Μενουέτο
18-11-2019

«Παρητήθη όμως! Παρητήθη!»

Γνώρισα την δικτατορία στα 19 άρα την μεταπολίτευση στα 26. Ακούγεται υπερβολικό, αλλά την περίμενα. Είχα διαβάσει στα «Νέα Ελληνικά» του Ρένου Αποστολίδη το τσιτάτο «δικτατορία ετοιμάζουν» και είχα δει, στις «Εποχές» νομίζω το σκίτσο του Μητρόπολου με τον Γέρο της Δημοκρατίας να μπαίνει από τον μπερντέ ενός θεάτρου να μιλήσει σε ακροατήριο γελαστός και το κοινό, τελείως αριτσωμένο, του δείχνει σκοτεινόν, μάλλον χαφιέ – αυλικό να τον καρτερεί. Επίσης συνετέλεσε μια συνέντευξη του Θεοδωράκη στον Ρένο, όπου κεχηνώς ανακάλυψα πως ο Γέρος ήταν πρωθυπουργός στα Δεκεμβριανά, και ο Μίκης αντέτειναε «παρητήθη όμως!παρητήθη».

Βέβαια περίμενα κάποια καμαρίλλα, κάτιτις ανακτορικόν, και όχι μια τρόικα με άκρες από τον Εμφύλιο και τον ΙΔΕΑ, αλλά τότε δεν κρατούσα καντάρι.Τα τεφέρια μου της εποχής είχαν πάντοτε σχόλια, όταν σώνονταν οι σελίδες και υπάρχει μπόλικο υβρεολόγιο εκεί για βασιλείς και λοχαγούς.

Επίσης φρόντισα να κρεμάσω στο δωμάτιό μου ένα πλαστικό στρατιωτάκι ως ένδειξη αντίρρησης και σε λίγους μήνες, όταν είχα καταθέσει τα χαρτιά μου για εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, με επισκέφτηκε χωροφύλακας να διαπιστώσει από ποια ιδεολογήματα εμφορούμαι και την πέρασα όρθιος, κρύβοντας το μπαρμπαδέλι με τρόπο, ακίνητος. Να σημειώσω πως μου έμεινε έκτοτε η απορία, αφού αυτά τα πιστοποιητικά αφορούσαν όλους τους φοιτητές, πως έγινε κι όταν επιτέλους μπήκα στη σχολή, δεν έβρισκες δεξιό παρά μονάχα στην πλάτη της αίθουσας, με κάτι κοστουμαρισμένους στρατιωτικούς που έπαιρναν έξτρα πτυχίο. Ας φύγω από την ζωή με τέτοιες απορίες.

Διάβαζα χωρίς φροντιστήριο, χωρίζοντας την ημέρα στα τρία, διάβασμα, ύπνο και ξεσάλωμα. Και είχα την πρώτη σχέση διαρκείας, εννέα μηνών παρακαλώ, με την έμορφη Βάνα που την ήλεγαν αλλιώς. Αλλά η είσοδος στο Πολυτεχνείο ήταν πολύ σημαδιακή ενέργεια. Ήξερα κάπως το κλίμα από αδέλφια φίλων μου.

Ωστόσο μπαίνοντας στο αίθριο και στους διαδρόμους κόλλησα την υπεροψία του επηρμένοι χαζοβιόλη. Όλα μου άρεσαν και ιδίως η εύνοια προς την έκκεντρη, ιδιότυπη συμπεριφορά. Το 1968 ήταν σημαντικό, αφ΄ενός λόγω Διάσπασης αλλά και του πολέμου στο Βιετνάμ, δεν ξέρω πλέον το γιατί.

Πάντως συχνά κατεβαίναμε στο αμερικάνικο προξενείο παρα θίνα θαλάσσης και τρώγοντας λουκουμάδες κάναμε φοβερή αντίσταση κοιτάζοντας με θολό βλέμμα τους διερχομένους.

Έπειτα ήταν το φεστιβάλι, ο βου εξώστης, τα Δημήτρια και μερικά περιοδικά. Εμένα το μόνο που μ΄ενδιέφερε ήτανε να μη υπάρχει χαφιές στον περίγυρο, πράγμα που μετέτρεψε το ενδιαφέρον μου σε απελπισία, επειδή όπως υπήρχαν δοσίλογοι στα χρόνια των γονιών μας, στα δικά μας χρόνια ήτανε πολλοί «στιγμιαίοι» και δεν τους δίκαζαν τα δκαστήρια.

Χρονικός διασκελισμός: Οι καμποτίνοι

Γκαστρώθηκα, κεντρώθηκα και αλάλιασα διαβάζοντας και ακούγοντας τι σκοπεύουν να κάνουν οι δυνάμεις καταστολής στο Πολυτεχνείο και τα πέριξ. Όχι, το σχέδιο δεν ήταν απόρρητο. Μήτε χρειάστηκε κανένας Ζόργκε για να βάλει το κεφάλι στον τουρβά και να μας ειδοποιήσει.

