Η άρνηση του σφαιρικού σε έναν επίπεδο κόσμο.
H ποίηση ως εμβόλιμη αξία
18-02-2020

Οταν πληροφόρησα τον πατέρα μου, εκεί, κατά την κρίση των πυραύλων της Κούβας, ότι προτίθεμαι να αφιερώσω τον βίο στην άσκηση της ποίησης, δεν ανησύχησε λιγότερο  απ΄όταν με τσάκωσε να πνίγω ένα αποτσίγαρο στην παλάμη, αλλά περιορίστηκε σε μιά υπόδειξη: γράψε ό,τι θέλεις κι όπως θέλεις, αλλα προηγουμένως να ασκηθείς σε όλα τα είδη. Να μελετήσεις δεκαπεντασύλλαβους και σονέτα, να γράψεις επιγράμματα, να διαβάσεις πολύ, να σέβεσαι τον κόπο των άλλων. Ευπειθέστατο δασκαλοπαίδι, ήξερα άριστα την τεχνική της εξαπάτησης. Επί πολλά χρόνια του διάβαζα ασκήσεις στο ύφος του Σουρή, του Κρυστάλλη, του Ρώτα, παλαμικές συνθέσεις και πλήθος μεταφράσεων που επιχειρούσα, του ιδίου στύλ. Στο συρτάρι μου, έγραφα ατονικά, έστελνα την ρίμα στα θυμαράκια, έστηνα ποιήματα σε σχήμα ποτηριού ή αστερία, χανόμουνα στους ντανταϊστές, στον Φρανσουά Βιγιόν και στους μπίντικς, κατάκλεβα ό,τι αγαπούσα. Η όλη τελετουργία, ήταν ένα είδος παράδοσης των στερεοτύπων για την ποίηση, από μιά γενια σε μιά άλλη.

Ο πατέρας μου τελείωσε το δημοτικό στο Ιρκούτσκη της Σιβηρίας, όπου εκτός από βιολί και άλγεβρα, διάβαζαν Πούσκιν και Λερμοντώφ, έπαιζαν με έλκηθρα στην Βαικάλη και πήγαιναν σινεμά και στο ποδηλατοδρόμιο. Αλλά ο γιός του φούρναρη Μαξίμ Φιοντόροβιτς, του πάππου μου, αυτός που έπαιζε με το δικό του μεκανό και φορούσε στολή με κίτρινο σειρήτι, ένδειξη ότι ήταν προορισμένος γιά μηχανικός, βρέθηκε σε χρόνο ρεκόρ να φοράει ποτούρια και να βόσκει αγελάδια, λόγω της προσφυγιάς, ώσπου τον πήραν στο διδασκαλείο άρα δεν είχε καιρό να βελτιώσει την εικόνα της ποίησης. Ανήκε στην μεγάλη ομάδα των ανθρώπων που στιχούργησαν παροδικώς. Στην μεσοπολεμική Ελλάδα, και παρά τους ύμνους προς τον Παλαμά, θαύμαζε την τέχνη του Αττίκ, ο οποίος συνέθετε λίμερικς ζητώντας σποράδην λέξεις από το ακροατήριό του. Στην μεταπολεμική Ελλάδα, υποτάχτηκε στην προεικόνα των ποιητών, όπως τους εμφάνιζε το ραδιόφωνο και ο σινεμάς. Οι ποιητές ως αξία, ήταν ελαφρώς ανώτεροι των λεγομένων αφηρημένων ζωγράφων, για τους οποίους όλοι οι νατουραλιστές διέδιδαν ότι δεν χρησιμοποιούσαν πινέλο, αλλά μιά ουρά γαϊδάρου, όπως ο δαίμων της ακαταλαβίστικης τέχνης, ονόματι Πικάσο. Ωστόσο παρέμεναν εις τον πάτον της εικόνας: το να είσαι φουτουριστής ή σουρεαλιστής, ήταν τρισχειρότερο από το να είσαι εαμοβούλγαρος. Τους τελευταίους, τους έσωνε η ξεφτίλα της δήλωσης. Τους άλλους, τους συνόδευε ένα ανήκεστο σακατλίκι.

