Το σκυθικό κάλυμμα και η μονιά του κοράκου.
29-04-2019

Kλίμαξ Ιωάννου του Σιναΐτου, στον εξωνάρθηκα του Βατοπαιδινού καθολικού. Δεν ξέρω τα θεολογικά και τα εικονογραφικά προγράμματα, αλλά βλέπω έναν δείπνο και αυτόν θα περιγράψω. Οι τοιχογραφίες προέρχονται από δύο μαΐστορες, τοποθετούνται το1312 και πιθαλογείται πως ο ένας είναι ο Πανσέληνος και ο άλλος άγνωστος εισέτι, αν και έχω πιθανολογήσει κάποιον. Μακριά λοιπόν από υποθέσεις, ας μιλήσουν τα μάτια.

Τα άψυχα. Παλατίου περιβάλλον, με δύο «υπηρέσια», όπως τα ξέρουμε από περιγραφές του Πορφυρογέννητου και άλλων. Μέσα τους η εξ αυτών, μπαινοβγαίνουν ή δρουν πέντε υπηρέτες. Οι δύο είναι οινοχόοι,ένας λαουτιέρης πίσω του κάποιος μόνον ως προτομη (πιθανόν να παίζει κανονάκι) και προΐσταται τελετάρχης που ανοίγει ένα βήλον.

Η τράπεζα, ημικύκλιο όπου κάθονται οι συσταζούμενοι και αριστερά της πτέρυγα- επέκταση που φιλοξενεί δύο καλεσμένους. Απέναντι, άλλη επέκταση, με άλλους δύο. Εικάζω πως δεν είναι άτακτη και φύρδην μίγδην, αλλά  ο ζωγράφος, έχοντας ένα τετράγωνο χώρο να ιστορήσει, μετακίνησε , οπως ο Ελ Γκρέκο, αργότερα, την προέκταση έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνεται στην εικόνα.

Επί της τραπέζης, έξι πιατέλες πλήρεις φαγητού, μαχαίρια, πεσκίρια για να σκουπίζονται, μερικές ραφανίδες ή γογγύλια με πτέρωμα, φρέσικες.

Τα έμψυχα. Oι δειπνούντες είναι οκτώ. Γέρων μακρυγένης,με καπέλο υπερύψηλο, με δίπλες, αριστερά του δομέστικος τουλάχιστον με καπέλο της μόστρας, εμβληματικό στρατιωτικού βαθμού (ο τύπος καλύμματος που διαρρέει την ζωγραφική και τις μικρογραφίες έως το τέλος του Βυζαντίου, εκ πιλήματος ή και μετάλλου, δεξιά του λογοθέτης τουλάχιστον με καλύπτρα που στα χρόνια του Μετοχίτη φτάνει σε ακραία διακόσμηση, αλλά εκπροσωπεί βαθμό της πολιτικής ηγεσίας, το φέρουν αλλού ακόμη και ταβουλάριοι. Με κόκκινο «αγγουρωτό» καπέλο, όπως των βαρδαριωτών που περιγράφει ο Ψευδοκωδινός, μπορεί να εκπροσωπεί μαγκλαβίτες ή ασφαλίτες της εποχής. Αυτή είναι η κεντρική τετράδα και εκατέρωθεν οι προσκεκλημένοι. Πέραν το ημικυκλίου.

Τέρμα αριστερά του ρηγός,δύο μάλλον πρεσβευτές.Φορούν καπέλο εκ των στεππών, γούνινο με ύπερθεν θύσανο κατράμην, με χαρακτηριστικά προσώπου εξωτικά.Το καπέλο αυτό, δομικά πάντως, παραπέμπει στο κάλυμμα κεφαλής του (Σκύθη) αγίου Μερκουρίου στο Πρωτάτο έστω ατεχνώς.Ο πλησίον του λογοθέτη φέρει ίσως μανδύα- δώρο των οικοδεσποτών, ενώ ο παραδίπλα βοηθός του ταΐζει ένα αρπακτικό σαϊνι. Στην άλλη πλευρά, δύο παρομοιως βάρβαροι ,ο ένας με καπέλο δικέρατο με μπορ, ενώ ο άλλος με απλούστερο πεπέλο με γουνάκι που οξύνεται σε αιχμή. Αν είναι της ίδιας αποστολής, μπορεί να είναι οι μεταφραστές.

