• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
To κράνος του Γαλάτη
Αργοσάλευτοι μαύροι χαμαιδράκοντες
Πάνος Θεοδωρίδης | 13.04.2017 | 22:17
Ωσάν ξενηστικωμένος κι αδέσποτος τυφλός σκύμνος ,που οδηγείται στο ψοφίμι από την μυρωδιά, κι ωσάν τσομπανόσκυλο που εποπτεύει την ασφάλεια του κοπαδιού του από το ψηλότερο σημείο της αναποταμιάς, βρέθηκα, στα βαθιά χρόνια, έξω από τη Σαλονίκη, σε τρία τοπία όπου έθαλλαν οι υδατόπυργοι από νερόμυλους του μεσαίωνα και πάνω από αυτούς, ένα σάμπως αλλούτερο κτίσμα, μια μακρόστενη δεξαμενή ,ανοιχτή, με παχείς τοίχους που τους ανακρατούσαν συμφυείς πεσσοί, για να μη διαρραγεί από το νερό που κάποτε έφτανε στην κοιλιά της.
 
Νερόμυλοι υπάρχουν πάμπολλοι, σε Ευρώπη και ανατολική Ασία και η molinology, όταν δεν ασχολείται με τη δύναμη του αέρα ή με τις φτερωτές που δούλευαν σε αιγιαλούς όπου οι παλίρροιες ήταν επιβλητικές, γεμίζει χάρτες με κουκκίδες της θέσης τους, πυκνά στη δυτική Ευρώπη, όπου η διερεύνηση του Domesday book, του Γουλιέλμου του κατακτητή, κατέγραψε αρκετές χιλιάδες στην Νήσο του Brexit, αλλά από τους χάρτες, σε βαλκάνια, μικρασία και πέραθε, οι συγκεντρωτικοί χάρτες είναι επίμονα λευκοί, μπλάνκο, αχάπαροι.
 
Όταν «ανακάλυψα» (παπαριές τελειωμένες) τον πρώτο μου νερόμυλο, παρέα με τον Σταμάτη, και ντουμπλάρισα τους εντοπισμούς στα Σύλλατα, νόμιζα πως «στου παραδείσου που μου κάνει» θα κουρταλούσα την θύρα. Πήρα να δείξω το εύρημα στον προσφιλή μου Θαλή Αυδή, κουμπάρο σε έναν γάμο μου,κι εκείνος με ξεστράβωσε. Δεν ήταν ακριβώς Παράδεισος, αλλά η γη των Μακάρων. Σπάνια ο μύλοι ήταν μπεκιάρηδες, μπακούρια της ρεμματιάς: οι καλύτεροι και περισσότεροι ήταν σε λόχους, συστήματα και εν σειρά, έπαιρναν νερό από τον ίδιο αγωγό, που συχνα,διέτρεχε αμέτρητα χιλιόμετρα ώσπου να φτάσει να κινεί μυλόπετρες, μακριά από την ανάβρα του νερού.
 
Χάθηκα λοιπόν έκτοτε, στην μετάφραση αυτών των κοπαδιών, που τα κατοικούσαν συνήθως αργοσάλευτοι μαύροι χαμαιδράκοντες και αποικίες σκορπιών. Σε τρία σημεία του αναγλύφου σε παραποτάμους που κατέληγαν στο κύριο ποτάμι της κοιλάδας των Βασιλικών, και μόνον σε αυτά, στα Πλατανάκια του Πανοράματος, στον Ασημόμυλο της κάτω Περιστεράς και στο ρέμμα που καταληγει στον Γαλαρινό,υπήρχε η κατασκευη που παρομοίασα με τσομπανόσκυλο.  Πουθενά αλλού.
 
Κοινός τόπος, η γειτονία με σάρες λιθοσωρών, από πέτρες παρόμοιου μεγέθους, που γέμιζαν, κατά χιλιάδες τα πέριξ. Προφανώς υπολείμματα έκπλυσης μετάλλων που ήταν χρήσιμα, και τα καμίνευαν επί τόπου, παίρνοντας ασήμι και χρυσό.
 