Ωστόσο, κάθε εποχή, έχει τους γλωσσικούς της τρομοκράτες, παράλληλα με τους ταγούς της. Μεγάλη η έκπληξή μου στην Αλεξάνδρεια όπου διαβάζοντας πλήθος μεσοπολεμικών τοπικών κειμένων, ανακάλυψα ότι ο Καβάφης δεν νεουργούσε θεματολογικά και γλωσσικά, μήτε κάν στην διάταξη των λέξεών του, συγκρινόμενος με δεκάδες ομοτέχνους που βέβαια σήμερα δείχνουν άτονοι και βαρετοί. Η προσπάθεια πολλών ποιητών να ακμάσουν εντός της προθεσμίας του φυσικού τους βίου, καθιστά τις προσπάθειες που είναι σαν των Τρώων, περίπου κατορθωτές. Οι ποιητικές γενιές δεν εναλλάσσονται με κριτήριο την ουράνια δικαιοσύνη. Κανένας ρωμαίος στωικός δεν θα ενέκρινε την λίστα των στίχων που έστειλαν στον Μεγαλέξανδρο στην ανατολή, ενώ δεν ξέρω τι θα γλύτωνε από την αρχαία γραμματεία άν δεν είχαν συγκρουστεί οι Αντιοχείς με τους Αλεξανδρινούς. Ο μεσοπόλεμος τελειώνοντας πρότεινε προς την ποιητική διαχρονική Ακαδημία τον Σωτήρη Σκίπη, ενώ κανένας ελληνόφωνος ποιητής δεν γνώρισε τα μπερεκέτια του Αχιλλέως Παράσχου στην τότε ομογένεια.  Σήμερα, που η γενιά του Δάλλα, και του Πατρίκιου απογειώνεται προς την φυσική έκλειψη και η γενιά του 70 ετοιμάζεται για τα πτωχικά της γηρατειά, δεν υπάρχει περίπτωση η μυρωδιά των περιοδικών της εποχής να μη αναδίδει το σχετικό εποχικό άρωμα. Ποιητές που υπηρέτησαν απολύτως δικές τους στροφές στροφάλων, περνώντας ο καιρός μοιάζουν θλιβερά με τους θεσμικούς αντιπάλους τους. Κατά μεγάλες ενότητες η παραγομένη ποίηση ακυρώνεται ως ξεχωριστό είδος και παίρνει θέση στις λησμονητέες αξίες ενός πεπερασμένου κόσμου. Αν δεν υπάρξει γείτων φιλόλογος να επενδύσει πάνω σε ποιητή παλαιάς κοπής, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει έστω και ονομαστική συνέχεια. Το τετριμμένο πάντοτε είναι πιό χρήσιμο από το νεοφανές.

Προσπαθώ να παρουσιάσω, ρητορικώς μεγαλοποιώντας το, το εξελικτικό είδωλο της ποίησης, υπό την μορφή ενός ξοάνου, μακριά από τους πεποιημένους, αβρούς τρόπους μιάς αισθαντικής απαγγελίας. Ίσως έφταιγε η συλλογή «στου γλυτωμού το χάζι» και η δεινή επίθεση, που έφτανε τον διασυρμό της πρώτης συλλογής του Εγγονόπουλου, αλλά η δεύτερη και η τρίτη μεταπολεμική γενιά, οι ποιητές έως το 1970, βίωναν ένα άκρως προσβλητικό περιβάλλον. Μακάρι, τώρα που το σκέφτομαι, να ήταν απλώς εχθρικό. Απλώς να θυμίσω ότι στο τέλος της δεκαετίας του 50, η βεβαία γνώση ότι η χώρα διέθετε έναν εθνικό ποιητή, τον Σολωμό, βρέθηκε σε πλήρες κώμα, διότι μας μαζώξανε ένα πρωινό στο σχολείο για να μας μιλήσει ένας κύριος Παυλής, ο οποίος μας συστήθηκε ως εθνικός ποιητής. Μας είπε οτι ο πατέρας του ήταν σκουπιδιάρης, η μητέρα του πλύστρα, αλλά ανάθρεψαν τρία λαμπρά αδέλφια, έναν διευθυντή τράπεζας, ένα δεύτερο καπετάνιο στο πλοίο Νέα Ελλάς με μισθό 29 χιλιάδες το μήνα και έναν εθνικό ποιητή.Το 1959, 29 χιλιάδες τον μήνα ήταν το συνολικό εισόδημα όλων των οικογενειών των συμμαθητών μου. Συμπέρανα ,αδοκίμως φυσικά, ότι ένας καταξιωμένος ποιητής, ήταν ένα είδος σέμπρου, μιά ενδιάμεση φυλή ημιπολυτελών ατόμων. Το ποίημα που μας διάβασε ο Παυλής, ήταν αξιοθρήνητο, ωστόσο προκάλεσε ρίγη και δάκρυα. Διότι στην  μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα των στιχοπλόκων, η δημιουργία ύγρανσης στα μάτια, που επιτυγχάνεται απλούστερα με ελαφρά πίεση οποιουδήποτε δείκτη και οποιουδήποτε αντίχειρα στην ρίζα οποιασδήποτε μύτης, αποτελούσε πάντοτε ποθητό στόχο.

