Γκρέτα, ξανά
28-09-2019

Η εβδομάδα που πέρασε χαρακτηρίστηκε από μια φορμαλιστική καινοτομία: την παρουσία της Greta Thunberg (που τελικά προφέρεται Γκριέτα Τουνμπέρι), η οποία μονοπώλησε τις συζητήσεις, ξανά, σε διάστημα λιγότερο του ενός μηνός. Δώστε σημασία σε αυτό γιατί αν έχει εδραιωθεί κάτι αυτά τα χρόνια, μέσα στα ΜΚΔ, αυτό είναι η παντελής απουσία ανοχής στην επανάληψη. Ο αψύς, στακάτος, ενίοτε ανθρωποφαγικός σχολιασμός που ενδημεί σε αυτά τα μέσα δεν αρέσκεται στην επανάληψη. Βαριέται, δυσανασχετεί, παθαίνει δυσπεψία στο να του θυμίζουν αυτά που ήδη περιδρόμιασε. Ο κόσμος αρέσκεται στην πρωτοτυπία για να ξεδιπλώνει τα ταλέντα του, και γι’ αυτό ο μηρυκασμός θεματολογίας, όταν συμβαίνει, χρήζει προσοχής. Πριν από περίπου ένα μήνα τα φώτα στράφηκαν στη νεαρή ακτιβίστρια με αφορμή τον διάπλου του Ατλαντικού με το μηδενικών ρύπων ιστιοφόρο για να παρευρεθεί στη Νέα Υόρκη, στις εργασίες της συνόδου δράσης για το κλίμα, ενώπιον της συνόδου των Ηνωμένων Εθνών, και να εκφωνήσει αυτό το λογύδριο που τράβηξε για δεύτερη φορά την προσοχή στο πρόσωπό της. Ο λόγος της όχι μόνο έγινε βάιραλ αλλά διακωμωδήθηκε και λοιδορήθηκε όσο λίγα γεγονότα της πρόσφατης επικαιρότητας.

Παρατήρησα το μένος, τη χλεύη, αλλά και τα λογικά επιχειρήματα που επιστρατεύτηκαν, μέσα στην εβδομάδα που πέρασε, για να πείσουν πόσο μηδαμινή, κατηγορίας φτερού, είναι η Τούνμπεργκ και γιατί πρέπει να σταματήσουμε να της δίνουμε σημασία. Στο τέλος μου ‘ρθε εκείνο το παλιό: The greatest trick the Devil ever pulled was convincing the world she didn’t exist.

Άνθρωποι που χειρίζονται τον λόγο (λογική και γραφή) άρτια, εμφανίστηκαν με επιχειρήματα κατά του φαινομένου Τούνμπεργκ. Δεν θα μπω στη λογική των επιχειρημάτων. Όχι γιατί σήκωσα μπαϊράκι και αποποιούμαι τη λογική τους, αλλά γιατί υποστηρίζω ότι η λογική δεν έχει να κάνει με την περίπτωση Thunberg. Δηλαδή, καλά είναι τα επιχειρήματα για όλους εμάς που παίζουμε το παιχνίδι των επιχειρημάτων, αλλά το παιχνίδι αυτό τελειώνει όταν ο άλλος αρνηθεί να παίξει με τους κανόνες. Η διαφωνία κρύβει συμφωνία. Το αν το ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο, προϋποθέτει ότι συμφωνούμε, τουλάχιστον, στην ύπαρξη του ποτηριού. Η περίπτωση «Γκρέτα» δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία (ή αν ανήκει, ανήκει υπό προϋποθέσεις). Η Τούνμπεργκ διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να απεκδυθεί τη λογική (τουλάχιστον στιγμιαία) και να κλωτσήσει το ποτήρι. Και αυτό, εγώ, το βλέπω πολύ λογικό. Η Γκρέτα μπορεί να μίλησε όπως μίλησε σε εκλεγμένους αντιπροσώπους κρατών, και πολλοί μπορεί να σήκωσαν φρύδι με τον τόνο της, αλλά εκείνη δεν απευθύνεται ακόμη σε αυτούς. Αυτοί μπορεί να χαμογελάνε, να κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, και να περιμένουν να περάσει το ψιλόβροχο (γιατί ως ψιλόβροχο το βλέπουν). Η Γκρέτα όμως, μέχρις ώρας, απευθύνεται στους συνομήλικούς της. Αλλά οι συνομήλικοί της έχουν και γονείς. Όταν λοιπόν οι γονείς των παιδιών αυτών φτάσουν στη δυσάρεστη θέση να μην μπορούν να τιθασεύσουν τα βλαστάρια τους στην νέα (οικολογική) μανία (για να μην αναφερθώ στο ό,τι πολλοί γονείς θα είναι σύμφωνοι με όλο αυτό), τότε η Γκρέτα θα έχει τραβήξει και την προσοχή των μεγάλων όπως της αξίζει. Το ωραίο με τις μανίες, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, είναι ότι μικραίνουν τον κόσμο (σου). Τον κάνουν διαχειρίσιμο. Η μανία σε κάνει να επικεντρώνεσαι σε ένα μικρότερο κομμάτι του κόσμου και άρα σε ανακουφίζει από το άχθος των επιλογών που προϋποθέτει η δυσβάσταχτη (θέλει αρετή και τόλμη) ελευθερία που υπόσχεται ο κόσμος του Διαφωτισμού. Η απάντηση στον Διαφωτισμό δεν είναι απαραίτητα περαιτέρω διαφωτισμός, αλλά, καμιά φορά, ανακουφιστική συσκότιση.

