Ergo sum
24-12-2017

Σε απάντηση ενός κειμένου του Old Boy που το έγραψε σε συνέχεια μιας ανάρτησής του στο φμπ για τους στίχους του «Υπάρχω» (Πυθαγόρας), λίγες επιπλέον σκέψεις, οι οποίες επιδιώκουν να φωτίσουν από μια διαφορετική σκοπιά τους στίχους αυτού του εμβληματικού, σε κάθε περίπτωση, τραγουδιού, εξετάζοντας τους έξω μεν από τη μυθολογία και τους βιογραφισμούς των καζαντζιδικών συμφραζομένων τους, μέσα όμως στο πλαίσιο των συμφραζομένων που δημιουργούν οι ίδιοι.

Όπως πολύ σωστά το θέτει ο Old Boy, στο «Υπάρχω» μιλά  ένας πληγωμένος άνθρωπος που τον έχει χωρίσει το ταίρι του. Και τι λέει; Ότι ένα φάντασμα θα πλανιέται διαρκώς πάνω από τη ζωή της, το φάντασμα του ίδιου (για τον Old Boy πρόκειται ξεκάθαρα για το φάντασμα του εγωκεντρισμού). Ό,τι και να κάνει εκείνη, ο Υπάρχος λέει ότι θα είναι εκεί, ενοχλητικά παρών και τα πάντα χαλών.

Αν όμως είναι ξεκάθαρο το τι λέει ο Υπάρχος, δεν συμβαίνει το ίδιο ούτε με το σε ποιον το λέει ούτε με το πότε το λέει. Ναι, προφανώς το β΄ ενικό δεν θα έπρεπε να αφήνει αμφιβολίες ότι απευθύνεται σε εκείνη, αλλά το γεγονός ότι βαδίζουν σε δρόμους χωριστούς ή ότι τη διαβεβαιώνει πως θα είναι μια ζωή σκλάβα του δεν μας επιτρέπει να πιθανολογήσουμε ότι την έχει μπροστά του -ή, έστω, ότι της τα γράφει σε γράμμα. Εκτός από μία περίπτωση· να αποτελούν απάντηση σε ένα «Δεν υπάρχεις πια για μένα, σε σβήνω από τη ζωή μου» που του λέει κατάμουτρα η άλλη. Τότε λοιπόν τα λόγια αυτά μπορούν να γίνουν αντιληπτά όχι ως δείγμα αλαζονείας του Υπάρχου, αλλά ως μια οντολογική υπενθύμιση της σπινοζικής αντίληψης ότι είμαστε το αποτέλεσμα κάθε εμπειρίας και αλληλεπίδρασής μας με το περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω μας. Εξάλλου, όπως λένε και κάποιοι άλλοι μελοποιημένοι στίχοι, «ό,τι υπήρξε μια φορά δεν γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει». Ο αλαζόνας σε αυτή την περίπτωση μόνο ο Υπάρχος δεν είναι.

Ευκολότερα βέβαια μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Υπάρχος μονολογεί πάνω από ένα μπουκάλι του αγαπημένου του ποτού ή μπροστά σε μια φωτογραφία της. Και κάθε μονόλογος ξέρουμε όλοι ότι είναι στην πραγματικότητα ένας διάλογος με τον εαυτό μας, εξού και το β΄ ενικό. Αν μάλιστα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε χρονικά πότε ακριβώς εκτυλίσσεται αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, τότε μπορούμε να διακρίνουμε δύο πιθανές ερμηνείες του.

Στην πρώτη περίπτωση, τα λόγια αυτά ακούγονται όταν ο χωρισμός είναι ακόμη φρέσκος και μπορούν να ερμηνευτούν ως παρηγοριά και ευχή (και, αν επιμένουμε ότι απευθύνονται στην άλλη, απειλή)· αφού θα με βλέπει, νιώθει, θυμάται παντού, αλλά θα (της) λείπω ως σωματική παρουσία, θα αντιληφθεί το λάθος της και τελικά θα γυρίσει. Παρηγοριά στον άρρωστο (εαυτό) δηλαδή και  να ‘χαμε να λέγαμε.

Στη δεύτερη, ο καιρός όλο και περνάει (εξάλλου τα υπαρκτικά ρήματα όταν βρίσκονται στον ενεστώτα υπαινίσσονται αιώνια ισχύ) και εκείνη φυσικά δεν επιστρέφει στην αγκαλιά του Υπάρχου. Τότε το «Υπάρχω» ακούγεται ως «Υπήρξα» και δηλώνει το μετασχηματισμό του καρτεσιανού αφορισμού σε «Με σκέφτονται, άρα υπάρχω». Είμαστε το αποτύπωμά μας στη σκέψη των άλλων, είμαστε αναμνήσεις στο μυαλό τους, είμαστε το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρά τους.

Ο Old Boy ισχυρίζεται ότι ο εγωκεντρισμός του Υπάρχου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι «[δ]εν μαθαίνουμε οτιδήποτε για τη γυναίκα που ερωτεύτηκε, δεν μαθαίνουμε μισή λέξη για το γέλιο της, το πρόσωπό της, τα μαλλιά της, τα μάτια της, κάτι της.»/ Το ίδιο όμως ακριβώς συμβαίνει και με τον Υπάρχο· δεν μας λέει τίποτα από όλα αυτά ούτε για τον ίδιο. Υποψιάζομαι ότι αυτό συμβαίνει όχι επειδή η αξία του είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη, αλλά επειδή ο ίδιος θεωρεί πως σημαντικός υπήρξε μόνο επειδή εκείνη τον αντιλήφθηκε ως τέτοιο, περίπου όπως η Πολυδούρη λέει «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες» (λίγο καιρό αφότου ο Καρυωτάκης είχε γράψει «»υπάρχω;», λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»»). Ο, υπαρκτός προφανώς, εγωκεντρισμός του Υπάρχου έχει στην πραγματικότητα το κέντρο του έξω από αυτόν. Το αμάρτημά του είναι ότι θεωρεί πως ξέρει καλύτερα από την άλλη, ότι διαβάζει την ψυχή της, ότι βλέπει αυτό που δεν είδε εκείνη. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός σε αποκλείει αυτομάτως ως ερωτική πιθανότητα. 

Φυσικά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την πιθανότητα όλο το τραγούδι να μπορεί να ερμηνευτεί ειρωνικά, ως ένα κυνικό «Ναι, καλά…» απέναντι στον καθένα που ισχυρίζεται ότι ισχύουν απολύτως κυριολεκτικά για την δική του περίπτωση χωρισμού οι εξωφρενικές απιθανότητες των στίχων του. Όπως και να ‘χει όμως, τα τραγούδια υπάρχουν όσο υπάρχουμε και καμιά ερμηνεία τους δεν είναι και αρχή και φινάλε.

 

ΥΓ. Περίπου την ίδια ώρα που έγραφα τις παραπάνω γραμμές, ο Μανόλης Σαββίδης αναρτούσε στο greek cloud το δικό του κείμενο με αφορμή την ανάρτηση του Old Boy για το «Υπάρχω».