Πάνω απο το γεράκι, ένας διαολάκος και πρεσβύτης αγιακός που τον εξωθεί, μάλλον ανήκει σε διπλανή τοιχογραφία ή δεν ξέρω τι άλλο.

Είναι η εποχή που οι μαϊστορες έπαιζαν στα δάχτυλα το ανφάς και το πορτέτο τριών τετάρτων ,αλλά εκμάθαιναν (και ή άλλη σταδιοδρομία του Πανσέληνου το δείχνει) το προφίλ και την τέχνη του.

Προσωπική και μάλλον ερμηνεία εκ συνειρμών, μακριά από επιστημοσύνη είναι η περιγραφή μου, ωσάν χτίσιμο σεναρίου από ενδείξεις που προέκυψαν από μια μορφή ρεπεράζ.

Ανατομία ενός πάθους

Εκατοντάδες υστεροβυζαντινοί ναοί έχουν ιστορηθεί και πολλοί διασώθηκαν, αρκετοί κατάγραφοι. Ύπατη τέχνη ως τους σημερινούς βυζαντινολόγους, αναφέρεται στον πρόλογο της Ερμηνείας της ζωγραφικής τέχνης του Διονυσίου εκ Φουρνά που γνώριζε το Ορος και την τέχνη του, αλλά αποδίδει τα πρωτεία εδώ: απομιμούμενος κατά το δυνατόν μοι τον εκ Θεσσαλονίκης δίκην σελήνης λάμψαντα κυρ Μανουήλ τον Πανσέληνον.

Ύφος και γραφή 18ου αιώνος. Τον πρωτογνώρισα, ξοδεύοντας ένα φοιτητικό μηνιάτικο, μέσω του Κόντογλου (Έκφρασις της ορθοδόξου εικονογραφίας) κι έπειτα κανονικά. Έκτοτε, Πανσέληνο ακούμε και Πανσέληνο βλέπουμε, αλλά βάσει εκτιμήσεων και στοχασμών, ιδίως λεπτών αισθητικών αναλύσεων. Μανουήλ Πανσέληνος  δεν υπάρχει στα δάκρια του Διονυσίου πάρεξ μια προφανώς προφορική παράδοση την οποία γνωρίζει. Ίδια παράδοση που στέλνει την αγιορείτικη πολιτεία να ιδρύεται από τα ρωμαϊκά χρόνια, η από τη απόδοση σε Ευαγγελιστές ιερών εικόνων. Δίχως ίχνος ειρωνείας, ψόγου ή αφ ύψηλού κριτικής, υπάρχουν μοτίβα ανεύρεσης εικόνων που πλέουν , φωτίζουν χώματα, κρύβονται και πάλιν έρχονται μετά δόξης. Αν σκεφτεί κάποιος πως το πέρας της «αναστήλωσης» του Αγίου Δημητρίου κατορθώθηκε χάρις στο θαύμα «της Παναγιάς στα τζάμια», μπορεί να κατανοήσει εγκάρδια το φαινόμενο.

Yπάρχει κι όσο υπάρχει, τι υπάρχει;

Για μια αυστηρά συστημική θεώρηση, ο Μανουήλ Πανσέληνος είναι μάλλον φασματική εικόνα. Οι πρώτοι ερευνητές, του απέδιδαν έργα από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα. Θα έλεγα πως ήταν μια λαμπρή αναγωγή σε λαμπρόν τεχνίτη οποιουδήποτε συγγενούς προς την τέχνη τοη Πρωτάτου εικονογραφία. Σκεφθείτε μόνον πόσα αρχιτεκτονήμτα αποδίδονταν στον μιμάρ Σινάν ή σε εναν Ευαγγελιστή.

Οι επιστήμονες δεν διάλεξαν άλλο κριτήριο για την ύπαρξη Πανσέληνου, πλην της συγκριτικής. Κι όταν υπάρχαν ομοιότητες, τις απέδιδαν είτε στον ίδιο, είτε στο εργαστήρι του, είτε στο εικαστικό περιβάλλον που δημιούργησε. Βέβαια, οι υποθέσεις αυτές, έφεραν, πέρα από την ακρίβειά τους, μια διαπίστωση αρραγή: οι τοιχογραφίες φανέρωναν χρωστήρες «α λα μανιέρ ντε» Δηλσδή ορθότατα, απέδιδαν αρκετές ιστορήσεις σε εργαστήρια ζωγράφων, σε κομπανίες και εσνάφια.