Ξεκίνησα να ψάχνω, ψηλαφητά, ωσάν να μου έδεσε τα μάτια ποθητή ερωμένη κι έπαιζα τυφλόμυγα μαζί της, ώσπου να αγγίξω τον θησαυρό των τιτθών της. Χρυσός κοντά στη Σαλονίκη, πλην του Γαλικού ποταμού, όπου οι χωρίτες υποστήριζαν πως υπάρχει επειδή νεροσυρμές έγλυφαν ένα συμπαγές χρυσοβούνι στην Τέρπυλλο, δεν είχε θησαυριστεί. Ο Πουκεβίλος ισχυρίζεται πως είδε χρυσοθήρες στην Χρούπιστα που μάζευαν ρινίσματα με αρνοτόμαρα και ο Σταμάτης, στην συμβολή Βενέτικου και Αλιάκμονα, είχε προσέξει παρόμοιους λιθοσωρούς με τη σέσουλα και μου μετέφερε την ονομασία ενός χωριού: Φελλί .Που σημαίνει «ρίνισμα χρυσού». Ο Παπάγγελος μου μετέφερε την ονομασία αυτών των λιθοσωρών: αγραμμάδες. Ηταν ζήτημα χρόνου να αναζητήσω την ρίζα γραμ- στον Γράμμο, στην Γράμμοσκα του Πάικο και στην μεσαιωνικη ονομασία του ποταμού Ανθεμούντα, σήμερα Βασιλικώτικου: τον έλεγαν στα απόγραφα Γραμμουστίκεια.
 
Πηγές; Με δαιμόνιζε η πρώιμη διακατοχή της Ανθεμουσίας από τους Αργεάδες Μακεδόνες από τον έκτο προχριστιανικόν αιώνα, όταν δεν είχαν καταλάβει Μυγδονίες και Αμφαξίτιδες καλα-καλά. Και ο Αριστοτέλης έγραψε για την Ραίκηλο , πόλισμα που προσφέρθηκε σε Πεισιστρατίδη για εγκατάσταση και μετά, «πηδάει» στην αναφορά του χρυσοφόρου Παγγαίου. Με τριβέλιζε και εκείνη η αναφορά σε «κληρονόμους της Γαλάτησσας» (sic) στην Πισιόνα των Βασιλικών, αναφορά του 897, και  η μετονομασία του Εχεδώρου σε Γαλικό, και ο σταθμός Callicum, κοντά στο Κιλκίς, που ήταν μνείες παραμονής Κελτών στον τόπο. Γαλάτης και Κέλτης, παραλλαγές. Εξαίσιοι χρυσοθήρες διότι.
 
Κάτω από τον Ασημόμυλο, βρήκα και παράδωσα βήσαλο παρόμοιο με αυτά που έχτισαν την παλαιοχριστιανικη Θεσσαλονίκη, τέλος πέμπτου αιώνος . Χρυσά νομίσματα έκοβε το νομισματοκοπείο Θεσσαλονίκης, απο τον Μαρκιανό, έως πέρα από τον Ιουστίνο. Η υπόθεση εργασίας , μπορεί να έστεκε: ο Γαλικός από ενωρίς ήταν περιοχή που υπέφερε από επιδρομές. Τα νότια του Χορτιάτη, όχι.
 
Το «ασημόμυλος» παραπέμπει ενδεχομένως σε εξόρυξη, τα άλλα τόπια σε προσχωματικό χρυσό. Κι όταν η επιχείρηση ξόφλησε και εξαντλήθηκε η πρώτη ύλη, οι προκάτοχοί μας στην διακατοχή της Σαλονίκης (δεν μου πάει να τους ειπώ «προγόνους») εκμεταλλεύτηκαν τους αγωγούς των υδάτων για να φτιάξουν νερόμυλους και άλλα εργαστήρια υδροβόρα.

Γι΄αυτό και τους έχτισαν μετά και παρακάτω από τις μεταλλευτικές δεξαμενές.
 
Αυτά. Το επ΄εμοί, συνέχισα την διανοητική μου αλητεία σε άλλες αγκάλες, αλλά πάντοτε μου αριτσώνεται η εναπομείνασα θριξ, όποτε μυρίζω μυλόπετρα, υδατόπυργο και αγωγό, όπου γης.
 
Αν και η παρούσα ανάρτηση υποκρύπτει ταλαιπωρία μιας ποιητικής ιδέας: πως να παρουσιάσω ένα ζήτημα δημοσίως, ζόρικο ζήτημα που δύσκολα προσεγγίζεται χωρίς τετρακίνηση και ποδαρόδρομους, ήτοι χωρις εικονογράφηση.
 
Ατουταλέρ.