Γιατί αυτά; διότι, υποθέτω, οι μαθητείες διέρχονται απαραίτητα περιόδους φανατισμού, που ακόμη και στην ήσσονα περίπτωση των ποιητών, έφερναν τις συγκρούσεις τους, όπως των καλβικών ή των παλαμικών με τους σολωμικούς, και σταματώ εδώ, για να μη ευτελίσω κι άλλο το κείμενο αυτό με πρόσφατα παραδείγματα. Και για έναν άλλο λόγο. Δειλά στην αρχή, δυναμικά αργότερα, περί την κειμενογραφία αναπτύχθηκε μιά αγορά. Οι λέξεις δεν ήταν μόνον επιδραστικές. Είχαν και προστιθέμενη αξία σε πεκούνια, έστω στοιχειώδη.

Σπανίως η ποίηση δεν λειτουργεί ως εμβόλιμη αξία. Κι αυτό δεν ξεκίνησε με θετικό τρόπο, αλλά από την ανάποδη, με την τεκμηρίωση της απαξίας. Ενας ήσσων πλήν ικανός άπαξ ποιητής, ο Γεώργιος Αθάνας, που κουβέντιαζε το φεγγαράκι περί το 1910, βρέθηκε να κυκλοφορεί κατακαλόκαιρο του 1965 με βελάδα, περιμένοντας να ορκιστεί πρωθυπουργός. Τον περίμενε στην γωνία, πρίν την λαική οργή, ένας  γραφιάς, νέος και δημιουργικός που τον σατίρισε με εκείνο το «γαργάλα τα» που ο Αθάνας δεν έγραψε ποτέ. Ο συγγραφέας παρέμεινε ανώνυμος, επειδή άν τολμούσε να αποκαλυφθεί, θα πήγαινε περίπατο ο αστικός μύθος περί δημώδους ενδιαθέτου, που εξερράγη από εκείνην την πολιτειακή και πολιτική ιδιωτεία. Αν τον ήξεραν από τότε, ασφαλώς και θα τον ρωτούσαν πώς θεωρούσε ξεφτιλισμένο ποιητή την Αθάνα, ο ίδιος ή οι φίλοι του, στις ραδιοφωνικές  εκπομπές, που έπαιζαν τον ρόλο των σημερινών πρωινάδικων, παρουσίαζε ως τυπικό ποιητή έναν Πουνέντε, με αξιομνημόνευτο πόνημά του τους στίχους «το ναυτόπουλο λαλά / που όλο παίζει και γελά». Κανένας δεν το θεώρησε ποτέ αντινομία. Ίσως επειδή ο μακροπερίοδος λόγος με κοφτά κώλα που έπαιζαν τον ρόλο της στιχικής εναλλαγής, αποτελούσε το βασικό διαχειριστικό εργαλείο της καθημέραν ποίησης. Μεταξύ 1955 έως το 1980, ποιητής ήταν όποιος ασκούσε δραστική μετωνυμία σε πράξεις, με ενέματα γενίκευσης. Το να γράψεις ότι πήγες στο περίπτερο και πήρες τσιγάρα, ήταν άσημη κουβέντα μεταξύ φίλων. Αν έγραφες όμως «παροδική των αναγκών ιδιωτεία / τα μάτια του έγκλειστου ανίχνευσαν τον ίμερό μου / έφυγα κρατώντας την φενάκη στα χέρια», ήσουν ποιητής.

