Υποτουρίστας, τουρίστας, περιηγητής ή ταξιδιώτης;
30-09-2017

Από τότε που ήμουν παιδί γινόταν διαχωρισμός αυστηρός μεταξύ τουρίστα και ταξιδιώτη (ή και ταξιδευτή). Ο τουρίστας ήταν άβουλο πρόβατο που φωτογραφίζει αλλά δεν βλέπει, που περιεργάζεται και ξεναγείται χωρίς να κατανοεί, που επικονιάζει προορισμούς αλλά αγνοεί τις διαδρομές. Απεναντίας, ο ταξιδιώτης προσπαθεί, λέει, να ζήσει έναν τόπο, να μπει μέσα του, να τον κατανοήσει και να βρει τις — ας πούμε — ειδοποιούς διαφορές του.

Με την έλευση των φτηνών αεροπορικών εισιτηρίων στο γύρισμα του αιώνα δημιουργήθηκε μια κατηγορία τουρίστα, ας τον πούμε υποτουρίστα, που δεν ενδιαφέρεται ποσώς πού πάει αλλά μόνο ποια είναι η χρήση του προορισμού του: ήλιος και θάλασσα, όμορφες διαδρομές για ποδηλασία ή οδήγηση, φτηνό αλκοόλ, καλό φαγητό, φτηνό ή επισφαλές σεξ. Αυτό δεν είναι όμως ιδιαιτέρως ενδιαφέρον· ενδεχομένως οι περισσότεροι τουρίστες αλλά και πολλοί τουπίκλην ταξιδιώτες κατά βάθος αντιμετώπιζαν χρηστικά τους προορισμούς ανέκαθεν. Στην εποχή του χιψτερισμού πάντως όλο και περισσότεροι θέλουν να καμώνονται πως είναι ταξιδιώτες.

Ενδιαφέρον είναι ότι πλέον αντιλαμβανόμαστε πως υπάρχουνε τελικά και δύο είδη ταξιδιωτών: ο ταξιδιώτης και ο περιηγητής.

Ο ταξιδιώτης, στην ιδανική ενσάρκωσή του, θέλει να μάθει και να ζήσει έναν τόπο, να φάει τα φαγητά του και να πιει τα ποτά του, να περπατήσει τις γειτονιές του και τις εξοχές του — γιατί Ταξίδι χωρίς να περπατήσεις δεν υφίσταται. Ο ταξιδιώτης είναι καλόπιστος και δεκτικός, προσπαθεί να δει πέρα από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά, προσπαθεί να χαρεί τον τόπο που επισκέπτεται και να τον κατανοήσει. Πρώτα ρωτάει και παρακολουθεί και μετά κρίνει. Αυτός εδώ ο τύπος είναι χαρακτηριστικός, νομίζω.

Ο περιηγητής, στη μεγάλη παράδοση των περιηγητών από τον Εβλιά Τσελεπή και τους Εγγλέζους της Grand Tour, μέχρι τη Μάγδα Τσόκλη και τους συμμετέχοντες στις εκδρομές της Μαριάννας Κορομηλά, είναι συνήθως πολύ πιο διαβασμένος. Ξέρει εκ των προτέρων πού πάει και τι θα δει, επιλέγει προορισμούς εκτός πεπατημένης και κάνει έφοδο στα αξιοθέατα με τρόπους εναλλακτικούς: όχι με ξεναγό αλλά συνοδεία κάποιου ντόπιου αιρετικού π.χ. Το πιο σημαντικό, οι περιηγητές κουβαλούν μαζί τους τα στερεότυπα και τις βεβαιότητές τους και επικεντρώνουν ακριβώς στους τόπους, στους ανθρώπους, στις ιστορίες και στις συνήθειες που θα επιβεβαιώσουν τα στερεότυπά τους και θα επικυρώσουν τις βεβαιότητές τους. Ο περιηγητής ήδη κατανοεί και απλώς τσεκάρει ότι όσα «ξέρει» ισχύουν. Ο περιηγητής ρωτάει μόνον όταν ξέρει ότι θα πάρει την κατάλληλη απάντηση.