Ο κύριος Ζουρντέν και ο Φιλόσοφος. Στιγμιότυπο από τον "Αρχοντοχωριάτη" (1670) των Μολιέρου-Λουλί, από την αναβίωση των Βενσάν Ντιμέστρ - Μπενζαμέν Λαζάρ (2004).
Επιτελικοί αρχοντοχωριατισμοί
08-08-2019

Την ανάλαφρη κομψότητα της θυμηδίας που προκαλεί ο «Αρχοντοχωριάτης»¹, ο «Μπουρζουάς Ευγενής», το αγέραστο μολιερικό ντιβερτιμέντο, φαίνεται να εζήλωσε η κυβερνώσα παράταξη:

-Ζουρντέν: …είμαι ερωτευμένος με μια κυρία της ανωτέρας κοινωνικής τάξεως και θα επιθυμούσα να με βοηθούσατε να της γράψω κάτι σ’ ένα μπιλιέτο που θα τ’ αφήσω να πέσει στα πόδια της.

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Πολύ ευχαρίστως.

-Ζουρντέν: Θα είναι χαριτωμένο, έ;

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Και βέβαια. Θέλετε να της γράψετε στίχους;

-Ζουρντέν: Όχι, όχι! Όχι στίχους.

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Θέλετε να της γράψετε εις το πεζόν;

-Ζουρντέν: Όχι, δε θέλω…ούτε πεζό ούτε στίχους.

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Μα πρέπει ή το ένα ή το άλλο.

-Ζουρντέν: Γιατί;

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Δια τον απλούστατον λόγον, κύριε, ότι για να εκφρασθεί κανείς πρέπει να μεταχειρισθεί ή πεζόν ή στίχους.

-Ζουρντέν: Μόνο το πεζόν και οι στίχοι υπάρχουν;

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Μάλιστα, κύριε. Ό,τι δεν είναι πεζόν είναι στίχοι και ό,τι δεν είναι στίχοι είναι πεζόν.

-Ζουρντέν: Και όπως μιλούμε, τι είναι αυτό το όπως μιλούμε;

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Πεζόν.

-Ζουρντέν: Πώς!!! Όταν λέω: Νικολέτα, φέρε μου τις παντούφλες μου και δώσε μου το νυχτικό μου σκούφο, είναι πεζόν;

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Μάλιστα, κύριε.

-Ζουρντέν: Τι διάβολο ! απάνω από σαράντα χρόνια μιλώ πεζό χωρίς να το ξέρω. Σας είμαι καταϋποχρεωμένος που μου το μάθατε αυτό. Ήθελα λοιπόν να της γράψω : Ωραία μαρκησία, τα ωραία σας μάτια με κάνουν να πεθάνω από έρωτα· μα ήθελα να της το γράψω με τρόπο έτσι ευγενικό, χαριτωμένο.

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Γράψατε ότι το πυρ των οφθαλμών της κατακαίει μέχρι τέφρας την καρδίαν σας· ότι υφίστασθε νύκτα και ημέρα δι’ αυτήν την τυραννίαν ενός…

-Ζουρντέν: Όχι, όχι, όχι· δεν τα θέλω καθόλου αυτά· θέλω μόνο αυτά που σας είπα: «ωραία μαρκησία τα ωραία σας μάτια με κάνουν να πεθαίνω από έρωτα»

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Πρέπει να το επεκτείνετε λίγο.

-Ζουρντέν: Όχι, σας είπα. Θέλω μόνο αυτά τα λίγα λόγια, αλλά να είναι γραμμένα της μόδας, αραδιασμένα καθώς πρέπει. Σας παρακαλώ να μου πείτε τους διαφόρους τρόπους που μπορώ να τα γράψω.

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Πρώτον, μπορείτε να τα γράψετε έτσι όπως τα είπατε: «Ωραία μαρκησία τα ωραία σας μάτια με κάνουν να πεθαίνω από έρωτα». Ή: «από έρωτα με κάνουν να πεθαίνω, ωραία μαρκησία, τα ωραία σας μάτια». Ή: «τα ωραία σας μάτια από έρωτα με κάνουν, ωραία μαρκησία, να πεθαίνω». Ή: «να πεθαίνω τα ωραία σας μάτια, ωραία μαρκησία, από έρωτα με κάνουν». Ή: «με κάνουν τα ωραία σας μάτια να πεθαίνω, ωραία μαρκησία, από έρωτα».

