• • •
• • •
Kostas Koutsolelos | 28.05.2017
Vanessa Karageorgou | 28.05.2017
Auguste Corteau | 28.05.2017
Nikolas Liolios | 28.05.2017
Ένας ευγενής φίλος
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.05.2017 | 01:48
Στην αρχή του Γυμνασίου και σαφώς πριν από την κρίση της Κούβας, άρχισα στα διαλείμματα να συναναστρέφομαι έναν συμμαθητή που ήταν ασυνήθιστα ευγενής και απόμακρος.
 
Όνομα, παρόνομα, ντόπιος. 
 
Κουβεντιάζαμε για ταξίδια, βιβλία και πόθους-τα γνωστά. Τα κορίτσια τον αγνοούσαν και οι φίλοι μου τον περιφρονούσαν.
 
Με γοήτευε. Στις περιλήψεις αυτών που διάβαζε, άπαιχτος. Στις περιγραφές τόπων, μοναδικός.
 
΄Ηταν προδήλως πτωχότατος, ποτέ δεν έπαιρνε κουλούρι και αρνιόταν να του το κεράσω.
 
Μου έλεγε τα όνειρά του, κι εγώ τα δικά μου. Καθόλου κουτσομπόλης, χαμένος στον κόσμο του.
 
Σε τρεις-τέσσερις μήνες, τον θεωρούσα φιλαράκι, δικό μου άνθρωπο.
 
Ένα απόγευμα Κυριακής, μετά τα Χριστούγεννα, εκεί που διάβαζα σπίτι και ρέμβαζα, χτύπησε την πόρτα μας μια άγνωστη, μαυροντυμένη γυναίκα.
 
Ζήτησε τη μάνα μου. Την έμπασε μέσα, της πρότεινε καφέ που τον αρνήθηκε. Το μόνο που ζήτησε, ήταν να μείνουν μόνες.
 
Το σεβάστηκα και βγήκα βόλτα στο πάρκο να βρω κανέναν από την τσακαλοπαρέα, να μιλήσουμε για νυχοκόπτες και μοτοσακά.
 
Επιστρέφοντας, η μάνα μου ήταν αναστατωμένη. Η γυναίκα που την επισκέφτηκε ήταν  η μάνα του νέου μου φίλου.
 
Της είπε ότι ο γιός της ήταν μυθομανής και ελαφρόμυαλος. Σοφίζεται διάφορα, έχει μεγάλη φαντασία και ονειροβατεί.
 
Επειδή μιλούσε για μένα στο σπίτι του, η μάνα του έμαθε το σπίτι μας,και ήρθε με ένα αίτημα.
 
Να πάψει η παρέα μας.
 
΄Ηθελε να τον βάλει να δουλέψει, να φέρνει μερικά λεφτά στο σπίτι, επειδή ήταν θεόφτωχοι.
 
Άκουσα την περίληψη από τη μάνα μου και αγανάχτησα.
 
Την άλλη μέρα στην αυλή, έτρεξα προς το μέρος του.
 
Όχι για «να του μαρτυρήσω», αλλά για να συνεχιστεί η παρέα μας σαν να μη έτρεχε τίποτε.
 
Τον πλησίαζα κι αυτός βγήκε από την αυλή και χάθηκε. Μπήκε στην τάξη μισό λεπτό πριν μπει η καθηγήτρια.
 
Πολλες φορές έκτοτε τον σταμάτησα στην αυλή, στον δρόμο ή σε τυχαία συνάντηση και τον κατάπινε η σιωπή και το σκοτάδι.
 
Ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί.
 
Ηταν μυθομανής; Εγώ να δείς.
 
Ελαφρόμυαλος; Μήτε κατά διάνοιαν σαχλαμπίχλης σαν την αφεντιά μου.
 
Που να σκεφτώ πως, ως δασκαλοπαίδι, θα μπορούσα να είμαι όσο χαζοβιόλης επιθυμούσα η άντεχα.
 
Πολύ αργότερα ,εμαθα πως ήταν φυματικός και η μάνα του διέδιδε πως ήταν σημαδιακός, ψευταράς, για να τον αποφεύγουν όλοι.
 
Πέρασαν τριάντα χρόνια όταν με πληροφόρησαν πως ήταν στον άλλο κόσμο πριν κλείσει τα είκοσι.
 
Πάντως δεν μου ξαναμίλησε και τον  ξαναθυμήθηκα μόλις πριν ένα τέταρτο. Θα μπορούσα να τον ζωγραφίσω- τόσο μου εντυπώθηκε η εικόνα του.