Οι Αταίριαστοι
06-07-2019

Λίγο μετά, η κατάμαυρη Ford Mustang βγαίνει από το γκαράζ της βίλας, με τα λάστιχα να στριγκλίζουν και τον οχτακύλινδρο κινητήρα να μουγκρίζει. Τα φώτα της σκίζουν το σκοτάδι καθώς ορμά μπροστά στο δρόμο, την εθνική οδό, την άσφαλτο. Από μέσα ακούγεται ένα τραγούδι.

I got a nineteen sixty-six cherry red Mustang Ford.

It’s got a three hundred and eighty five horsepower over load

You know it’s way too fast to be crawlin?

On these interstate roads.

Ουσιαστικά η νύχτα ξεκινά τώρα για τον Πετράρχη.

[Δημήτρης Μαμαλούκας, Η Μοναξιά της Ασφάλτου, 2008.]

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1961 η Mary πείθει τον πάντα απασχολημένο σύζυγό της, Lee, να πάνε σινεμά. Την ταινία την επιλέγει εκείνη, κυρίως λόγω του εντυπωσιακού καστ: Κλαρκ Γκέιμπλ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Μέριλιν Μονρόε, Ίλαϊ Γουάλας. Της φαίνεται μια σίγουρη επιλογή. «Οι Αταίριαστοι» τού Τζον Χιούστον είναι μια ελεγεία για μια Αμερική που αργοπεθαίνει. Για μια Αμερική στο μεταίχμιο ανάμεσα στο χθες και το αύριο. Η Mary βρίσκει το έργο αργό, ανούσιο, βαρετό, και λίγο πριν τη μέση αποκοιμιέται στην αναπαυτική πολυθρόνα του κινηματογράφου. Ο Lee, αντιθέτως, ενώ αρχικά δεν είχε καμία όρεξη για κινηματογράφο, παρακολουθεί καθηλωμένος καθώς μασουλάει τα ποπ-κορν με το έξτρα βούτυρο. Μπροστά στα μάτια του εκτυλίσσεται ένα αναπάντεχο θαύμα. Οι αναλυτικές ικανότητές του αρκούν και περισσεύουν για να διακρίνει την ουσία και τους συμβολισμούς πίσω από το προπέτασμα των σκέρτσων τού Χιούστον που σκηνοθετεί ένα διήγημα του Άρθουρ Μίλερ. Οι πρωταγωνιστές, επάξια μέλη μιας κατηγορίας Αμερικάνων που σιγοσβήνει καθώς η Αμερική μετασχηματίζεται. Μελαγχολικοί, ανέστιοι, ανερμάτιστοι, περιδιαβαίνουν τη χώρα προς αναζήτηση εργασίας που να ταιριάζει με τις εξεζητημένες δεξιότητές τους. Ο καουμπόι και τζογαδόρος, ο μηχανικός και πρώην πιλότος του πολέμου, και το πάλαι ποτέ αστέρι του ροντέο προσπαθούν να στήσουν τη δουλειά καθώς χαριεντίζονται με την πληθωρική πρώην στριπτιζέζ και soon to be ζωντοχήρα που έχει βρεθεί στη Νεβάδα για ένα γρήγορο διαζύγιο. Η δουλειά είναι σχετικά απλή: κυνήγι, θανάτωση, και μεταπώληση μερικών από τα προς εξαφάνιση άγρια Mustang που βρίσκουν καταφύγιο στα αγριοτόπια της Νεβάδας. Ο Lee παρακολουθεί τους διαλόγους των πρωταγωνιστών που δείχνουν να βιώνουν ένα «υπαρξιακό κενό». Γνωρίζει καλά από τα φοιτητικά του χρόνια όλες αυτές τις αερολογίες των Γάλλων φιλοσόφων που τον έκαναν πάντα να χασμουριέται, αλλά τώρα, οι ίδιες αυτές «αερολογίες» αρχίζουν να μετασχηματίζονται σε κάτι πρωτόγνωρα ενδιαφέρον. Η εντυπωσιακή σεκάνς, λίγο πριν το τέλος της ταινίας, στην οποία εκτυλίσσεται το αδυσώπητο κυνηγητό των αφηνιασμένων Mustang που θα πιαστούν στο λάσο των τελειωμένων καουμπόιδων, τον κάνει να μειδιά. Μόλις εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποιεί ότι έχει αυτό που θέλει. Το νοητικό κλικ στο μυαλό του είναι τόσο ηχηρό που ξυπνάει ακόμη και τη Mary που με μάτια κόκκινα από τον ύπνο θα παρακολουθήσει τους τίτλους τέλους της ταινίας. Θα παραμείνει σιωπηλή καθ’ όλη τη διάρκεια της επιστροφής τους προς το σπίτι καθότι αισθάνεται ένοχη που έσυρε τον Lee σε μια ταινία που η ίδια δεν κατάφερε να παρακολουθήσει ούτε μέχρι τη μέση. Τίποτα από αυτά όμως δεν έχει σημασία γιατί ο Lee δείχνει ασυνήθιστα ευδιάθετος.

