Ατελέσφορη και επικίνδυνη βαρεμάρα
10-08-2019

«Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ώστε δεν πρόφταινα ν’ αναλογιστώ: «Με παίρνει ο ύπνος» […]», γράφει ο Προυστ στις γραμμές που ανοίγουν το πολύτομο μυθιστόρημά του. Ο Προυστ, βλέπετε, δεν είχε κινητό και περιοριζόταν στην ανάγνωση βιβλίων πριν τον ύπνο.

Θα το έχετε προσέξει κι εσείς. Μπορεί να σε νυστάξει ένα βιβλίο αλλά μόλις πιάσεις το κινητό στο χέρι και αρχίσεις το σκρολάρισμα η νύστα εξαφανίζεται. Η ντόπα δουλεύει. Είναι χίλιες φορές προτιμότερο να αφήσεις τα μάτια να κλείσουν μετά από την ανάγνωση παρά να αναζητήσεις το φιξάκι σου.

Μπορεί να ήσουν στο γραφείο και να είχες μόλις τελειώσει μια βαρετή εργασία. Μπορεί να διάβαζες κάποιο άρθρο στην εφημερίδα ή ένα βιβλίο και να ένιωθες την ανάγκη για μια ανάπαυλα. Μπορεί να έκανες κάποια χειρωνακτική εργασία και να ήθελες να κάνεις διάλειμμα για τσιγάρο. Σκεφτείτε λίγο όλες αυτές τις δραστηριότητες, κάπου στο παρελθόν. Ας πούμε, δεκαπέντε χρόνια πίσω. Όταν έκανες τότε μια διακοπή μπορεί να κοίταζες από το παράθυρο, ή μπορεί να έβγαινες στο μπαλκόνι ή στον κήπο ή στον ακάλυπτο. Στο διάστημα που έκανες αυτό το διάλειμμα, τότε στο παρελθόν, ο ειρμός της σκέψης σου ήταν ελεύθερος να αιχμαλωτιστεί από κάτι εντελώς τυχαίο, που, αν δεν είχε άμεση σχέση με τη δραστηριότητα που μόλις είχες διακόψει, θα βρισκόταν στο πεδίο της όρασης ή της ακοής ή ακόμη και της όσφρησής σου. Κάποιοι από εμάς, στο παρελθόν, βάζαμε cd ή βινύλια για να ακούσουμε μουσική, ή αφοσιωνόμασταν σε ένα επίμονο κοίταγμα προς το ταβάνι ή προς έναν λευκό τοίχο και βρίσκαμε σε αυτά μια εμβληματική και πρωτότυπη «tabula rasa». Μια λευκή πλάκα που τη γεμίζαμε με τις ευφάνταστες αλλά και αυθαίρετες αναπολήσεις ή προβολές μας. Οι ειρμοί των σκέψεών μας είχαν κυρίως αισθητηριακές αφετηρίες. Από εκεί, το τρένο αυτό της σκέψης ήταν ελεύθερο να κατευθυνθεί προς το παρελθόν, σε κάτι που είχε ήδη συμβεί και που το αισθητήριο λάκτισμα μάς το είχε βγάλει στην επιφάνεια. Εναλλακτικά, μπορεί το τρένο να πήγαινε προς το μέλλον και να είχαμε αποπειραθεί να οραματιστούμε μια κατάσταση σε σενάριο, πάλι, μιας αισθητηριακής αφορμής.

Αυτό πάντως που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να οραματιστούμε είναι το σήμερα. Τώρα, ανάλογα με το χρονολόγιό μας ή το όποιο «τύπου χρονολόγιο» στο οποίο καταφεύγουμε όλες τις στιγμές των διαλειμμάτων, ο ειρμός της σκέψης μας είναι πλήρως κατευθυνόμενος. Κατευθυνόμενος από το εκάστοτε θέμα το οποίο τρέχει εκείνη την ημέρα ή ώρα. Και αυτό, αναμφισβήτητα, δεν μπορεί παρά να έχει αντίκτυπο στην ποιότητα των τρόπων αναπόλησης και φαντασιακής διαβίωσής μας. Τώρα, παραμένουμε σχεδόν όλοι δέσμιοι μιας πλήρως κατευθυνόμενης διαδικασίας “ελεύθερων” συνειρμών. Οπότε στεκόμαστε απέναντι σε ένα παράδοξο: ενώ το attention span διαρκώς βαίνει μειούμενο και η διάσπαση προσοχής θερίζει, το δυνητικά πολύτιμο για τον καθένα αυτό καταφύγιο των προσωπικών μας στιγμών αφηρημάδας πάει στράφι. Η βαρεμάρα μας έχει απολέσει κάθε ίχνος δημιουργικότητας και παραγωγικότητας γιατί δεν αφήνεται να ανθίσει. Το χρονολόγιο δεν αφήνει χρόνο για αυθεντική βαρεμάρα καθώς σε διαποτίζει με μια βαρεμάρα ατελέσφορη και τελικά επικίνδυνη. Το χρονολόγιο επιβάλλει ισχυρές αισθητηριακές παγίδες που υφαρπάζουν τον ειρμό της σκέψης εν τη γενέσει του και τον ποδηγετούν σε προκατασκευασμένα μονοπάτια με λίγο πολύ προδιαγεγραμμένες καταλήξεις. Έτσι, το χρονολόγιό μας θέτει τις βάσεις για τη χειραγώγηση της σκέψης. Και η χειραγώγηση της σκέψης είναι πάντα προϋπόθεση και προπομπός τής χειραγώγησης της πράξης.