Οι “σώφρονες” μεσήλικοι προτείνουν ως λύση στην κλιματική αλλαγή τον εναγκαλισμό με ακόμα περισσότερη τεχνολογία, και είναι αλήθεια ότι αυτό το επιχείρημα κάνει τη λύση να φαντάζει τόσο απλή: «ό,τι πρέπει να γίνει για την κλιματική αλλαγή γίνεται ήδη. Κάνε στην άκρη γελοίο παιδαρέλι. Άσε τον κόσμο να τον τρέξουν οι πολυεθνικές σε αγαστή συνεργασία με τους πολιτικούς τους». Η Γκρέτα αντιπροτείνει, μεταξύ αυτών που θα έπρεπε ήδη να γίνονται, επιστροφή στο παρελθόν με αποχή από την επονείδιστη τεχνολογία που έφερε την κλιματική αλλαγή. Όταν οι προτάσεις της αρχίσουν να έχουν αντίκτυπο στους ισολογισμούς των πολυεθνικών, και, για να ακριβολογούμε, για να μην έχουν οι προτάσεις της αντίκτυπο στους ισολογισμούς των πολυεθνικών, θα πρέπει να βρεθεί μια μέση οδός. Όσοι χλευάζουν αβλεπί αυτή την αποχή από την τεχνολογία ας αναλογιστούν τι όμορφα που δένουν οι προτροπές της Τούνμπεργκ με τη χιψτεροποίηση της πραγματικότητας – που αναδεικνύει ως μοδάτο το βίντατζ, και κεφαλαιοποιεί υποδόρια τη νοσταλγία για το παρελθόν, για αυτή την περίοδο άφατης και άφταστης ευτυχίας – και πώς αυτή, ήδη, προλειαίνει το έδαφος για λιγότερη τεχνολογία.

Μέσα στην εβδομάδα που πέρασε διάβασα και ένα άρθρο του Βασίλη Βαμβακά στη Λάιφο. Ο Βαμβακάς εντοπίζει την πρωτοτυπία της περίπτωσης Τούνμπεργκ σε δύο σημεία. Πρώτον, η Τούνμπεργκ μετουσιώνει για τις νεότερες γενιές μιά σούπερ ηρωίδα.

«Θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει στους μεταλλαγμένους X-men ή στους τραυματικούς Avengers. Θα μπορούσε να είναι συγγενής των δημοφιλών όσο και αμφίσημων κοριτσίστικων προτύπων, όπως το κορίτσι χωρίς στόμα Σαντόρο και η δαιμονική κούκλα Άναμπελ. Η αδυναμία της, αυτό που ξενίζει και φοβίζει, αυτό που η ίδια προσπαθεί να υπερκεράσει, γίνεται αυτό που την ξεχωρίζει και αυτό που την κάνει ισχυρή, επιδραστική».

Το φάσμα του αυτισμού και οι ιδιαιτερότητες που εμφανίζει στην ομιλία της, τραχύτητα, μυϊκές συσπάσεις του προσώπου, κάνουν την Τούνμπεργκ ιδανική περίπτωση συμβόλου για να προσωποποιήσει στα μάτια των παιδιών (και όχι μόνο) τη διαλεκτική σύνθεση ανάμεσα στο καλό και το κακό που φαίνεται να ενσαρκώνει με την πομπώδη για πολλούς συμπεριφορά της. Ο Βαμβακάς, αυτό, το δένει με το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει την Τούνμπεργκ: το νεαρό της ηλικίας της.

«Αυτό που φαίνεται να ενισχύει, ίσως εν αγνοία της, είναι μια νέα διαιρετική τομή που είχε καιρό να εμφανιστεί στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα, το γενεακό χάσμα».

Επαναλαμβάνω τι είχα γράψει πριν ένα μήνα και σας καλώ να το δείτε υπό το πρίσμα των δύο σημείων του Βαμβακά:

«Το μήνυμα της Τούνμπεργκ είναι σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Είναι η φωνή του μέλλοντος απέναντι στην οκνηρία και την αδιαφορία των ενηλίκων, και κυρίως μεσηλίκων, που κρύβονται πίσω από την ακραιφνώς εγωκεντρική λογική της αντοχής και αυτάρκειας του πλανήτη για τα καπρίτσια και τις έξεις, τουλάχιστον της δικής τους ζωής. «Μέχρι να πεθάνω εγώ, ο χορός καλά κρατεί», φαίνεται να λέει η μερίδα των ανθρώπων που πραγματικά έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν τα πράγματα».

Ε, όχι ακριβώς έτσι, μπάρμπα.