Ο Lee Iacocca πέθανε την Τρίτη 2 Ιουλίου από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον. Ήταν 94 ετών. Μπορεί να μην έχετε ακούσει ποτέ το όνομά του αλλά σίγουρα γνωρίζετε τόσο τις εταιρίες στις οποίες υπήρξε πρόεδρος (Φορντ, Κράισλερ) όσο και κάποια από τα προϊόντα που προώθησε στην παραγωγή. Το Έσκορτ αλλά κυρίως το Μάστανγκ ήταν πρωτίστως δικά του δημιουργήματα. Τις λεπτομέρειες για τη ζωή του μπορείτε να τις διαβάσετε σε κάποια από τις εκτενείς νεκρολογίες των μεγάλων εφημερίδων (εδώ και εδώ). Εγώ θα σταθώ στο Μάστανγκ και στο τι σήμαινε για τη μεσαία τάξη. Γιατί ο Iacocca, με το Μάστανγκ, κατάφερε, λίγο πολύ, να επανεφεύρει τον τροχό. Κατάφερε να επαναλάβει κάτι που είχε πετύχει ο ιδρυτής της Φορντ με το θρυλικό Model T.

Ο Iacocca, το 1964, δημιούργησε ένα προσιτό (κόστιζε περίπου 2500$) σπορ αυτοκίνητο που αισθητικά έμοιαζε με τα πανάκριβα ιταλικά υπεραυτοκίνητα που τόσο θαύμαζαν οι Αμερικάνοι. Λιτές γραμμές, αεραγωγοί, λεπτοί και διακριτικοί προφυλακτήρες σε αντίθεση με τις προσταγές της εποχής, επιθετική μάσκα στη μέση της οποίας δέσποζε το διακριτικό σήμα του μοντέλου: το καλπάζον Μάστανγκ μέσα στο κουτί. Το ατίθασο, εξημερωμένο. Ο συμβολισμός, παραπάνω από ξεκάθαρος. Το Μάστανγκ γίνεται το άλογο μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί αλλά παραμένει στις καρδιές των Αμερικάνων ως μια περίοδος που συμβόλιζε την απουσία φραγμών και ορίων. Το Αμερικάνικο Όνειρο έδειχνε πάντα πιο χειροπιαστό όταν αντλούσε από περιόδους του παρελθόντος – από περιόδους άφταστης, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ευτυχίας και πλήρωσης. Το Μάστανγκ αναβιώνει την κουλτούρα τού «The Wild One» και του «Rebel Without a Cause» με τον μανδύα τού εξευγενισμένου και του προσιτού. Η Φορντ πουλάει 100.000 Μάστανγκ μέσα στους πρώτους τέσσερις μήνες της παραγωγής του. Μέχρι το 2018, μέσα από τις αμέτρητες μεταμορφώσεις του μοντέλου, θα πουληθούν πάνω από δέκα εκατομμύρια αυτοκίνητα. Δεν ήταν όμως μόνο οι πωλήσεις που έκαναν το αυτοκίνητο τόσο σημαντικό για τη μεσαία τάξη στην οποία απευθυνόταν. Το Μάστανγκ αποτέλεσε μια εξαιρετική πλατφόρμα για βελτιώσεις και τροποποιήσεις. Και αυτό, για τη μεσαία τάξη, ήταν καθοριστικό γιατί έδινε τη δυνατότητα εξατομίκευσης τόσο στον υλικό όσο και στον φαντασιακό άξονα. Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς σε ένα πρόσφατο άρθρο του για τη μεσαία τάξη στη Lifo.

«Η ρευστότητα και ο πολυμορφισμός των σύγχρονων μεσοστρωμάτων αποτέλεσαν τον βασικό λόγο υποτίμησής τους έναντι των πιο ξεκάθαρων ταυτοτήτων του «λαϊκού» ή του «αστικού». Οι παλιές συλλογικές διαφορές, εξαιτίας των παμφάγων πολιτισμικών και πολιτικών έξεων της μεσαίας τάξης, έπαψαν να έχουν μεγάλη και σταθερή σημασία. Τα μεσοστρώματα έγιναν οι ιδανικοί φορείς της εξατομίκευσης, οι βασικοί εκφραστές μιας εποχής κατά την οποία οι διαφορές συγκροτούνται και καταγράφονται περισσότερο σε ατομικό επίπεδο, με βάση έναν κοινό άξονα συμβολικής και φαντασιακής αναφοράς που κάλλιστα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε καταναλωτική ή ποπ κουλτούρα».

