• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Μενίδι, Βρίσα, και άλλες "στραβές".
Πάνος Θεοδωρίδης | 13.06.2017 | 20:31
Το δέρμα ,πάντα ακράτητο
 
Δεν είναι ζήτημα Πνεύματος και Ηθικής. Αυτά τέλειωσαν επί Αυλωνίτη στην «ωραία των Αθηνών». Η μεταπολεμική κοινωνία, οργίαζε κουρνιασμένη σε διαδόσεις.
 
Ο τάδε ήταν κίναιδος, ή άλλη έκανε μπάνιο σε γάλα φοράδας, τα λιμάνια έχουν μπουρδέλα άρα, επιχείρηση «Αρετή».Παιδεραστές διδάσκοντες, ένας τουλάχιστον ανά δύο εκπαιδευτικά ιδρύματα.
 
Μαθαίναμε ότι ο δείνα είχε λύσσα και πηγαίναμε να του ρίξουμε νερό για να φρικιά δείχνοντας τα σφιγμένα δόντια του.
 
Τα ξαδέλφια μου, ξεναγώντας με στη Σαλονίκη, με πήγαν την καθημερινή τους πλάκα: ένας γέρος πήδαγε τη γίδα του στο ρέμμα της Στρατώνας. Ανάπηροι ζητιάνοι βάτευαν κοριτσάκια στους θάμνους.
 
Η δωροδοκία, λόγω γενικής φτώχειας, ήταν κυρίως η παροχή αυγών χωριάτικων «για τα παιδιά». Αργότερα, επικράτησαν οι «κοσάρες» (ζωντανές κότες δεμένες στα πόδια) προς επιθεωρητές, εφοριακούς γεωπόνους, και βάλε.
 
Η πορνεία ήταν διαδεδομένη και «πρόβλημα» ενώ διαδίδονταν πολλά για σιτεμένους καραβανάδες που τους τύλιγε καμιά παστρικιά. Οι περιστεράδες ένα σωρό, τα εφηβικά μεθύσια σε βαθμό λιάρδας, καθεστώς, κάτι σαν τελετή.
 
Τα κολλητιλίκια και οι μπατανάδες, αφειδώς διασκορπισμένα. Στα σκοτεινά πάρκα γυάλιζαν οι καπότες στο σεληνόφως και διαδεδομένο παιχνίδι να φουσκώνουμε τις ξεραμένες σαν μπαλόνια.
 
Δέναν τα άτακτα αγόρια και τα «ξεπεταγμένα» κορίτσια σε μπαλκόνια και στύλους και τα βάραγαν με ζωστήρα.
 
Ο τάδε, γαμούσε τη μάνα του, ο άλλος την αδελφή του.
 
«Την αποπλάνησε και τον μπούχισε με βιτριόλι». Επιαναν ζευγαράκι στα πράσα, και το πάντρευαν επειγόντως.  
 
Ήταν βλάκας όποιος ασκούσε αρχαιοκαπηλεία χωρις χωροφύλακα μπάστακα, αργότερα και με περιπολικό.
 
 
Αυτά άρχισαν να αλλάζουν δραστικά, με τη μίνι φούστα, το χάπι, το κολάν. Τα μπουρδέλα πήραν τον τόπο τους, όπως ήθελε τον τόπο της η γαρδένια.
 
Σε μια γενιά, απλώθηκαν οι βιζιτούδες και η παρενδυσία. Τα βιντεοκλαμπ και οι τσόντες δίδαξαν στους αποσύροντες τα ροδάκινα πως πιπώνουν και πιπώνονται, μειώθηκαν τα αιτήματα των κοριτσιώνε  «μη όχι από κεί, από δώ μπαίνε»
 
Ποιο σπήλαιο. Τα κάτοπτρα!
 
Παραγωγοί κατόπτρων είμαστε, διότι άν ο ήλιος τυφλώνει, η σελήνη θανατώνει. 
 
