Ένα ιμότζικο για τον Βασιλιά Λιρ/Ένα ιμότζικο για απελπισμένους γέρους
11-10-2018

«😞 No results found. Perhaps try a less specific search phrase.

If you are looking for inspiration, view a random emoji

 

Μόλις είχαν ακουστεί μέσα σε, για πρώτη φορά από την αρχή της παράστασης, απόλυτη ησυχία στην αίθουσα, τα σπαραχτικά λόγια του Άλμπανη, «Τώρα η πρώτη μας δουλειά είναι μεγάλο πένθος». Ο φωτισμός, συλλογισμένος κι αυτός, είχε χαμηλώσει στην οθόνη πάνω από τα έρημα κουφάρια εφτά νεκρών παρόντων, και άλλων απόντων, που πέθαναν μέσα σε φριχτούς σωματικούς και ψυχικούς πόνους. Ο θίασος της τραγωδίας αποδεκατισμένος, συρρικνωμένος στους τρεις πιστούς «φίλους της καρδιάς», τον Κεντ, τον Έντγκαρ και τον Άλμπανη, που πρέπει τώρα να συμμαζέψουν και να κυβερνήσουν τη θλίψη τους, και μαζί, τον ρημαγμένο τόπο, όπως στα αξιομνημόνευτα λόγια που ξεστομίζει ο Έντγκαρ (ή κατά τα σεξπιρικά Τετράδια [Quarto], ο Άλμπανης), —λόγια νέων που βάρυνε άξαφνα επάνω τους σαν κακιά αρρώστια η πείρα των γηρατειών, και που κλείνουν το έργο:

«Στο βάρος της θλιβερής μας εποχής να υποταχτούμε / κι ας πούμε όχι

ό, τι θα’ πρεπε παρά ό,τι αισθανθούμε.  / Οι γέροι τράβηξαν τα πιο πολλά,  εμείς οι νέοι που ζούμε, / ούτε τόσο πολύ ούτε τόσα πολλά θα ζήσουμε να ιδούμε.  (Βγαίνουν, με πένθιμο εμβατήριο) /

Μια αβάσταχτη πυκνότητα ποιητικού λόγου, λόγου ποιητικού, πυκνές αστραπές  που χαράζουν εκτυφλωτικά απανωτά φοβερά μηνύματα—βγάζουν με την αλήθεια τους τα μάτια μας, σαν τα μάτια του δυστυχισμένου Γκλόστερ— προτού προλάβουμε να τα αποκρυπτογραφήσουμε, στον κατάμαυρο ορίζοντα μιας νύχτας, της νύχτας της ανθρώπινης ζωής μας, είχε διώξει όλα τα μικρά ζώα του δάσους από την Αίθουσα Τριάντη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την Παρασκευή 5 Οκτωβρίου, τη μετέτρεψε σ’ ένα σκοτεινιασμένο δάσος, όπου όλα λούφαξαν από τον τρόμο φερμένον από αυτό το αόρατο παντοδύναμο δίχτυ της δύναμης των λέξεων κυβερνώντας  υπερφυσικά την καταιγιστική δράση. Που επιτέλους «έκαναν το τίποτα να συμβεί». Που μετάλλαζαν από ηχητικά σήματα σε σπλαχνικό αβάσταχτο κραδασμό εμψυχώνοντας ακόμα και τους τοίχους. «Ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ», «όχι», «δεν, δεν-θα», «καθόλου», «τίποτα απ’ το τίποτα»—μερικές χιλιάδες λίτρα νερού προειδοποιούσαν οι αρχικοί τίτλοι της κινηματογραφημένης παράστασης του «Βασιλιά Λιρ» απευθείας από το Θέατρο «Ντιουκ οφ Γιορκ» του Λονδίνου (σκηνοθεσία Τζόναθαν Μάνμπι, Ίαν Μακέλαν στο ρόλο του Λιρ), πέφτουν κάθε βράδυ στη σκηνή του θεάτρου την ώρα της μεγάλης καταιγίδας στην Τρίτη Πράξη, κι αν «πνίγουν τα καμπαναριά και τους ανεμοδείχτες κόκορες », και μουσκεύουν ως το κόκαλο τον Μακέλαν και τον Τρελό του, δεν καταφέρνουν να λυτρώσουν τον ογκόλιθο της άρνησης και του τίποτα που συντρίβει με το τελικό χτύπημα του θανάτου της Κορδέλιας την καρδιά του Λιρ, «φτωχού, σακατεμένου, ανήμπορου και καταφρονεμένου γέρου».

