• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
'O,τι γράφει, το ξεγράφει.
Πάνος Θεοδωρίδης | 19.06.2017 | 00:31
Ό,τι θα διαβάσετε παρακάτω, είναι από τον Λογοτεχνί Ουμανιστάν λοβό του εγκεφάλου μου, μη πλακώσουν επιστημόνοι με γερά χαρτιά, Κεκυκαμέες και Οπεκεπέδες και το κάνουμε εδώ θερινό.
 
Οι γύφτοι είναι σύγκληδες όχλοι, γόνοι ηττημένων λαών που χάθηκαν από την Ιστορία, εκείνην με το χηνόφτερο που γράφει σε ένα κιτάπι ωσάν λαπτοπ του παρελθόντος.
 
Στην αρχή του μεσαίωνα,τέτοιους λαούς τους έλεγαν Τήρωνες (παραδίδεται και το τίρωνες, από το Λυδό) και είχαν ερμηνεία: εθελόδουλοι. Ηταν ρετάλια εξουθενωμένων φύλων και γενών ,αβασίλευτοι, τροπαλιζόμενοι, αμαξόβιοι και τέτοια.
 
Ανάλογη, αλλά όχι αιτιώδης  σχέση με τον «βλάχον πολύν όμιλον» άλλων πηγών, που ζούσαν ως Πελασγοί πριν από τον Ηρόδοτο μεταφέροντας τα κοπάδια τους σε θερινές καταμονές και ξεχειμώνιαζαν σε νοικιασμένους κάμπους.
 
Ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης τους βλάχους τους μνημονεύει να ληστεύουν επιλεκτικά τους καμπίσους, ενώ ο Κεκαυμένος, μια απίστευτη περίπτωση καραβανά, τους σιχαίνεται.  Αλλά ο Κατακουζηνός, για να κερδίσει την Βέροια, συνεννοήθηκε με τον ρήγα τους.
 
Έχουν κάποια σχέση, λόγω της ετήσιας μετοικεσίας. Και με τους γύφτους έμοιαζαν στο εμπόριο και στην αποφυγή γεωργικών εργασιών. Είχαν άτυπους ρηγάδες. Μόνο που οι βλάχοι είχαν σταθερά μέρη και οδεύσεις, ενώ οι γύφτοι έτρεχαν πίσω από την χρεία της ζωής.
 
Ο πληθυσμός που δεν κατσικώνεται κάπου, είναι για τα κράτη, τις βαρωνίες και τις Μπανοβίνες, ένας ύποπτος πληθυσμός.
 
Δεν είναι όλοι μαύροι, έχει και ξανθομπούμπουρες.  Απλώς ,η τελευταία τρανταχτή μετοικεσία, ηττημένων, ήρθε στην Αβρούπα εξ Ινδιών ή περίπου και δούλεψαν τα στερεότυπα. Κατσίβελος, ατσίγγανος, γιούφτος, και τελευταία Ρομά και άλλαι ρομαντικαί ψυχώσεις.
 
Κατ΄εμέ, κυκλοφορούσαν πάντοτε μεταξύ των τριόδων, σκηνίτες, σιδεράδες, σε αυλές των θαυμάτων, και τους φόρτωναν, ενίοτε όχι αδίκως, απαγωγές παιδιών, απατεωνίες, ελαφροχειρίες, νασεπωτημοιρατζούδες και άλλα κακά της μοίρας τους. Εως το πενήντα, οι τσιγγάνες τουρκογύφτισσες, ήταν μέρος της πλαγίας λαϊκής αφήγησης. Γυφτοπούλες στο χαμάμ.
 
Σε δυό τουλάχιστον συνοικισμούς  που έτυχε να ξέρω καλά, εκτός που τους αρέσει η μουσική και κάποτε έχουν στην αυλή τους ένα κάρο, σημάδι του πόθεν έσχες τους δίκην βωμών, ζούνε ήρεμα και αρμονικά με τους γειτόνους τους.
 
Όσοι έχετε τρέλα με το σινεμά, θα προσέξατε πόσο τα σταθερότυπα των ρόλων, τους συνεγγίζουν με άλλους ετεροκαθορισμένους: τους αράπηδες, τις συμμορίες, τους ραπάδες με τα φακαντόρια στις λαιμαριές και ειδικό ψεύδισμα στη γλώσσα που μιλάνε.
 
Δεν χωρούσαν στα μεσαιωνικά χωριά και στις καστρογυρισμένες πολιτείες εύκολα, αφ΄ενός επειδή ως σιδεράδες και λοιποί χειρώνακτες δε επιτρεπόταν ,κατά τις οικοδομικές διατάξεις, να έχουν εργαστήρια παρά έξω απ΄αυτά. Απεναντίας, έμεναν κοντά σε μύλους (οπου υπήρχε και στέρνα ,συχνά με «μπριάνες και έτερα οψάρια») όπου ήρχονταν  ο φορατζής και άλλοι που τους γοήτευαν οι ασελγείς κόρες του μυλωνά, κανα ταβερνάκι παραδίπλα (είδα ένα 12ου αιώνος στην Κέρκυρα) και βέβαια, η μούζικα, απαγορευμένη όπου συνέγγιζε με εκκλησία, το μόνο δημόσιο κτίριο σε τρίστρατο, συνήθως.
 