-Ζουρντέν: Μα απ’ όλους αυτούς τους τρόπους ποιος είναι ο καλύτερος;

-Ο καθηγητής της φιλοσοφίας: Αυτός που είπατε: «ωραία μαρκησία, τα ωραία σας μάτια με κάνουν να πεθαίνω από έρωτα».

-Ζουρντέν: Και όμως εγώ δε σπούδασα καθόλου και την έκανα αυτή τη φράση μονομιάς.

Και αποφάσισε να την προσφέρει αφειδώς τις πρώτες λίγες μέρες διακυβέρνησης που έχουν προσλάβει τα χαρακτηριστικά ανεμοστρόβιλου που ξεσπά κεραυνοβόλα (και ενίοτε κεραυνοβόλα ξεφουσκώνει σαν ανεμογκάστρι) προκειμένου να ξεθεμελιώσει τα λίγα θετικά που κατάφεραν οι προηγούμενοι:

https://www.taxheaven.gr/pagesdata/NOMOSXEDIO_EPITELIKO_KRATOS_7_2019.pdf

Στο σύνδεσμο αυτόν βρίσκουμε, και, αν έχουμε το κουράγιο, διαβάζουμε μέχρι τέλους, την «Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου “Επιτελικό κράτος: Οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της δημόσιας διοίκησης”». Θεώρησα σκόπιμο να τον παραθέσω τον σύνδεσμο γιατί το Άρθρο 113, με επιγραφή «Σύσταση Επιτροπής “Ελλάδα 2021”», αν δεν το δει κανείς με τα ίδια του τα μάτια εντός του πραγματικού πλαισίου του, μπορεί και να θεωρήσει πως πρόκειται για υποβολιμαίους ψιθύρους που θροζουν από την κατεύθυνση του εχθρικού στρατοπέδου. Συστήνεται μια επιτροπή που υπάγεται, ΚΑΙ αυτή, στον Πρωθυπουργό για να προετοιμάσει τον εορτασμό της επετείου των 200 χρόνων από τη συμβολική έναρξη του αγώνα της ελληνικής Ανεξαρτησίας το 1821. Ανάμεσα στα πολλά, μελλοντικά, κατορθώματα της επιτροπής, βρίσκεται στο (γ) της 1ης Παραγράφου και η επίσημη προκήρυξη, ανάμεσα στους άλλους σκοπούς, «ανάπτυξης του εθνικού αφηγήματος της Ελλάδας, με σκοπό την δημιουργία ενιαίας εικόνας και ταυτότητας της χώρας και των φορέων του ελληνικού κράτους». Εδώ ο ρεαλισμός της κυβερνητικής παράταξης εγγίζει απάτητες πρωτοποριακές κορυφές προσιτές μέχρι τώρα μόνο στη δημιουργικότητα των ΣΙΟ σουπερμάρκετ: με βαθεία επίγνωση του γεγονότος ότι η ιστορία είναι ουσιωδώς αφηγηματική κατασκευή (βλέπε μυθοπλαστική και υπαγόμενη στον εύρωστο κλάδο της λογοτεχνικής κριτικής γνωστό σαν αφηγηματολογία) και ότι το εθνικό αφήγημα προηγείται της εθνικής συνείδησης και πάντως οπωσδήποτε της πολιτικής συνείδησης (και το ισχύον Σύνταγμα εξάλλου την εθνική συνείδηση προτάσσει σαν σκοπό της προσφερόμενης κρατικής παιδείας και όχι την πολιτική, κοινωνική και ιστορική) , με αφοπλιστική ειλικρίνεια, έρχεται αμέσως στο ψητό: ζητούνται εθνικοί ντελάληδες, διαφημιστές, βάρδοι, μυθογράφοι, κονφερανσιέ, ταχυδακτυλουργοί και φροντιστές-σχεδιαστές θεαμάτων ήχου και εικόνας για να αναπτύξουν επί προθεσμία το αποστομωτικό εθνικό αφήγημα που θα αποδώσει στη χώρα ενιαία εικόνα και ταυτότητα (η οποία προφανώς αναγνωρίζεται είτε ως ανύπαρκτη είτε ότι έχει διαρραγεί), και στο σημείο αυτό, με χαριτωμένη ανακόλουθη σύγχυση, άντε και στους φορείς του ελληνικού κράτους που πάσχουν από τις ίδιες αβεβαιότητες. Στο βάθος του σκοτεινού αδιέξοδου της Ιστορίας, λάμπει έστω και κίβδηλα αλλά πάντως με παρηγορητική λάμψη και υποσχέσεις ανάτασης ο ιδρυτικός μύθος της «καλλιγεγραμμένης με αποφθέγματα και ρήσεις των αγωνιστών του εικοσιένα» (προτροπή του προγράμματος εορτασμού των 150 χρόνων της Παλιγγενεσίας από τη Χούντα, το 1971, όπως αναρτηθούν τοιαύτα αποφθέγματα στους σιωπηλούς τοίχους των σχολικών αιθουσών σε «δημιουργία ατμοσφαίρας εθνικής ανατάσεως μεταξύ του λαού και της χώρας» σκοπούσε και το χουντικό πρόγραμμα. Δεν είχε ακόμα το αφήγημα εφευρεθεί.*) ατσαλάκωτης Εθνοκοκκυγίας εκσυγχρονιστικών παραλλαγών της άσπιλης φουστανέλας, του βροντερού κλαρίνου, του δαιμονίου της ράτσας και της απόλυτης ιστορικής αγνωσίας που χέρι χέρι με την άνοια και την ασυδοσία οδήγησαν την Ελλάδα σε απανωτές συμφορές με κορύφωμα την τραγωδία της Κύπρου. Θα ανέμενε κανείς στις πλούσιες σε πείρα πολεμικού παρελθόντος, και σχεδόν παρόντος, οδύνης παλαιάς και νέας μέρες μας τα κούφια αλαλάζοντα κύμβαλα όλων ανεξαιρέτως των εθνικών επετείων να στέλνονται μαζί με τις γελοίες μαθητικές παρελάσεις και τα εμβατήρια στην Κόλαση των δικτατοριών και του μεγαλοϊδεατισμού που παρήγαγαν αυτά τα παραμορφωμένα συφοριασμένα τέκνα των πολέμων και της καταστροφής. Να ανακηρύσσονται σε αφορμές σιωπηλού πένθους για τους αδικοχαμένους κάθε εποχής και περίστασης οι επέτειοι και κυρίως να είναι αφορμές περίσκεψης και εντατικής μοναχικής εξοικείωσης με τη σκόνη των αρχείων και των βιβλιοθηκών, και μελέτης που να εμφορείται από το ένα και μοναδικό πάθος και χρέος της ασίγαστης δίψας για την ιστορική αλήθεια, αν αυτή υπάρχει, ώστε κάποτε να χυθεί επιτέλους φως, περισσότερο φως.