Κάθε κόσμος και ο αντίκοσμός του: το μεγαλύτερο μέρος του κοινού (της κατάμεστης αίθουσας) είχε εισβάλει—ήταν μια κανονική ανυπόφορα βροντερή και βάρβαρη εισβολή, με διαλόγους και ανεβοκατεβάσματα και χτυπήματα των καθισμάτων και εκτυφλωτικούς φακούς ταξιθετριών που προσπαθούσαν στα σκοτεινά να διακρίνουν τους αριθμούς στα καθίσματα—, και συνέχισε να εισβάλλει και μετά το τέλος της αρχικής παρουσίασης της παραγωγής  και  των συνεντεύξεων που διανθίζουν πάντοτε τις προβολές του Νάσιοναλ Θίατερ Λάιβ και που συνήθως είναι και ενημερωτικές και ενδιαφέρουσες και μια και υπάρχουν ελληνικοί και αγγλικοί υπότιτλοι, όλοι μπορούν να τις παρακολουθήσουν. Εννοείται, σαν αποτέλεσμα μιας πολύ ελαστικής πειθαρχίας—στην Αγγλία και δηλώνεται και απαγορεύεται πραγματικά και με δρακόντεια αυστηρότητα η είσοδος στους καθυστερημένους ακόμη και ένα λεπτό μετά την έναρξη.  Στο διάλειμμα ακούστηκαν κάποιες επιπλήξεις σε έφηβους και μετέφηβους θεατές  για κατανάλωση τσιπς κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους, και τότε έκανα τη (μονόπλευρη) γνωριμία της εξ αριστερών διπλανής μου  θεάτριας (της θεατού δεν πρόκειται να πω, ούτε της θεατή ούτε της θεατίνας – αν και δεν βλέπω ισχυρά επιχειρήματα κατά του τελευταίου)—μονόπλευρη, γιατί τη γνώρισα εγώ αλλά όχι εκείνη εμένα που όπως όμως κατάλαβα, ήδη, κατά περίεργο τρόπο, με γνώριζε προτού με συναντήσει. Ήταν μια μαυροφορεμένη νέα γυναίκα με πολύ φουντωτά κατσαρά μαύρα μαλλιά, γεμάτο και ανεξιχνίαστα ευχάριστο πρόσωπο, στα είκοσι έξι ή είκοσι εφτά της, επικεφαλής υπεύθυνη μιας ομάδας επίσης μαυροφορεμένων εφήβων, κορίτσια και αγόρια ζευγαρωτά, που κάθισαν πιάνοντας σχεδόν όλη τη σειρά των καθισμάτων στα δεξιά μου. Το μαύρο λοιπόν δεν σήμαινε κάποιο είδος γενικευμένης  χηρείας αλλά ας πούμε μια γενικευμένη ενδυματολογική προδιάθεση  όπου συγκλίνει  εξάλλου το ογδόντα τοις εκατό των σημερινών εφήβων. Και προφανώς είχε την έγκριση και τη συμπαράσταση της δασκάλας, που ανταποκρίθηκε αναπηδώντας σαν ελατήριο από το κάθισμά της στην παρατήρηση της ταξιθέτριας για τα τσιπς βγάζοντας μια εντυπωσιακή φωνάρα, ενώ το ένα μάτι της κοίταζε εμένα και πώς τα κατάφερνε με το άλλο να μην κοιτάζει πουθενά: «Για όλα πια φταίνε οι νέοι, όλο σ’ αυτούς κάνετε παρατηρήσεις, στους γέρους—εδώ αισθάνθηκα το βλέμμα του ενός ματιού να με καίει, σαν «θειάφινη φλόγα και σαν τη σκέψη γρήγορη» για να επιστρέψω στον Λιρ, στον αριστερό γκρίζο κρόταφό μου»—στους γέρους, τίποτα, όλα πια  τα κάνουν σωστά αυτοί».  Οι μαγικές λέξεις είχαν ακουστεί: «οι γέροι και οι νέοι», «ο γέρος». Πρώτα σκέφτηκα πως τόση ήταν η κραταιά, η υπερφυσική δύναμη του έργου αυτού, του «Βασιλιά Λιρ», που να μετενσαρκώνεται και να αναγεννιέται κάθε στιγμή μέσα στα λόγια μας, μέσα στις καθημερινές περιστάσεις, στις καθημερινές συγκρούσεις μας—ήταν ένα μεγάλο, ανεπανάληπτο διηνεκές ποίημα για τα γηρατειά και τα νιάτα, τους γονείς και τα παιδιά, την οικογένεια, την αχαριστία, την κακία, την αγάπη, το σεβασμό και την αφοσίωση, την ανθρώπινη αδυναμία, τις παγίδες της δύναμης, την ψευδαίσθηση της δύναμης, την ψυχική γενναιοδωρία. Μετά ήρθε η στιγμή προς το τέλος του έργου  όταν ο παντοδύναμος μαγνητισμός του έσυρε όλη την αίθουσα με την απροσμάχητη ελκτική του δύναμη σε ένα είδος πρωτόγνωρης καθαρτικής δίνης εκτός τόπου και χρόνου ή μάλλον σε έναν απεριόριστο χωροχρόνο ακατάλυτης ψυχικής ζωής ώστε το άναμμα των φώτων να μοιάζει  με προσγείωση στο κοσμοδρόμιο  ύστερα από διαστημική πτήση—με την πρόσκρουση στο έδαφος  ήρθε η φωνή της διπλανής μου να εκφράσει, μ’ άλλα λόγια να ξεστομίσει, την εντύπωση της εμπειρίας:

—Πώ-πώ-Μαρία-τέ-ε-ε-λειο…ανατρίι-ι-ιχιασα—

Τότε θέλησα να αφαιρέσω αν μπορούσα από τη μεγάλη μαύρη κατσίκα την ευθύνη αυτών των παιδιών. Την μοναδική ευθύνη που μπόρεσα ποτέ να αναγνωρίσω στον δάσκαλο —να εμπνέει και να παρακινεί  τα παιδιά του με τα λόγια. Μα εκείνα άκαρδα και αδιάφορα, απορροφημένα από τα αμέριμνα και υπερφίαλα νιάτα τους—τέξτιν τινς—, κοίταζαν πώς θα παίξουν  κρυφά με τα κινητά τους ψάχνοντας το εικονογλυφικό, το εικονοσύμβολο, τη φατσούλα ή το εμότικο, ιμότζικο, τελοσπάντων (δεν μιλάμε για εικονόγραμμα ούτε για πικτόγραμμα  [μια τσουλήθρα στα γρήγορα στη  βικιπαίδεια  θα σας βοηθήσει να τα ξεχωρίζετε και να μην τα συγχέετε]— μιλάμε για εικονογλυφικά, δεν είναι παίξε-γέλασε), για να στολίσουν στα σμαρτφόν τους τον γερο-Λιρ που δεν έλεγε τρεισήμισι ώρες τώρα να πεθάνει.