Η ανάμιξη των λογίων στα ιδεολογήματα των πολλών, έχει επισημανθεί από πολλούς με εύστοχον τρόπο, είτε πρόκειται για ένα φρεσκάρισμα της παράδοσης, είτε  ακόμη και την ηθελημένη παραποίησή της, στους χορούς, στην μουσική, στην στιχουργία, στην δημιουργία λαϊκής θυμοσοφίας, στην επιλεκτική μνήμη των μορφωμένων όταν επιθυμούν να αποστομώνονται από χωρικούς, κυρίως όταν επισημαίνουν κάποια ελληνικούρα ή κάποιαν αστοχία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ποίηση «επιλέγεται» ως αδέσποτο τρόπαιο και πλουτίζει την επάρκεια του λογιωτατισμού. Δεν υπάρχει ρητό αποδιδόμενο στον Μάρκο, στον Μουφλουζέλη, στον Θεόφιλο, σε κάποιον ποιητάρη, στην ατάκα ενός ορεσιβίου ή παρακτίου γέροντος, που να μη διαθέτει ένα σπόλιον χαριτωμένης αγραμματωσύνης. Βάση της θεσμικής αγραμματωσύνης είναι η ακμή των διανοουμένων. Οι οποίοι μπορεί να διασκεδάζουν με το «εσύ στερείσαι καλλιτεχνικά» του Μουφλουζέλη, αλλά στέλνουν ασχολίαστη στα τάρταρα την επιθυμία του Μάρκου να πάνε τα παιδιά του στο Ωδείο. Φυσικά, υπάρχει πολλή προϊστορία σε όλα αυτά, που μπορεί να είναι κυρίως αποκυήματα των δημιουργών μετά την βιομηχανική επανάσταση, και τον εθνικιστικό οίστρο προ δύο αιώνων, αλλά δεν λείπουν διαχρονικώς: ακόμη και στην συνύπαρξη του «τη Υπερμάχω» με το δήθεν δημώδες «εύρηκεν την δαμαλίδα απαλήν». Σε όλα αυτά, η λαϊκή συμμετοχή είναι ρητή και περιορίζεται σε μονόλεξα και δίλεξα συνθήματα: επιορκείς σγαυδάρι, νανά, ανανάγια, τούμβικας, τέτοια πράγματα. Κι όταν ο Μακρυγιάννης, για να τιμήσει τον ξένο του, του φτιάχνει ένα τραγούδι, εννοεί ότι προσθέτει δυό γυρίσματα σε ένα σταθερότυπο: ο ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, βασίλεψε.

Σύμφωνα με αυτά, ναΐφ παρέμενε όποιος αισθανόταν ότι γίνεται αποδεκτός από τους διαβασμένους. Διάφοροι αστικοί μύθοι, όπως το «μπουζούκι στα σαλόνια», η τουριστική ανάπτυξη της χώρας και έτερα επιπόλαια δέχτηκαν δραστικές συνέργειες διανοουμένων σε αυτόν τον πολτό. Οι ποιητές που διχάστηκαν μεταξύ στιχουργικης, κειμενογραφίας, διαφημίσεων, και απόπειρας εγγραφής στην εταιρεία συγγραφέων, προσπάθησαν να περάσουν την άποψη ότι διευθύνουν επιχειρήσεις, κυβερνούν οργανισμούς και λειτουργούν ως σύμβουλοι κομμάτων και εταιρειών ως ποιητές. Γι΄αυτό και ένας στιχουργός, προσπάθησε, ακόμη και το «ήμουν άγγελος του Τσάρλυ του Τσάρλυ του Τσάρλυ» να το εντάξει στο ζενερίκ της τηλεσειράς «στο παραπέντε» ως πάρεργο των ατρύτων του ποιητικών κόπων. Αλλά δεν περνάνε αυτά στο αδηφάγο πλήθος, επειδή η εικόνα του Πουνέντε παραμένει πανίσχυρη. Υπάρχει μιά διαφορά ανεπαίσθητη αλλά ουσιώδης: όταν ο Παλαμάς απευθύνθηκε στον κοινό αίσθημα του 1940, συστήνοντας να μεθύσουμε με το αθάνατο κρασί του 21, το έπραξε ως πνευματικός ηγέτης προερχόμενος απο τον Παρνασσό. Εντούτοις όταν ο Ελύτης έκανε την δήλωση στήριξης της Άνοιξης περί το 1992, ήταν αρκετά προβληματικό εάν εννοούσε τα Ετεροθαλή του (άνοιξη αμόνι και σφυρί) ή τον Αντώνη Σαμαρά.

