Πολ Γκογκέν, ΑRII MATAMOE, Το τέλος του βασιλιά . Λάδι σε τραχιά λινάτσα, 45,10Χ74,30 εκ., 1892
Από πού ερχόμαστε; Τί είμαστε; Πού πάμε;
28-11-2019

«Μόλις έβαλα τις τελευταίες πινελιές στο κομμένο κεφάλι ενός ιθαγενούς [Κανάκ της Πολυνησίας], ακουμπισμένο πάνω σε ένα μαξιλάρι λευκό, μέσα σε ένα παλάτι δικής μου επινόησης, που το φυλάνε γυναίκες επίσης δικής μου επινόησης. Νομίζω πως είναι καλό ζωγραφικό κομμάτι. Δεν είναι ολότελα δικό μου γιατί το έχω κλέψει από ένα σανίδι έλατου. Ίσως δε θα έπρεπε να το λέω, αλλά τι τα θέλετε, ό,τι μπορούμε, κάνουμε, και όταν το μάρμαρο και το ξύλο σχεδιάζουν για χάρη σας ένα κεφάλι, ο πειρασμός να το κλέψετε είναι μεγάλος.» ΠΟΛ ΓΚΟΓΚΕΝ, ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ 1892 ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΝΤΑΝΙΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΦΡΕΝΤ.

 

Σκόρπιες σκέψεις:

Ο συγγραφέας, ο ζωγράφος, ο γλύπτης, ο μουσικός, γεννιούνται και ανήκουν στον κοινωνικό χρόνο. Το αν θα υπερακοντίσουν την κοινωνία και την τέχνη του καιρού τους εξαρτάται από την πρόσληψη του έργου τους (αν αυτό επιβιώσει) από τους επιγόνους και όχι από τις αρετές ή τα ελαττώματα του χαρακτήρα τους. Υποσημείωση στον κοινωνικό χρόνο του Γκογκέν (γ.1848-θ.1903): το 1893 συμπληρώνονταν 100 χρόνια από τον αποκεφαλισμό του Λουδοβίκου 16ου και της Μαρίας Αντουανέτας, η γκιλοτίνα δούλευε κανονικά στη Γαλλία ως μέσο εκτέλεσης της θανατικής ποινής, ο Γκογκέν είχε παρακολουθήσει αποκεφαλισμό λίγα χρόνια προτού ζωγραφίσει το «Βασιλικό τέλος» (βλέπε εικόνα) στα 1892—ας σημειωθεί δίπλα στο σπαραγμένο κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή ή του Ορφέα – καλλιτέχνη – μάρτυρα – θύματος μιας κοινωνίας που επιμένει να μην τον κατανοεί, στην κεντρική θέση του ανθρώπινου κεφαλιού στις πολυνησιακές μυθολογίες και θρησκείες αλλά και στον θάνατο ενός ντόπιου βασιλιά (από αλκοολισμό και όχι με αποκεφαλισμό) λίγο μετά την άφιξη του Γκογκέν, στο πρώτο ταξίδι του στα νησιά του Ειρηνικού, μα και στη σαγήνη που άσκησαν επάνω του η αφηρημένη γεωμετρία των ντόπιων ανθρωπόμορφων γλυπτών από ξύλο ή πέτρα, των «τίκι», σαν αυτά που ζωγράφισε να σημαδεύουν το σύνορο του ιερού και του κοσμικού χώρου στο «Βασιλικό τέλος».

Υπάρχει πρόοδος των ιδεών, δεν υπάρχει πρόοδος της τέχνης.

Το πιο κοινότοπο και το πιο αληθινό: η τέχνη δεν απαντάει, η τέχνη μόνο ρωτάει. Η μελαψή Αρκαδία του Γκογκέν πνευματικά είναι όχι και τόσο πρωτότυπη φυγή προς τα μπρος, ή προς τα πίσω, με πασίδηλα γραμματειακά και ζωγραφικά – πλαστικά προηγούμενα, η εκφραστική της γλώσσα όμως είναι θρίαμβος πολυσήμαντης πρωτοτυπίας, θρίαμβος της (ευρωπαϊκής, όχι εξωτικής) ζωγραφικής φαντασίας του και της ζωγραφικής τέχνης του που ανάμεσα στα άλλα της κατορθώματα κατόρθωσε να επιβάλει έναν μουσικό πνιγέα, μια επιλεκτική πρωτόγνωρη σουρντίνα στην ύλη του χρώματος διεκδικώντας νικηφόρα την ελευθερία της να μιλάει με τη σιωπή του χρωματικού λόγου της. Κατόρθωσε την αμύθητη σιωπή του χρώματος.

