O Παράκλητος και ο Διακονιάρης
23-02-2021

Όποτε, ευτυχώς όχι συχνά, ακούω ή διαβάζω για «επαιτική ποίηση» θαρέως επιθυμώ να αυτοκτονήσω με γκαρότα. Διότι η χρήση του όρου «επαίτης» δεν αφορά τα Κράβαρα και τον «Ζητιάνο» του Καρκαβίτσα. Ως επαιτική θεωρείται ποίηση που παράγεται από ζήτουλες του λόγου, χωρίς καμία σύνδεση με το επάγγελμα ή το λειτούργημα της κοινωνίας που χαρακτηρίζει τους διακονιάρηδες.

Ίσως να αποτελεί ερευνητικό πεδίο να διακρίνει κάποιος αν το «ελεήστε τον αόμματο» αποτελεί σπόλιον λογοτεχνίας ή αν ο δύστυχος που καθόταν στις εισόδους των παζαριών ή των ΚΤΕΛ άπλωνε χέρι μουρμουρίζοντας «κόσμο ακούω και κόσμο δε βλέπω, ματάκια δεν έχω σαααας παρακαλώ» διατηρούσε κάτι από τους τροβαδούρους, αλλά εδώ μιλάμε για την αντίστροφη, μη ανθρωπολογική, μη κοινωνική διαδικασία:

Ο ερευνητής διαβάζει Πτωχοπροδρομικά ποιήματα, ή τον Μιχαήλ Γλυκά ή τον Μανουήλ Φιλή. Διαβάζει για έναν γραμματικό που υποφέρει, έναν καλόγερο που δεν ήρθε με το έχει του στο μοναστήρι, έναν σύζυγο μιας κυράς παινεμένες που τον λούζει, έναν φυλακισμένο που αδίκως μαντρώθηκε, για κάποιον που ευχαριστεί επειδή έλαβε ένα αυγό χήνας με νομίσματα. Κι επειδή απευθύνεται σε βασιλέα, και ζητά ενίσχυση οικονομική, ο ερευνητής καταλήγει: είναι ποίηση επαιτική. Προσφέρει λαϊκό λόγο και θυμηδία, επομένως, απλώνει την παλάμη με περισσότερες ελπίδες. Κάτι σαν τζουτζές που με το μουλτογαϊτανόσκουφο σκουφί του κάνει μορφασμούς και χειρονομίες και εκφέρει υπαινιγμούς ή χοντράδες, οπότε κερδίζει άξια τον μισθό του.

Δηλαδή τα κάλαντα που καταλήγουν σε έπαινο και δώρημα, είναι επαιτικά; Τα χιλιάδες ποιήματα που αποτυπώνουν ή περιγράφουν κάτι και μετά καταλήγουν σε ένα «δώσε» (αγάπη ή σεξ ή γιουβαρλάκια) έχουν διακονιάρικο χαρακτήρα; Οι ερευνητές (ευτυχώς όχι όλοι) δεν ξέρουν τον χαρακτήρα και την εκτέλεση μιας παράκλησης; Οδηγία προς την Μούσα του, ήτοι παραγγελιά δεν είναι η απαρχή των ομηρικών επών; Όταν γελάμε με τις ατάκες του Πτωχοπρόδρομου, δεν γελούσε κι ο βασιλιάς; Μήπως είναι πιο κοντά στο θέατρο, στον Τζίμη τον Τίγρη απ΄όσο μπορούμε να αντιληφθούμε; Μήπως και η παλαιότερη έκφραση «δημώδης» κρύβει μια γεννήτρια αρχικού λόγου που επαναλαμβάνεται όσο την έβρισκαν γουστόζικη; Κι αυτή η βλακεία περί Θεοδώρου Προδρόμου που ήταν αυλικός και μούγκλαβος, ενώ ο άλλος, ο Πτωχός, ήταν σαλτιμπάγκος, δεν πρέπει να λάβει ένα τέλος; Πόσοι, μα πόσοι δημιουργοί αδιαθετούσαν από την σοφαροφάνεια; Πόσες φορές ο Αναγνωστάκης θα σταυρώνεται επειδή ήταν ταυτόχρονα ο Μανούσος Φάσσης; Κι ο άλλος με τα «εντεψίδικα», ο Λαπαθιώτης με τα ρεμπέτικα, όλοι οι διφυείς και οι ανήσυχοι, αυτοί που «τάισαν» με τη σέσουλα την δήθεν δημοτική μούσα;

Η Παράκληση στον λόγο και στη λογοτεχνία, είναι κόρη της Απειλής. Τα κάλαντα, για παράδειγμα, συμπορεύονται με τα Ρουγκατσάρια, με τελετές σκυλιών που μάτωναν, με οπλισμένες παρέες που αλληλομαχαιρώνονταν. Ώσπου οι περιφερόμενοι όμιλοι αυτού  του τραγικού θεάτρου γίνουν τελετές σε δήμους και κοινότητες, πέρασαν από μια φάση όπου έπαιρναν το διάφορό τους τραγουδώντας και πειράζοντας, όχι με την μάχαιρα.

Ο λόγιος είναι πίσω από όλα αυτά. Κανένας ζητιάνος και κανένας παράκλητος. Την λαϊκή παράδοση, οι λόγιοι κατά κανόνα την πλάθουν, έχοντας βέβαια ζήλο να μεταφέρουν την ανώνυμη μαρτυρία, την έκτακτη έκφραση ενός μεμονωμένου ατόμου, στον στίβο της εμπορίας λέξεων. Αλλά η αναζήτηση του ναΐβ, ήταν αείποτε προνόμιο των εκπαιδευμένων να τους βρίσκουν. Πίσσα και πούπουλα περίμεναν τους ναΐβ στις τοπικές τους κοινωνίες.

Μπορεί ο Γλυκάς, στα μέσα του 12ου αιώνα, να γράφει «Η φυλακή και ο θάνατος και χείρων του θανάτου/ η φυλακή και κάμινος και χείρων της καμίνου» και ο Βαμβακάρης, το 1935, να κοτσάρει στο «Αντιλαλούν οι φυλακές» ένα πιθανώς παλαιότερο «το σκότος και η φυλακή/  είναι μεγάλο λακριντί», (ίσως εννοώντας «πατιρντί») αλλά ο «φόβος» και η «φυλακή» είναι κοντά-κοντά σε μια παραβολη του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου.

Όσο για τα χρήματα, τις ανταμοιβές και τα λοιπά, ο σύγχρονος κόσμος είναι γεμάτος δημιουργούς που ζητάνε ένα διάφορο για να δημιουργήσουν. Μόνον που σήμερα, πρέπει να υποδυθούν τον αξιοκρατικά επιδοτούμενο οραματιστή και να μη πολυφαίνονται στους διαδρόμους των χρηματοδοτών.

Η τελευταία παράγραφος αφορά και αρκετούς ερευνητές.