• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Πριμούλα
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.04.2017 | 22:01
Είπαμε να πασχάσουμε ως ζευγαράκι, το Κατρέλ δεν τα είχε πτύσει ακόμη, κάπου βρήκα λεφτά τσιμα τσιμα,1988, πρέπει να μέναμε στο Μεσιανό,είπαμε τέρμα τα οικογενειακά, μήτε Θάσο, μήτε μαζώξεις, να πάμε τον γύρο Πρέσπα, Καλαμπάκα επιστροφή από Λάρσα. Να γνωρίσεις και τον Σουλιώτη, πριν δυο χρόνια τόσες μέρες ξεπαγιάσαμε στα γυρίσματα, μήτε περάσαμε να τον ιδούμε.
 
 Διότι οι Μακεδόνες κατοικούν σε ταβέρνες, αλλά για ζόρικα, αγριοκατσικα, ζαρκάδια και κάτι σκέπες με ψιλοκομμένη σκωταριά και αρωματικές,τέλειοι μποχτσάδες,  κι από σούβλες, ό,τι σου κάτσει. Δεν ξέρω το πώς, αλλά ατμόσφαιρα στρατοπέδου στρατιωτικού βρε παιδί μου. Ενώ Θεσσαλία, Ρούμελη και όπου αρβανιτοχώρια, γίνεται το έλα να δεις.
 
 Απλό, αγνό σουβλιστό, με φρέσκα σκόρδα καρφωμένα στα μπούτια, από κρασί γκουχμουχ, το πολύ καμιά Ραψάνη, αλλά απλά και λιτά βρε παιδί μου. Για ντη μπλάκα μας ναούμ. Διότι η Θεσσαλία, Τεσσαλία που την έλεγε ο Γούφας, είναι των Βλάχων ξεχειμώνιασμα. Ξέρουν αυτοί και δεν είναι καλοκαίρι να σέρνουν τον Τρανό χορό στα κορφοβούνια.
 
Πήγαμε Πρέσπα, είχαμε τηλεφωνήσει και θα μέναμε δυο βράδια στον ξενώνα των Γυναικών, στον Άγιο Γερμανό.Μεγάλη Πέμπτη, Μέγα Πέφτη, που έγραφα έφηβος. Φτάσαμε δείλι, επειδή πήγαμε στα Χλερηνά,  στο Σουλιωτέικο και τα είπαμε. Είχα να δώ τον γιό του από χρονιάρικο και κανένα απολύτως κορίτσι του.
 
Στον ξενώνα, μακεδονίτικο πλατυμέτωπο με ξυλόσομπα που κοκκίνιζε δικαίως, τόσο ψόφο είχε, το πρωινό της Μέγα Σκεύης, Μεγάλης Παρασκευής με ζυμωτά πλαστά που έκαιγαν, πίττες νηστήσιμες και ελιές, αμή και καταλύσαμε τυρί, τέτοια αμαρτία που ανέδιδε, παχύ, πιπεράτο. Πήγαμε Ψαράδες, πήραμε πλάβα για τ΄ασκηταριά, μετά στο νησάκι, που μέναμε στα γυρίσματα, το περπατήσαμε όλο. Είχε Επιτάφιο το βράδι, με λαμπάδες, κοιμηθήκαμε ξεροί αφού βρήκαμε και φάγαμε κάτι γκοφρέτες.
 
 Την επομένη Μέγα Βάτο που το έλεγα έφηβος, αξημέρωτα, ηύθηνα το Κατρέλ στας Καλαίδρυς,οπου βλάχοι οδίται σφάξανε έναν αδελφό του Σαμουήλ Κομητόπουλου,   προς Καστοριά, την προσπεράσαμε και  φθάκαμεν στο Γρεβενό, είτα πήραμεν το στρατί για Κηπουρειό («Τα Κηπωρεία του Δελφινα») και στο τρίστρατο κοντά στο Μαλακάσι, ωστε να έχουμε την κάθοδο προς Καλαμπάκα. Πολλές ώρες, στροφιλίκια ,δύσκολοι δρόμοι.
 