Με σύμμαχο λοιπόν τις ιδεολογικές και ιδιοσυγκρασιακές μεταβλητές του καθενός, το χρονολόγιό μας μετασκευάζεται σταδιακά σε ένα απόρθητο echo chamber που απλώς επιβεβαιώνει και πολλαπλασιάζει τις δικές μας σκέψεις και απόψεις. Η αίθουσα με τους καθρέφτες που διαστρεβλώνουν και αντιστρέφουν και διακωμωδούν τον εαυτό μας αναπαράγεται πια στην άκρη του δαχτύλου μας, πάνω στις μικροσκοπικές οθόνες μας, κάθε στιγμή της ζωής μας. Αναλογιστείτε ότι πριν την επιλογή “snooze” ή “unfollow” ή “hide” τα χρονολόγιά μας είχαν ακόμη τη δυνατότητα να μας ταρακουνήσουν γόνιμα και παραγωγικά. Μπορούσε να ξεφύγει μια ιδέα που θα μας έβγαζε από την πεπατημένη τού echo chamber μας. Υπήρχε, έστω και θεωρητικά, η δυνατότητα αυθεντικής σκέψης προς αλλότριες ατραπούς. Τώρα πια αυτό είναι αδύνατο. Το μέσο έχει κατανοήσει ότι η ανοχή μας στη διαφορετικότητα τείνει προς το μηδέν και γι’ αυτό διαρκώς μάς προσφέρει επιλογές για να την εξοστρακίζουμε. Ο σάιμπερ μπούλι μπορεί πια να εξοντωθεί με το πάτημα ενός κουμπιού, και, κυρίως, χωρίς να υποστεί αμυχή. Αναίμακτος ψηφιακός θάνατος. Το σάιμπερ μπλόκινγκ προσφέρει όλα τα καλά της εξόντωσης κάποιου χωρίς να λερώσουμε τα χέρια μας. Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος είναι ένας κόσμος όπου λαμβάνουν χώρα μπροστά από οθόνες μέσα σε υπόγεια μπούνκερ και με υπέρ-εξελιγμένα drones όχι μόνο οι πόλεμοι, αλλά και ένας απλός τσακωμός που καταλήγει αναίμακτα πια στον ψηφιακό θάνατο. “Sorry you had a bad experience” ανακοινώνει το μέσο, και όλα επανέρχονται στην πολυπόθητη νιρβάνα. Είσαι και πάλι ελεύθερος να σερφάρεις σε καθαρά και γνώριμα νερά.

Κι όμως υπάρχει κόστος για αυτή την αποστασιοποίηση. Υπάρχει κόστος για αυτή τη στυγερότητα με την οποία πατιούνται τα κουμπιά. Κόστος που τελικά ωφελεί τις εταιρείες που διαχειρίζονται, τις περισσότερες φορές ερήμην μας, τα προσωπικά μας δεδομένα. Η δημιουργία κολοσσιαίων echo chambers συνιστά το θεμέλιο λίθο επηρεασμού μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων που, και εδώ είναι η ειρωνεία, έχουν αυτορυθμιστεί ανάλογα με την ιδεολογία και την ιδιοσυγκρασία τους. Τη χοντρή δουλειά την κάνουμε μόνοι μας. Το σκάνδαλο της Cambridge Analytica, για παράδειγμα, που εικάζεται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit αλλά και στην εκλογή Trump, είχε στη βάση του τη διαχείριση των δεδομένων που έδιναν τεράστιο βάρος στην κατηγοριοποίηση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων με κοινά χαρακτηριστικά. (Δείτε το The Great Hack στο Netflix και παρακολουθήστε βήμα βήμα τον μηχανισμό.)

Τώρα, αυτές τις λίγες μέρες που περνάω κοντά στη θάλασσα αποφεύγω συστηματικά να παίρνω το κινητό στην παραλία. Και, ω του θαύματος, τις στιγμές που βγαίνω από το νερό και κάθομαι για να στεγνώσω βιώνω και ξαναθυμάμαι ένα συναίσθημα του παρελθόντος. Αυτή την εσωτερική εστίαση στο σώμα που περνάει από το κρύο του θαλασσινού νερού, στο χλιαρό, στο ζεστό, και τέλος στο καυτό του ήλιου. Όλη κι όλη αυτή η διαδρομή διαρκεί μερικά λεπτά αλλά χωρίς τη συσκευή στο χέρι διαστέλλεται και πάλλεται ολοζώντανη, σπονδυλωτή, σαν ταινία από τα παλιά. Δοκιμάστε τη.