Τριάντα χρόνια Θεσσαλονίκης, ποιοί ιστορούσαν;

Η παραμπομπή «εκ Θεσσαλονίκης» στένευε τα όρια των ερευνών. Εκεί, εκτός από την αποδοση στον Πανσέληνο του Πρωτάτου, και κοντά στο χρονολογικό πεδίο μεταξύ 1290 και 1320 , αναφέρονται σε έγγραφα και υπογραφές των έργων, τέσσερις αγιογράφοι.

Ο Γεώργιος Καλλιέργης, «όλης Θεσσαλίας κάλλιστος ζωγράφος»(η αριστος– γράφω απο μνήμης) κατά επιγραφή (Θεσσαλία είναι η Θεσσαλονίκη και η δυτική της περιοχή, από τα χρόνια του Προκοπίου) που ιστόρησε ναό της Βέροιας το 1315, και υπογράφει, σε πωλητήριο τριών οικιών της Θεσσαλονίκης, από τους Σαραντηνούς στη μονή Χελανδαρίου, στη γειτονία του αγίου Παραμόνου,ως μάρτυρας της μεταβίβασης, ως ζωγράφος, μαζί με τον Μαρμαρά «μαΐστορα των δομητόρων» με γραμματεα τον γνωστό Δημήτριο Διαβασημέρη. Αυτά, το 1322. Προηγείται ένας Χαμαιδράκων του στρατιωτικού αλλαγίου, ίδιο όνομα με έναν πολέμαρχο του τέλους του 12ου αιώνα

Οι Μιχαήλ και Ευτύχιος Αστραπάδες, που συνυπογράφουν το έργο του Αγίου Κλήμη της Αχρίδας και προσφάτως ανιχνεύτηκε ένα ΥΤΥΧ στο Πρωτάτο. Το Αστραπάς είναι πιθανόν επώνυμο, αλλα δεν αποκλείεται να είναι προσηγορία της «φίρμας» των ικανότατων αυτών καλλιτεχνών. Ίσως έχει σημασία πως Μιχαήλ κια Ευτύχιος φέρονται να υπογράφουν ,ο ένας στον Άγιο Κλήμη και ο άλλος στο Πρωτάτο πάνω στην πολεμική εξάρτηση του Αγίου Μερκουρίου, του Σκύθη. Η παρουσία τους αρχίζει απο το τέλος του 13ου αιώνα και εξικνείται πέραν του 1320.

Τέλος, το 1304, υπάρχει έγγραφο της μονής Χελανδαρίου, όπου ένας γόνος Φιλανθρωπηνών, «εκληπτορικώς» παραχωρεί το προικώο κτήμα της γυναικός του Τζιταπίνας (της οικογενείας Τζαίνου) στον αξιότιμο ζωγράφο Μιχαήλ Προελεύσι. Το κτήμα λέγεται Κορακομονη ή «του Βλάχου»  και από την περιγραφή του τοπογραφικού φαίνεται πως είχε αρχίσει ήδη η ανάκτιση ναού της Θεοτόκου, με σκοπό να γίνει το καθολικό μιας Θεοτόκου Κεχαριτωμένης.

Υποθέσεις εργασίας

Άρα δεν αντέχω να μη ρίξω μια λουμπάρδα: Μιχαήλ και Ευτύχιος οι Αστραπάδες συν ο Καλλιέργης, είναι οι πιο γνωστοί παλαιολόγειοι ζωγράφοι. Ο Άγιος Μερκούριος του Πρωτάτου συσχετίστηκε με τον Πανσέληνο, ενώ λόγω επιγραφής, με τον Ευτύχιο. Καθώς διερευνάται εδώ και καιρό πως τα εσνάφια των ζωγράφων (ή των «δομητόρων») ήταν στην ουσία κομπανίες μαϊστόρων και μαθητευομένων, συν το γεγονός ότι είναι μάλλον ουρανοκατέβατη η συνύπαρξη δαιμονικής τέχνης ζωγράφων με εξαίσια τεχνική, μήπως να έβλεπαν οι ειδικοί το ενδεχόμενοι, ο άγιος Ευθύμιος, η Περίβλεπτος, το Χελανδάρι, το Πρωτάτο, το Βατοπαίδι και άλλα πολλά με κτήτορες και χορηγούς Σέρβους κράληδες και αυθέντες,  να ιστορήθηκαν από μία εταιρεία θαυμάτων με την επωνυμία «Αστραπάδες»;