Βρήκαμε δωμάτιο Καλαμπάκα, και εκεί ,είχα πρώτη φαεινή ιδέα «Είναι ο βουνός τα Αντιχάσια πέραθε από τους βράχους των Μετεώρων, χωριό ονόματι Βλαχάβα και πάντα ποθούσα να το ιδώ. Εκεί να πάμε για γεύμα. Το χωριό είναι ορεινό και θα βρούμε κάτι, καφενείο, ταβέρνα και οι βλάχοι είναι δαιμόνιοι σταις ψησταριαίς»
 
Φύγαμε ,βαστώντας την όρεξή μας. Απομεσήμερο φτάσαμε στο γούπατο σε οροπέδιο . Απρίλης, αλλα κάπνιζαν όλα τα μπουριά και τα τζάκια. Ερημιά ωσάν μόλις να έφυγε ο Γιουσούφ  Αράπ, και ο Μπλαχάβας στο στουλαρι στα Γιάννενα, όπως τον είδε ο Πουκεβίλος, δεμένος και σιωπηλός, να περιμένει το μαρτύριο.
 
Οχι φαγί, μήτε ζωντανό γατί δεν είδαμε. Λιμασμένοι, γυρίσαμε στην Καλαμπάκα, εκεί, στην κατηφοριά με ένα σμήνος ταβέρνες. Μέγα Βάτο, μία ανοιχτή.
 
Σαλάτα λάχανο, δυο είδη πίττας. Στο κέντρο αργότερα, αφου ξεραθήκαμε στον ύπνο, βρήκαμε λινό εστιατόριο με λαδερά. Δεν έχανα του κουράγιο μου.
 
 «Η Θεσσαλία, η Θεσσαλία θα μας σώκει και θα μας δώκει το ορέο τακσίδι!  Φιλόξενες σούγλες σε ανοιχτές αυλές, ο θρηνώδης κλαρινώδης ήχος, και νά τα κοκορέτσια και να τα κρασιά χυμα στο μακρύ τραπέζι. Παντού».
 
Με λέει «και που το ξέρεις». Της λέγω «έχω διαβάσει από Μπεράρ μέχρι  αναμνήσεις του Τσιτσάνου από τα παιδικάτα του. Είναι συντηρητικοί αθρώποι, κρατάνε τα εθίματα».
 
Πασχάσαμε. Ερημιά.
 
Ανήμερα της Καληπάσκας (έτσι το στιχούργησα στα δεκαπέντε : Λαζαρίνες ,των βαγιώνε , μεγαφτέρα, μεγατρίτη, μεγαττάρτη, μεγαπέφτη, μεγασκεύη, μεγαβάτο, καληπάσκα, διακαινήσι, ώστε να το μελοποιήσω..) μπήκαμε στον κάμπο και στα Τρίκαλα, ήτονε πρωί, θα βόλευαν καρβουνα και κλιματσίδες, άναβαν τις ψησταριές άραγε; Μήτε πορτόνι ανοιχτό.
 
Καλά της λεγω, πρωτεύουσα είνι η Λαρσα , θα ένεται της Πόπης. Τίποτε κι εκεί. Νέκρα-ήταν και νωρίς. Μου λέγει βαρέθηκα, γάνιασα, απόκαμα, να γυρίσουμε από τα Τέμπη, να φάμε εκεί που τρώνε από τα ΚΤΕΛ, έχει και βενζινάδικο.
 
«Ουδαμώς» αγανακτώ.
 
«Στα σύνορα της επικράτειας των γερμανών,όπως λέγουν τους βολιώτες (και δεν υπάγω εκεί διοτι θα φάμε γυαλιστερές και γεμιστό καλαμάρι πασχαλιάτικα) εκεί που γνέφει ο Κίσσαβος στο Πήλιο, είναι το ονομαστό Μεταξοχώρι Αγιάς. Εκεί μένουν ονομαστοί καλλιτέχνες και δημιουργοί και έχουν οσπήτια, ο Βατζιάς, μπορεί και ο Γιάννης Κοντός. Θα έχει ταβερνάρα, τι λέγω, ταβερνάρες»
 
Και πήγαμαν.Απομεσήμερο, μήτε μια θράκα. Ευτυχώς είχε καφενέ και μας έφτιαξε ομελέτες με κρομμύδι. Στανιάραμε.
 
Μετά, γυρίσαμε από Τέμπη μόνον κάτι τυρόπιττες είχε και φτάσαμε με τα πολλά στο Μεσιανό.
 
Ανοίξαμε κάτι Σβάν, κάτι Ντακορ, σωληνάριο αντζούγα πολτό , πριμούλα τυρί και με βρεμμένο παξιμάδι, χορτάσαμε.
 
Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη, πω΄χει ντούγκλα το μουστάκι.