Οι αρετές του Μάστανγκ – με την προσιτή τιμή αγοράς του και τη μεγάλη ποικιλία εύκολων μετατροπών του, συνήθως με προσωπική εργασία που έδινε έμφαση στη συνεργασία μεταξύ πατεράδων και γιων, που γεφύρωνε το χάσμα γενεών και σφυρηλατούσε την εδραίωση της αμερικανικής αυτοκινητιστικής κουλτούρας – δείχνουν τον δρόμο προς μια άκοπη και ανέξοδη εξατομικευμένη υπόσταση των ιδιοκτητών του. Το Μάστανγκ φαίνεται να τετραγωνίζει εννοιολογικά τον κύκλο. Προσφέρει κάτι φθηνό και άρα προσιτό στους πολλούς, αλλά μέσα από τις μετατροπές του προσφέρει και κάτι εξατομικευμένο. Ο Lee Iacocca όμως προσφέρει στη μεσαία τάξη και το κίνητρο για μια τέτοια εξατομίκευση: είναι ένας από τους πρώτους που συνειδητοποιεί και εργαλειοποιεί την κουλτούρα του “παράνομου” road racing. Το αυτοκίνητο μετατρέπεται έτσι σε προέκταση και μέσο ανάδειξης της εξατομικευμένης προσωπικότητας του ιδιοκτήτη που χαίρει αναγνώρισης από τα μέλη της άτυπης ή θεσμοθετημένης ομάδας (φαν-κλαμπ) που ανήκει. Και σε αυτό βέβαια παίζει καθοριστικό ρόλο και το γεγονός ότι το Μάστανγκ δεν ήταν μόνο ένα αυτοκίνητο που απλώς πήγε καλά εμπορικά – όπως το Έσκορτ – αλλά ήταν ένα τεχνούργημα που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ποπ κουλτούρα δημιουργώντας ένα ανατροφοδοτούμενο πλέγμα ιδεολογικών συμβολισμών που έβαζε φωτιά στις συνάψεις και τις φαντασιώσεις κάθε μέσου, και όχι μόνο, Αμερικάνου.

Μάστανγκ οδηγεί ο Στιβ ΜακΚουίν στο κλασικό «Μπούλιτ». Μάστανγκ οδηγεί ο Πολ Νιούμαν στο «Χάρπερ». Μάστανγκ οδηγεί ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο «The Candidate». Φορντ Μάστανγκ, την «Έλεανορ», οδηγεί ο πρωταγωνιστής στο καλτ «Gone in 60 Seconds». Φορντ Μάστανγκ οδηγεί ο ρόλος που ενσαρκώνει η Φάρα Φόσετ στην κλασική σειρά «Οι Άγγελοι του Τσάρλι». Φορντ Μάστανγκ οδηγεί ο συγγραφέας, πρωταγωνιστής στην ταινία, βασισμένη στο βιβλίο του Στίβεν Κινγκ, «Misery». Φορντ Μάστανγκ οδηγεί ο Τομ Κρουζ στο «War of the Worlds». Φορντ Μάστανγκ οδηγεί η Κλαρίς Στέρλινγκ στο «Η Σιωπή των Αμνών». Φορντ Μάστανγκ οδηγεί ο Μαξ Κέιντι στο «Cape Fear». Αλλά και η μεγάλη επιτυχία του Wilson Picket, «Mustang Sally» τού 1966, που γνώρισε ξανά επιτυχία μέσα από τo «The Commitments» τού 1991 αναφέρεται σε γυναίκα οδηγό Μάστανγκ. Η λίστα είναι τεράστια. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από πεντακόσιες ταινίες στις οποίες εμφανίζεται σε “πρωταγωνιστικό” ρόλο ένα Φορντ Μάστανγκ. Και δεν μιλάμε βέβαια για τις επιπλέον αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα ή στίχους τραγουδιών.

Φυσικά και δεν έλαβε ποτέ χώρα η ιστορία που σας αφηγήθηκα στην πρώτη παράγραφο ή, τουλάχιστον, δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε αυτό. Απλώς, θέλησα να αποτίσω φόρο τιμής στον δημιουργό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου μέσα από ένα κατασκεύασμα της φαντασίας. Έτσι, για να υπογραμμίσω, ίσως, τη σημασία του φαντασιακού στην πεζή καθημερινότητα. Και επειδή έγινε επίκαιρο με την ταινία «Yesterday» του Danny Boyle, σας καλώ, εν είδει αστείου, να σκεφτείτε για λίγο έναν κόσμο όπου δεν υπήρξε ποτέ το Φορντ Μάστανγκ.

Ετικέτες: Lee IacoccaΜάστανγκ