Είναι πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες και κύριο άρθρο στου κόσμου τα sites. Τα σχολιάζουν καταλεπτώς και δη με εικονογράφηση. Συμβαίνει εδώ και καιρό, αλλά εφέτος σπάσαμε τα ράμματα: βρέθηκαν χαράρια με οικοδομικό υλικό στις εισόδους πολυκατοικιών στη Θεμιστοκλέους, άρα τα Όργανα θα εποπτεύουν εκτός από το Εξαρχιστάν και το Ταρατσιστάν.

Υπερπολυτελείας τα μπαχαλάκια: θα ανεβάσουν τα υλικά με ασανσέρ και μετά με αριστοτεχνικά παρκούρ θα φτάσουν στην γνωστή οδό Πουπουλίνας και θα αρχίσει να βρέχει καρέκλες και τούβλα.

Εν τω μεταξύ, κάθε Παρασκευή, στην Ατήνα, αλλά και Σαλονίκη λιγότερο δουλεύουν συνεργεία επισκευής παλαιών διαμερισμάτων επειδή πεθαίνουν κάθε τόσο γονικά και πενθερικά και τα παιδιά αμη και τα εγγόνια κανονίζουν με πειρατικά συνεργεία να γκρεμίσουν τα άσκοπα και άχρηστα και να φτιάξουνε φωλίτσες με μικρότερα δαπάνη. Χρόνια γίνεται αυτό, αλλά τα Όργανα φοβούνται μη τους ρίξουν πηλοφόρια οχ τα ταρατσώματα.

Μήτε τους περνάει από το μυαλό να βάλουνε αμπάρες στις ταρατσόπορτες -αυτά είναι προσβολή της ελευθερίας του ατόμου και της ιδιοκτησίας. Επίσης δεν κατάλαβα γιατί οι κάμερες έχουν θέση πίσω από τα όργανα όταν τρυγάνε το δέντρο την μολοτοφιά που κάνει τες μολοτοφίτσες και τα μπάχαλα πισωγυρίζουν και  επιστρέφουν όταν αδειάσει ο δρόμος.

Συμπαθάτε με, περικύκλωση δεν μάθατε παίζοντας μπαμ και κλέφτες και κρυφτό;

Όχι.

Τρέμουν κι οδύρονται μη και βαρεθούν και δεν πατήσουν στα «επεισόδια» οι παίκτες του δρόμου (μη τολμήσετε να τους λέτε «μαχητές»). Από τη μεταπολίτευση κι έως την Αλλαή, κατέβαινα κάθε Νοέμβριο Αθήνα στο Πολυτεχνείο να δώσω μια διάλεξη ως υποψήφιος διδάκτορας, ως ώφειλα. Έμενα στο «Άλφα» που τολμούσε να ζητά τιμές πρώτης κατηγορίας. Πήγαινα και στις πορείες.

Λοιπόν εγώ τα θεωρούσα στημένα του κερατά όλα τα τελετουργικά και τα υψηλόφρονα. Κι όταν έπαψα να πηγαίνω, είχαμε και δουλειές, έβλεπα την Πολυτέχνειο Τραγωδία σε επανάληψη. Ομάδες «δήθεν αγρίων» χώνονταν στις πορείες, η αστυνομία μπουζούριαζε μερικούς, η τελετή γινόνταν για όλους που τα έβλεπαν τηλεοπτικώς και την άλλη μέρα, στα δικαστήρια πλήθος γονέων έκλαιγαν για να μη βάλουν μέσα τα παιδάκια τους.

Η Ένταση των επεισοδίων ήταν ευθέως ανάλογη με την περιρρέουσα πολιτική κατάσταση. Η Αστυνομία λειτουργούσε ως τεχνική υποστήριξη αυτού του θεατρικού δρωμένου. Έσκασαν τώρα οι αθρώποι και θέλουν να μπαίνουν στη Μαρκίζα. Όλοι.

Διαπιστώσεις ενός εκκεντρικού.

«Οι ηγέτες μας ήταν απασχολημένοι, στον Τσιτσιπά ο ένας, σε στενά δερμάτινα ο άλλος. Αλλά τζάμπα επιστράτευσαν μισή μυριάδα φρουρών, διότι και στις τρεις πόλεις, Πάτρα, Σαλονίκο, Ατέν, ό,τι ήταν να σκάσει και να πετροβοληθεί, έσκασε και πετροβολήθηκε. Ας καταλάβουν οι επωνύμως δρώντες σε ατελείωτο λακριντί ότι οι στρατηγικές τεχνικές είναι ελάχιστες μπροστά στο μέγεθος των στρατηγημάτων.

Σε δέκα μέρες θα ανασυνταχθούν.

Στην περίπτωση των Εξαρχείων, δεν κατάλαβε κανένας πως κυκλώνοντας το Κίεβο, δεν εξασφάλισες την κάθοδο στη Σεβαστούπολη. Για να κοιμάσαι χωρίς να σβιντζινάνε πέτρες και μολότοφ πρέπει να στείλεις τον Κλάιστ και τον Μποκ να καταλάβουν το Ντόνετσκ αλλιώς δεν έχει πετρέλαια στο δρόμο για τα πετρέλαια του Μπακού.»

Και ο Γιεβγένι  πέρασε με τα λεπτά του δάχτυλα τα λευκά πλήκτρα, αφήνοντας τα μαύρα στην συσκότιση του Πεδίου του Άρεος.