Tαίρι μου ,κασέρι μου
24-04-2018

Σε μια διαφήμιση κασεριού, ένας γονιός δαγκάει μια τριγωνική φετάρα κασέρι, κι αναθυμάται ακριβώς την ίδια φετάρα, ότε ήτουνε παιδάκι με ποδίτσα, φλώρι και περιποιημένο. Επιτυχές το ρακόρ, σάμπως ημιπολυτελείας. Διότι ένα στα πενήντα παιδιά του Δημοτικού διέθεταν κασέρι και πσωμί στα χρόνια της γλαυκής θύμησης σε αυτό το μέγεθος. Και τότε περιστοιχίζονταν από μυξωμένες ξυποληταρίες που έβλεπαν και μύριζαν μαργωμένες, ψελλίζοντας

Δώσε ρε λίγο δώσε να δαγκώ

Και παίρνοντας, φυσικά τον πούλο.

Το κασέρι, το χάσικο ψωμί, το βρώμιο σουβλάκι καρφωμένο σε καλαμάκι στα τρένα, ήταν είδη πολυτελείας, και σπάνιζαν, τουλάχιστον έως την περίοδο της οκταετίας του Καραμάνλαρου, συμπληρωμένης. Το κασέρι ήταν πιο συχνό και μια σταλιά, σε τετραγωνάκα ή φλίδες τρίγωνες, με οδοντογλυφίδα τσιμπικωμένη, όταν ήταν γάμος σε χωριό ή πάτερ φαμίλιας έδινε την εντολή στην δούλα και κυρά του «βάλε μας ένα ουζάκι».

Δεν υπήρχε πιο καβλιάρα μπόχα από την κασερίλα εκτός ψυγείου. Δεν ήταν απλώς ο γιατρός της πείνας αλλά η πύλη προς την Αμάλθεια και το κέρατό της το τράγιο.

Αυτά ήταν οικιακή οικονομία και οικοκυρικά. Μεγάλη συμβολή στην μείωση των φαινομένων Σπίθα, που ήταν «το αιώνια πεινασμένο παιδί», το λίξουρο.

Στους 840 μήνες που έζησα, ζήτημα να πείνασα τους δύο, συνολικά, και ποτέ ως παιδί. Τόσους, δύο, έζησα μη συντροφευμένος, ως μπακούρι. Και θυμάμαι πως τα φιλαράκια, τότενες, τραγουδούσαν

Ταίρι μου κασέρι μου

Εννοώντας «είσαι πολύτιμη σχέση, ωσάν ιδρωμένο κασέρι πάνω στην κάτω κόρα λευκού ψωμιού του Αχτσόγλου».

Να τα προσέχετε αυτά τα ρακοράκια. Δεν αρκεί ο επιστάτης που βαράει την κουδούνα και ο παπάκος που θυμάται.