ουζάκι ή καν’ αναψυκτικό δροσερό, όταν είχε πάγο. Δυο τρία τραπεζάκια μέσα και δυο έξω, μόνο. Το κράταγε ο πατέρας Μπαρχαμπάς. Οι αγωγιάτες σταματούσαν κι άφηναν παραδίπλα τα σκονισμένα κάρα τους με τα άλογα λαχανιασμένα να ξαποστάσουν και να δροσιστούν. Τα τάιζαν κάποιες φορές κριθάρι ή άχυρο μέσα σε σακούλια που κρεμούσαν μπροστά στο στόμα τους κι έτρωγαν, σάμπως κρυφά, λοξοκοιτώντας. Πρώτη φορά που μπήκα διστακτικός, μικρό παιδί, είδα, δεξιά μου στον μέσα τοίχο, ζωγραφισμένη μια γοργόνα. Άστραφταν λαμπερά σαν ιδρωμένα τα φωτεινά της χρώματα στον παλίμψηστο ασβέστη, μαγεύτηκα· ούτε που τόλμησα να ξανακοιτάξω το ξωτικό, βγαίνοντας με τη λεμονάδα στο χέρι. Σ΄αυτό το γεφύρι, σ΄αυτό το ρέμα και στα γύρω χωράφια έπαιζα τα καλοκαίρια κι ακόμα εκεί θυμάμαι τον παράδεισο, την άφεση στην άπλα του χρόνου, στον χωματόδρομο της ζωής. Δόξα τω Θεώ, λέω, που τα πρόλαβα και τα έζησα, αργοπορώντας, λίγο πριν τα σκεπάσει η σκόνη κι η βιαστική εξάπλωση των σκουπιδιών της προόδου που μας αποπλανούσε, με τα καλά της, μακρυά τους".
 
[ αναδημοσιεύεται από εδώ ]