Κι αν  Ευτύχιος Αστραπάς είναι αυτός που θεωρούν Πανσέληνο, υπάρχει άραγε κάποιος Μιχαήλ Αστραπάς που φέρει το επαγγελματικό label της εταιρείας του, αλλά μπορεί να έδρασε και αυτοτελώς; Η μήπως «Πανσέληνοι» ήτον το αρχικό όνομα μιας παραδοσιακής κομπανίας, Μανουήλ τινός, που οδήγησε αργότερα τα αλεπουδάκια να  αυτονομηθούν και «εκσυγχρόνισαν» τη φίρμα αφηνοντας στους αγιορείτες να χρησιμοποιούν την παλαιά τίτλωση; ΣΕΚ λέγαμε τον ΟΣΕ πολλά χρόνια αργότερα.

Κορακομονή

Βάζοντας κάτω χρονολογίες και όχι τεχνοτροπίες, αφήνω τον κούσπο  της επιστημης και το ρίχνω στα σενάρια.

Ο άγνωστος αλλαχόθεν Μιχαήλ Προελεύσις προφανώς έκανε κάποιο έργο για τους Φιλανθρωπηνούς και έλαβε απο την οικογένειά τους μια εργολαβική αντιπαροχή: του παραχώρησαν προικώο κτήμα του βλάχου συμπεθέρου τους. Ο προελεύσις έχτιζε ναό στην Κορακομονή.Αν λοιπόν υπήρχε ο ναός σε όποια κατάσταση σήμερα, θα φώτιζε ένα ακριω΄ς χρονολογημένο μνημείο σαν τον Ευθυμάκη στον αγιο Δημήτριο, που ήταν χορηγός άλλη οικογένεια, οι Ταρχανειώτες. Δεν τολμώ καν να υποθέσω πως Ευτύχιος και Μιχαήλ τσακωθηκαν και διελυσαν την συντροφία τους και ο Μιχαήλ Αστραπάς κρατησε  το φυσικό του παρόνομα, το «Προελεύσις» για ένα αμιγώς προσωπικό, ιδιωτικό του έργο.

Σκεφτήτε το: η καριέρα μιας κομπανίας μπορεί να ερμηνεύσει το ομοιόθετο του ύφους μιας γενιάς δημιουργών.

Συνοψίζω: αγιογράφοι, όχι μοναχόλυκοι, παίρνουν παραγγελίες που υλοποιούν από πλούσιους της Σαλονίκης. Ίσως είναι ανάγκη να ενοποιηθεί μερικών το ύφος και η καριέρα.

Ιδού πρόχειρο διάγραμμα του κτήματος της Κορακομονής. Ακολούθησα τον «περίορο» (τοπογραφικο) του 1304. Αυτά, έως το 1980. Αργότερα, μεταξύ 1982 και 1984, κατάφερα να εντοπίσω το κτήμα και το αντιστοίχησα με τις πραγματικες του διαστάσεις.

Δημοσίευσα, το 1981 και το 1997, όχι τον πλήρη συλλογισμό, αλλά την είδηση πως ερεύνησα σε φυσικό χώρο το κτίσμα και το εντόπισα. Και πρότεινα η Υπηρεσία να κάνει μια δοκιμαστική ανασκαφή στον χώρο, αφού και σε άλλους ναούς τα ίχνη τοιχογράφησης ήταν πολύ  χρήσιμα. Τα τοπωνύμια (Ύδωρ αγιασμάτων, η πέτρα της «μονιάς κοράκων», ο βουνός, οι δύο τούμπες) τα ταύτισα.Μόνο του ναού άλλαξα ελαφρώς τη θέση ,μη έχουμε καμιά λαθρανασκαφή.

Ακόμη και σήμερα, αν κάποιος ενδιαφέρεται (αρχαιολόγος εννοώ) να επικοινωνήσει μαζί μου να του δείξω τα σημάδια πως να πάει, κι ας κρίνει.

Διήγημα α λα παλαιά έγραψα. Λόγω του σκυθικού καλύμματος τριών τοιχογραφημένων προσώπων. Ελεύθερος συνειρμικός λόγος είναι. Τίποτε παραπάνω.

Και τώρα συμπαθάτε με. Μετακόμισε πάλι ο Αλέξανδρος και πρέπει να ρίξω μια ματιά στα συμβόλαια.

Ετικέτες: ιστορίατέχνη