Η εισαγωγή ποιητικής προστιθέμενης αξίας σε ένα σωρό σχετικά ή ξεκούδουνα ζητήματα του σιναφιού ή του λαϊκού ενδιάθετου, δεν είναι πάντοτε καθαρή υπόθεση. Αυτοί που διαμαρτυρήθηκαν επειδή ο Ηρακλής Αποστολίδης στην Ανθολογία του κορφολογούσε ή καννιβάλιζε αξιόλογους στίχους ποιητών, δεν είχαν αντίρρηση να αφήνουν ελεύθερον τον Θεοδωράκη να κάνει το ίδιο, επειδή αναγνώριζαν την υποταγή στην μουσική σύλληψη, που αλλάζει εύκολα τα φώτα στα λιμπρέτα, με την ίδια μανία που η σκηνοθετική επίνοια κολοβώνει ένα θεατρικό έργο. Αλλά αυτές οι παρεμβάσεις, δεν είναι συχνά επιτυχείς, ακόμη και από τον ίδιο τον δημιουργό τους. Φαίνεται ότι κατά το πρότυπο του Ιρακινού «χημικού Αλή», υπάρχει μιά μυστική γεννήτρια ανεφοδιασμού της νεοελληνικής ξεκουδουνίας με την συμβολή ενός «ποιητικού αλλοί και τρισαλλοί», το οποίο ως ευχή τουλάχιστον, έχει πέραση.

Η μεγαλύτερη συνέργεια σε αυτόν τον χώρο, έγινε με τους συνθέτες. Οι διαφορές ανάμεσα σε φουστανελάδες και ψαλιδόκωλους ήταν φραγκοδίφραγκα μπροστά στο παντοδύναμο θεώρημα της ποιοτικής και ευτελούς τέχνης. Συνθέτες και ποιητές, έφτασαν σε αρκετές χαριτωμενιές. Μέγας συνθέτης εξέδοσε δίτομη «μελοποιημένη ποίηση», ενώ πάμπολλοι στιχουργοί υπέγραφαν την ριμαρισμένη συμβολή τους σε ένα LP ως «ποίηση».

Αυτή η διαφοροποίηση που φέρνει ενίοτε και αντινομία, οφείλεται κατά τη γνώμη μου στην κακή διαχείριση των παύσεων και της σιωπής, ως ενεργών στοιχείων όχι μόνον του λόγου, αλλά και της προσωδίας. ’Οταν κάποτε είχα ρωτήσει τον Γιάννη Μαρκόπουλο πόθεν και ινατί τα Ζαβαρακατρανέμια, και αφού άκουσε τις υποθέσεις εργασίας μου περί ζαβαρείων και ωχ αμάν αμάν, μου εξομολογήθηκε ότι προτίμησε την λογική υπέρβαση, επειδή ξυπνώντας ένα πρωί, έπρεπε να διαχειριστεί μιά μουσική ιδέα, τονισμένη, μετρημένη και στοιχειοθετημένη πάνω στην φράση «σκότωσε τον πατέρα σου». Είπαμε. Καλύτερα σουρεάλας, παρά εαμοβούλγαρος. Όπως το μακεδονικό αποτελεί σερβοβουλγαρική διαμάχη στην οποία οι Έλληνες παραμένουμε πεισματικώς μαϊντανοί, παρομοίως η ποίηση έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με την μουσική, με μόνο κοινό στοιχείο την διαχείριση της προσωδίας. Εξάλλου, μαρτυρημένα και ο Πολ Μακάρντει όταν εμπνεύστηκε το Yesterday, το εμπνεύστηκε ως scrabled eggs.