Η αφήγηση, η λογοτεχνία, η πεποιημένη σκληρότητα, ο αστυνόμος και ο παράνομος, ο στεατοπυγικός πανηλίθιος που τα ξύνει ολημερής την ώρα που η κυρά του δεν ξέρει πως να ξεπλύνει τα χύσια που μπούκωσαν και τα επτά της τρήματα, δικαιώνοντας την προσδοκία της Θεοδώρας που αποτύπωσε ένα υστερικό τίποτε στα χρόνια μιας αδιάσπαστης συνέχειας βίας και λετρισμού, δεν εμποδίζουν την άρρητη και υπομονετική καταγραφή εκατομμυρίων ανθρώπων που κάηκαν, μετέλαβαν των αχράντων μυστηρίων, έθαψαν παιδιά και έκλαψαν χωρις λόγο την κλεμμένη τους ταυτότητα, πέθαναν και διαλύθηκαν, ενώ οι πόλεμοι, η ρουτίνα, οι συναισθηματικές σαχλαμπίχλες, ο εκείνος, η εκείνη, το άτομο, η ατόμα, ο άτομος  χάνουν  τα δόντια τους μέσα στο σκουριασμένο σίδερο του βίου.
 
Το μόνο που γίνεται, και γίνεται συχνά, είναι η παροδική απόφαση να «καθαρίσει» ένας χαρακτήρας, μια γειτονιά, μισή χώρα, για να μεταφερθει ο σπόρος της σε άλλη περιοχή.Μια συνεχής μετακόμιση κατόπτρων.
 
Σήμερα, όλα είναι αλλού και αλλοιώς, αλλά δεν πρόκειται να ξεκουνηθεί το εκάστοτε σήμερα απο τις τρέχουσες υπορουτίνες.
 
Ευγενείς σκέψεις θα αναθάλλουν από ακέφαλους τιποτένιους, η ξεραμένη μύξα ζωντανών και πεθαμένων, φτιαγμένη σε σβώλο θα κολλιέται κάτω από εργώδη γραφεία, η ηδονή θα θεωρείται θάνατος και η γραφή λύτρωση.
 
Και ο μαλακομαγνήτης, θα μαζεύει και θα απωθεί τα ρινίσματα, σε έναν από τους δύο πόλους.
 
Όποιος ελπίζει, διαλέγει.
 
Η να ακολουθήσει τον Ωσμάν και τους πολεοδόμους, γκρεμίζοντας γειτονιές που μένουν οι Βιγιόν και οι Καραβάτζιο, οι Τσελίνι, ο Άκης Πάνου και ο Αλτουσέρ, ώστε το Πολυτεχνείο να γίνει μουσείο, τα Εξάρχεια εικαστική εγκατάσταση και η αστικη συγκοινωνία να μη καίγεται, ή θα πιστεύει στην Μύλιττα της Δεινής Αταξίας, πουλώντας φορολογημένη πρέζα στον παγκόσμιο ιστό ,οπότε οι καραμπίνες και οι παράνομοι να γίνουν ήρωες βραβευμένων ταινιών, ενταγμένοι γλυκά και καλλιτεχνημένοι.
 
Μη κοιτάζετε, επειδή δε αντέχετε το γλαύκωμα.
 
Σε όποιαν άλλη εποχή, όταν ένα νησί κλονίζεται και η περαία του περιμένει τον μεγάλο σεισμό, οι άνθρωποι σταματούν να πολεμάνε, οι ουτσεκάδες γίνονται ρεντίκολα και πεθαίνουν παιδιά  που κανένας δεν θέλει.
 
Έρχεται ο μύθος της εκεχειρίας και ο Κίμωνας, δεμένος στα ξάρτια, αποθαμένος, νικάει σε μια ναυμαχία, ώσπου να πάψει να τρέχει ο στόχος του βλάκα και η ιδιωτεία της πολιτικής διαπραγμάτευσης, ο μέλλων κυβερνήτης που ανέχεται μπαλωθιές στο φέρετρο του πατέρα του και  τα μοιρολόγια στα σόγια διακόπτονται από το κουδούνι του ντιλιβερά που φέρνει καφτερά ινδικά για να θαμπώσει ο κουρκουμάς τα δάκρια.
 
 
 
 
Δείτε επίσης:
19eac85f779c133e459e22e7f7c562ed.jpg