(¹) Μη σας αποθαρρύνει η συγκρατημένη ρητορική της Εισαγωγής, κόσμια συμμόρφωση προς τα προτύπα της εποχής, από του να παρακολουθήσετε τη συναρπαστική, σπαρταριστή αναβίωση του «Αρχοντοχωριάτη» (1670), από τον Βενσάν Ντιμέστρ και το «Αρμονικό Ποίημά» του, στη σκηνοθεσία του Μπενζαμέν Λαζάρ (2004). Αν πάλι δυσπιστείτε, πηγαίνετε κατευθείαν στο 45ο – 65ο λεπτό για να απολαύσετε τον διάλογο του κυρίου Ζουρντέν με τον Φιλόσοφο περί πρόζας, που μεταφράζεται πιο κάτω.

(*) Εφευρέθηκε εντωμεταξύ. Η προεδρία της ΕΕΕ (Επιτροπής Εθνικής Εμψυχώσεως) ανατέθηκε στην κα Γιάννα Αγγελοπούλου. Πρόσω ολοταχώς για την Εθνοκοκκυγία του Πέμπτου (;) Ελληνικού Πολιτισμού ο οποίος μετά την καθιέρωση Ειδικής Γραμματείας Σύγχρονου Πολιτισμού στο ΥΠΑΘ πέπρωται να αναστηλώσει τα ιδεώδη που συνέτριψε η θεομηνία των προηγουμένων (Ιω. Μεταξάς: «Η νέα ελληνική γενεά δύναται ν’ αναστηλώση τα ιδεώδη που συνέτριψεν η θεομηνία του Βενιζέλου», Η Καθημερινή, 23 Ιανουαρίου 1935.)