Ένα παράδειγμα, χωρίς τον φόρτο της Ιστορίας. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η παγκόσμια σκηνή, απέκτησε δύο δυναμικές γεννήτριες λέξεων. Η μία είναι τα SMS η άλλη είναι η ραπ, το χιπ χοπ, δηλαδή η αναβίωση μέσα από τον παρατακτικό λόγο της προσωδιακής αφήγησης, της ραψωδίας, της άνευ ρυθμικής στιχικής, αφήγησης. Ε, ενώ υπήρξαν ακαριαία ποιήματα, χαικού, παντούμ και ό,τι άλλο, κανένας ποιητής δεν τόλμησε να αναμετρηθεί με την δουλειά να εκφράσει ποιητική ιδέα μέσα από το περιορισμένο μέγεθος των ψηφίων που επιτρέπεται να χωρέσουν σε ένα SMS. Ο χώρος παραμένει έκθετος στο καλαμπούρι και στο κουτσομπολιό, επειδή η ακμάζουσα ποιητική γενιά που υπάρχει, δεν έχει επέμβει σε ένα λαϊκό εργαλείο επικοινωνίας. Οι ποιητές μοιάζουν εξαρτημένοι περισσότερο από κάθε άλλη φορά από την δορά που καλύπτει μιά ποιητική συμπεριφορά. Τα ίδια και με το ράπ. Ενώ υπάρχει ροκ ποίηση, όπως υπήρχε και ποίηση μενουέτου, η ραπ ποίηση εξαρτάται πολύ περισσότερο από την καταγγελτική λογική του «φταίς, κοινωνία φταίς δεν αντέχω, γιό!». Μετά, φταίει η πιτσιρικαρία επειδή παρουσιάζει λεξιπενία και έτερα μυθώδη. Επ΄αυτού, σημείωνα  προ επταετίας:

 

Αυτά που φαίνονται επικοινωνιακά τερτίπια διά στίχων, είναι στην ουσία μεταγραφές από την τέχνη της ρητορικής, που ομοιάζει με την ποίηση μόνον στο ολιγόλεξον του συνθήματος και στην χαρακτηριστική ρυθμική του αγωγή. Αλλά δεν διαχειριζόμαστε τόσο αναλυτική γλώσσα που να διακρίνει τον μουσικό ρυθμό από τον ποιητικό ρυθμό, ίσως και από τον αρχιτεκτονικό ρυθμό.

 

Κι έτσι, η όσμωση της ποίησης σε διαφόρους τομείς της έκφρασης, υπάρχει μεν, αλλά με το σημερινό στερεότυπο που καλλιεργούμε για την ποιητική ιδέα. Σήμερα, ζούμε υπό την χρήση του ποιητικού ενέσιμου υλικού, αποκλειστικά από επαγγελματίες κειμενογράφους. Κι αυτοί δεν διστάζουν να επιχειρούν τις εισαγωγές τους με το σταγονόμετρο, και υπό έντονο μανιερισμό. Από την άλλη, η κοινωνία των ποιητών, έχει περιχαρακωθεί χειρότερα κι από τους μανιακούς του φωτογραφικού φιλμ την εποχή της ψηφιακής φωτογραφίας χειρότερα κι από τους οπαδούς μιάς νοσταλγικής λέσχης. Πρέπει να υποστείς την συνύπαρξη με τους αναλυτές σου, να κυνηγιέσαι με το σινάφι, να στήνεις ειδικά ιστολόγια, να δικτυώνεσαι ωσάν συνεταιριστικός οικοδομικός οργανισμός, να αποδέχεσαι τις λειτουργίες μιάς εξευγενισμένης εξτραβαγκάνζας, να απαντάς γιατί γράφεις ενώ απόθανε ο Ρεμπώ ή ο Σικελιανός, να εξηγείς γιατί λειτουργείς ως ομφαλοσκόπος σε εποχές που όλοι σου ζητούν επειγόντως «το μήνυμα».