Δεν έχω τελειώσει (παρά το ότι την άρχισα περί το 1973) μια έρευνά μου επί της τοπολογίας των κατοικιών των παροίκων που αναγράφονται στα βυζαντινά πρακτικά. Στατιστικώς αυτές οι λίστες οικογενειακής κατάστασης, φορολογητέας ύλης και του οφειλομενοι ετησίου φόρου, εμφανίζονται με πυκνότερους και στις πρώτες αράδες, τους ευμαρείς, τους συσταζούμενους και τους υποστατικούς, ενώ οι παρακατιανοί συνωστίζονται εις τον πάτον του εγγράφου.
 
Οι απογραφείς, ταβουλάριοι και νοτάριοι, σκέφτηκα(χάρη και στις ολίγες μικρογραφίες) δεν πήγαιναν πόρτα-πόρτα, αλλά εκάθηντο κάπου κεντρικά και ήρχονταν οι χωρίτες μάλλον κατά σόγια και απογράφονταν. Έτσι ,θα μπορούσε να χαραχτεί μια υποτυπώδης «τοπογραφία πλούτου» ,περιβαλόμενη από πτωχούς («ελεύθερους») τσιγγενέδες ή μετοίκους, άκληρους και ταπεινούς.
 
Για άλλους λόγους (προσέγγιση στις βοσκές) σπανίζουν οι σαρακατσαναίοι που κατοικούν στην ψύχα των προσφυγικών χωριών, παρεκτός και ήταν καθαρος οικισμός από σόγια (Μπακέικα, Φαρμακέικα και βάλε).
 
Όπου τους έδωσαν γη και νερό, κράτησαν ως μυθική εστία ένα κάρο μέσα στην αυλή τους και ζούνε όπως όλοι μας. Ξέρω χωριά που είναι έτσι. Γύφτικα. Εκτός απο δεινοί μουσικοί, δεν διαφέρουν από τα χωριά άλλων μελετιών.
 
Σύμφωνοι, στη Γκουμέντζα, είδα κι ένα μαγαζί που έφτιαχνε και πουλούσε χαϊμαλιά και ματόχαντρα όχι μόνον για άλογα και κάρα, αλλά και για ντάτσουν και τρακτέρια.
 
Υπαρχουν φωτογραφίες τους, απο τα αρχεία του Μεγάλου πολέμου, όπου εμβολιάζονται όπως και οι άλλοι, χορεύουν μπροστά στα στρατά και καμαρώνουν μπροστά στις βοϊδάμαξες.
 
Αυτά που ακούνε οι βλάχοι και οι πόντιοι, ως προς τους γύφτους, είναι μηδαμινά. Δεν φτάνουν τα καρφιά που έφτιαξαν για τον Σταυρό και την συμβολή τους σε κρεμάλες και λιντσαρίσματα.
 
Βρίσκονται πίσω από κάθε κλεμμένο παιδί, κι αν το δεις φιλοσοφικά, οι περισσότεροι ακούσαμε στα παιδικάτα ότι μας πήραν από γύφτους. Παραβλέπω την προφανή αντινομία των δύο πεποιθήσεων.
 
To Πολυποίκιλο της καταγωγής των γύφτων, ερευνάται. Μερικές φορές ξαφνιάζει. Για παράδειγμα στην Κέρκυρα, οι Ανδεγαυοί χρειάζονταν κόσμο για να δουλεύει  τις ιδιοκτησίες των και έφεραν από την Ήπειρο σκλαβήνους. Σήμερα δεν υπάρχουν στο νησί σκλαβήνοι, αλλά στα ίδια μέρη κατοικούνε γύφτοι και μάλιστα με χαρακτηριστικά ομόλογα  πρός άλλους «προαστειακούς» άλλων πόλεων.
 
Σε κάθε περίπτωση το μόνο ασφαλές στοιχείο που επείγει να ξεχάσουμε, είναι η ταινία του Κωστελέτου, «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά» του 1971. Υπάρχουν επίσης διάφορες αφηγήσεις για τους καιρούς των Τσιγγάνων και επί αιώνες επικρατέστερη ήταν η αυστροουγγρική, που επηρέασε πολλούς λαούς.
 
Στην ουσία, ποτέ δεν λύθηκε «φυλετικά» ένα μη φυλετικό ζήτημα.
 
Όλα είναι περιβάλλον, και το περιβάλλον που τους παραχωρούμε,θαρρείς πως απαιτεί να καταλαμβάνουν μιας μορφής βάση της κοινωνικής πυραμίδας.
 
Η αντίδραση στον κατά καιρούς επικρατούντα «πολιτισμό» οδηγεί σε μια ετοιμόρροπη ξυλόσκαλα για να δουνε άσπρη μέρα αυτοί  οι άνθρωποι, ενώ άλλες ομάδες, ποθητές , παίρνουν συχνά το ασανσέρ.
 
Κι αν έχετε κέφι, γουγσλίστε οπόσοι και οποίοι είναι οι αθίγγανοι που ζούνε σε όλον τον κόσμο και μαγεύουν ακροατήρια και θεατές, κι όχι μόνο.
 
Γι αυτό και ο περιώνυμος Ντομάτας, διάσημο κλαρίνο της Γουμένισσας, επέμενε να του αποκαλύψω ποιοί μεγάλοι της τέχνης ήταν η είναι γύφτοι και ως αντίδωρο, μου έπαιξε μερικά από τα ατίμητα «δικά τους» που εάν τα ακούγατε, θα σας έφευγε ο τάκος.
 
Αλλά καθώς βιοπορίζονται από τις μουσικές των άμουσων γειτόνων, είναι ικανοί να παίζουν από τον εθνικό ύμνο έως οπερετικά κομμάτια, κρατώντας τα δικά τους, τα αζήτητα, στον κάδο με τις ματαιωμένες συμβάσεις.