Αναδρομικού κύρους ηθικές αξίες δεν υπάρχουν. Δικαιούμαστε όμως να αισθανόμαστε στις μέρες μας αποστροφή για θεσμούς και συμπεριφορές συλλογικές ή ατομικές που ίσχυαν ή συνέβησαν στο παρελθόν. Δικαιούμαστε, και οφείλουμε, να τα καταδικάζουμε. Υποσημειώνοντας τον χρονικό σχετικισμό. Με δύο λόγια, την κεφαλή του Γκογκέν επί πίνακι δεν μπορούμε σήμερα να την απαιτούμε γιατί μας πρόλαβε προσφέροντάς την ο ίδιος αποστομωτικά—«απόλυτη νεκρή φύση»—, με την καλλιτεχνική του υπεροχή, απύρωτη θυσία σε ωραία διακοσμητική εσχάρα στους θεούς. Πήγε κι αυτός, μαζί με τον άλλον, στην Αρκαδία.

Από την επιπολαιότητα του ιμπρεσιονιστικού ψυχολογισμού ή της ανεπίγνωστης υπολειμματικής αντρικής αλαζονείας που εμφιλοχωρεί σε μισογυνισμούς – φαντάσματα μιας εξίσου ανεπίγνωστης πατροπαράδοτης θυμοσοφικής —βλέπε αντιεπιστημονικής και δεισιδαίμονος τυπολογίας—, αλλά και της χύδην, με πατέντα ΜΜΕ, ορθοπολιτικής σύγχυσης, εφαρμοσμένων αναδρομικά σε εποχές που η φροϊδική θεωρία δεν είχε καλά καλά εγκατασταθεί στον ψυχικό ορίζοντα και οι Ευρωπαίοι του εικοστού αιώνα ανήκαν ακόμα στη συνείδηση του δέκατου ένατου, είναι προτιμότερη η ιστορική κοινωνιολογική προσέγγιση—τα ιστορικά στοιχεία για την ηλικία γάμου και τη θέση της γυναίκας, ας πούμε, στα χρόνια του Γκογκέν. Δεν είναι μέρος του ζωγραφικού του λεξιλόγιου αλλά είναι μέρος της προσωπικότητάς του, αν και εφόσον είναι ανάγκη να μιλήσουμε γι’ αυτήν, στη σημερινή εποχή που η αγορά έχει οριστικά ταυτίσει την πληροφορία με το σκάνδαλο.

 

Σκόρπια δεδομένα:

Χρονολογίες του Πολ Γκογκέν: γέννηση 1848θάνατος 1903.

«Στη Γαλλία, μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, το όριο της ηλικίας γάμου ήταν 12 χρονών για τα κορίτσια και 14 για τα αγόρια. Η νομοθεσία της Επανάστασης αύξησε στα 1792 το όριο στα 13 χρόνια για τα κορίτσια και στα 15 για τα αγόρια. Με το Ναπολεόντειο Κώδικα το 1804, το όριο καθορίστηκε στα 15 χρόνια για τα κορίτσια και στα 18 για τα αγόρια. Το 2006, το όριο της ηλικίας γάμου για τις γυναίκες αυξήθηκε στα 18 ταυτιζόμενο με το όριο για τους άντρες. Για τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, όπου τα ηλικιακά όρια γυναικών – αντρών εξακολουθούν να μην ταυτίζονται, η ηλικία γάμου για τα κορίτσια είναι συνήθως δύο ή τρία χρόνια μικρότερη από την ηλικία που ισχύει για τα αγόρια».

(“Marriageable age” άρθρο στην αγγλόφωνη Wikipedia: https://en.wikipedia.org/wiki/Marriageable_age)

«[…] Την υπάνδρευσαν δεκατετραετή, χωρίς να ερωτήσωσιν αν έστεργεν τον σύζυγον, όν τηι έδιδον, και αν συγκατετίθετο να γίνη παπαδιά. Μετά έν έτος ο σύζυγός της εχειροτονήθη ιερεύς, χωρίς αυτή να νομίση ότι είχε το δικαίωμα να δώση ή ν’ αποποιηθή την συναίνεσίν της. Μετά έν άλλο έτος, ο νεαρός λειτουργός του Κυρίου, ασθενήσας, απέθανε, και ούτως αύτη εντός διετίας υπέστη τόσας σχεδόν μεταμορφώσεις, όσας και ο μεταξοσκώληξ· εγένετο από κόρης γυνή, από γυναικός παπαδιά, και από παπαδιάς χήρα· χήρα δια βίου».