 

Ως κειμενογράφος, συνταξιούχος ποιητής και shadow writer κι οσο η ζωή μου ξεθωριάζει, καταλαβαίνω πόσο σπασμένοι πρέπει να παραμείνουν όλοι οι καθρέφτες. Μόνη μου αγωνία, να παραβλέπω τα πρόσωπα που δημιούργησαν την ποίηση που εκτιμώ. Όχι, δεν θα αδικήσω πλεόν συνειδητά κανέναν. Δεν θα ξαναδώ τον ποιητή ως ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Θα αναθυμάμαι μόνον τους στίχους που με ευεργέτησαν, ακόμη κι άν χρειαστεί να ψάξω πολύ. Για να το ειπώ απλά, θα πεθάνω ευτυχής που κάποιος έγραψε γιά χάρη μου το

Μιλώ μιά γλώσσα παλαιά

Και το πολύ να ειπώ παώνια τα παγώνια

Χωρίς να δίνω δεκάρα τσακιστή για το ποιός το έγραψε. Η εθελουσία ανωνυμία είναι η μόνη μη επείσακτη, η μόνη τιμητική αξιακή αναγνώριση στην ποίηση. Κάθε υπογραφή, παραπέμπει σε εριστικό περιβάλλον. Με δυό λόγια, κι αυτή η γενιά προώρισται να λειτουργήσει στην έξοδό της, ως απογοητευμένη ομάδα δημιουργιστών. Στο ήδη επταετές κείμενο που προμνημόνευσα, καταλήγω:

Οι ποιητές μορφάζουν, δεν εξηγούν. Όπως ένα κτίσμα, που αποκτά την ερμηνεία του εν τη διαχρονία και όχι επειδή ο αρχιτέκτονάς του διαθέτει απόψεις και μέσα να τις εκφράσει. Ο αρχιτέκτων χορεύει. Δηλαδή μετέχει ενός χορού. Δουλειά του είναι να μετατρέψει το χορικό σε στάσιμο, ώστε οι στήκοντες να απολαύσουν την δική τους ακινησία. Είναι κρίμα που οι ποιητές δεν ονομάζονται διαφορετικά στα ελληνικά, ώστε να καταλάβουν και οι ίδιοι ότι η λειτουργία τους δεν έχει καμία σχέση με το ποιείν. Ο Αγγλοσάξων poet, είναι poet και δεν μπερδεύει την poetry με την ποίηση, την μεταποίηση, την προσποίηση, την περιποίηση. Θεωρεί ότι βαφτίστηκε poet χάρη σε κάποια ελληνορρωμαϊκή λεκτική πρόσχωση που τον αποφορτίζει. Εάν ο  ποιητής στα ελληνικά λεγόταν σμίνθωψ, δηλαδή δεν υπήρχε μεταφράσιμη ετυμολογία της λέξης, θα υπήρχαν άλλα ποιήματα στην γλώσσα μας και οι σμίνθοπες θα εκτιμούσαν διαφορετικά τις λέξεις τους. Αυτά αρκούν. Το μόνο που απομένει σε αυτήν την πανσπερμία, το μόνο που θα μπορούσε να είναι βαθειά προσωπικό είναι το γιατί, όχι το πώς των λέξεων. Κι αυτό, παραμένει βέβαια υπαρξιακό. Όταν ήμουν ο ποιητής που μου έμοιαζε, είχα κλείσει τον κύκλο μου με τρείς προτάσεις:

Αγαπήστε με ζωντανό. Εάν αυτό δε γίνεται, μη μ΄αφήνετε να πεθάνω. Εάν ούτε αυτό δε γίνεται, να με θυμάστε.

 

[Ομιλία στην Κέρκυρα, στο μουσείο Σολωμού, το 2007, με αρκετές μεταγενέστερες προσθήκες έκτοτα]