Παπαδιαμάντης, Η χήρα παπαδιά (Ήθη των Σποράδων. 1888). Άπαντα, «Δόμος», τ. 2, σ. 85.

Ο αξιόπιστος περιηγητής William Martin Leak στα «Travels in the Morea», Λονδίνο 1830 (περιηγήθηκε την Ελλάδα μεταξύ 1804 – 1810): «Ο ανεψιός του Αντώνμπεη της Μάνης, ο Ιωάννης Γρηγοράκης γνωστός ως Κατσάνος, παντρεύτηκε όταν ήταν 19 χρονών και η γυναίκα του 14».

Ο Georg Ludwig von Maurer, ο επιφανής νομομαθής, στο «Ο ελληνικός λαός» (1835, ελλ. μετάφραση 1976) , ισχυρίζεται πως, από τις πληροφορίες που συνέλεξε τον καιρό που υπηρετούσε, τα χρόνια του Όθωνα, ως μέλος της τριμελούς αντιβασιλείας στην Ελλάδα, σε γενικές γραμμές οι γονείς παντρεύουν τα κορίτσια τους από 13 μέχρι 15 χρονών και τ’ αγόρια από 16 μέχρι 20.

Από τα παραπάνω ηλικιακά δεδομένα, ένα πρώτο εξαγόμενο συμπέρασμα θα ήταν πως η κοινωνική ισχύς ενός γαμήλιου συμφωνητικού, μιας σύμβασης κυρωμένης από το νόμο (και παλιότερα, για την Ελλάδα, οπωσδήποτε και από την Εκκλησία της Ελλάδας), εξασφάλιζε στα άρρενα μέλη της κοινωνίας απρόσκοπτα την νομιμοποίηση αυτού που αν δεν μεσολαβούσε ο γάμος τους με τα θήλεα, και αν δεν επρόκειτο για θήλεα (και ακόμα και χωρίς νομοθετική αναγνώριση δικαιωμάτων του παιδιού όπως τα σημερινά), η κοινωνία θα το θεωρούσε παιδεραστία.

Το θέμα μόλις και μετά βίας θίγεται με τα παραπάνω. Αλλά δεν ξεκίνησα για να το εξαντλήσω. Μόνο να υποσημειώσω με νύξεις για τις επιφυλάξεις μου την έκφραση ευαρέσκειας στο ομότιτλο κείμενο του φίλτατου Αλέξανδρου Ζωγραφάκη, με θέμα τα παλαιά και τα σύγχρονα πάθη του Πολ Γκογκέν (εδώ)—κείμενο που κατά μια οπτική κατ’ ουσίαν παλινδρομεί προς τον Φρόιντ προτού εγκατασταθεί οριστικά στο φροϊδικό σοφά με την «αγαστή συνέργεια καύλας και διανόησης που παράγει τα μεγαλεία που κρυφά αποθεώνουν οι Σαβοναρόλες του κάθε μουσείου»· αυτόν τον Φρόιντ που αποστρεφόταν ο εντομολόγος Βλαδίμηρος Ναμπόκοφ χωρίς να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει τα επί οχτώ χρόνια καθημερινά δεκατετράωρα μελέτης των οργάνων αναπαραγωγής πεταλούδων στο μικροσκόπιο του Μουσείου Συγκριτικής Ζωολογίας του Πανεπιστήμιου του Χάρβαρντ: «Τα πιο παλιά μου όνειρα έφερα άνω κάτω, ψάχνοντας για ίχνη και νήματα—αν και, ας το ξεκαθαρίσω ευθύς αμέσως, απορρίπτω αναφανδόν τον τετριμμένο, ευτελή, βαθύτατα μεσαιωνικό κόσμο του Φρόιντ, με το μανιακό κυνήγι των αφροδισιακών του συμβόλων (σαν να γυρεύει ο αναγνώστης βακωνικές ακροστιχίδες σε κείμενα του Σαίξπηρ) και τα κακεντρεχή έμβρυά του που κατασκοπεύουν, κρυμμένα στη φυσική τους κόγχη, την ερωτική ζωή των γονιών τους» (Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, «Μίλησε, Μνήμη», μτφρ. Γιώργος Βάρσος, 2013, σ. 34-35).

NB: Για όσους ενδιαφέρονται για φαντάσματα από μελάνι, η τρίτη και τελευταία συνέχεια του «Διεκπεραιώσεις μεταμορφώσεων στο μαύρο φεγγαρόφωτο», την ερχόμενη Πέμπτη.

Ετικέτες: Πολ Γκογκέν