• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Πολιτικό Κέντρο, Παρίσια, Πατήσια και νεορθόδοξοι αχταρμάδες
Γκρίζα
Sraosha | 09.06.2014 | 18:32
Πριν μερικά χρόνια ξιφουλκούσα στο μπλογκ μου, ξέρετε τώρα, ενώπιον του πολυπληθούς αναγνωστικού κοινού μου (500 με 1000 άτομα, βαριά βαριά) για τον ρόλο του κλήρου στην Ελλάδα. Ένας φίλος με συμβούλεψε διακριτικά να σταματήσω: ο αντικληρικαλισμός όζει 19ο αιώνα, είναι γραφικός και -- εν πάση περιπτώσει -- άκομψος. Κανονικά θα έπρεπε να πει "άγαρμπος" αλλά αυτή η λέξη δε χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια γιατί είναι άκομψη.
 
Απεχθάνομαι τις ελληνικές αγριοφωνάρες, τα κοκορέματα, τις τσιρίδες, τον τσαμπουκά, τις γελοίες σοφιστικές κορώνες (που εσχάτως πλασάρονται ως ορθολογισμός, αλλά ας μην επαναλαμβάνομαι), την απροθυμία να αφήσεις τον άλλο να πει αυτό που θέλει πριν του απαντήσεις. Παράλληλα, θυμάμαι ότι όταν πήγα στην Αγγλία είχα μείνει κατάπληκτος με την παρρησία του Mark Thomas και του George Monbiot (συμφωνεί δε συμφωνεί κανείς μαζί του), με την ελευθεροστομία της Julie Burchill (κι ας διαφωνεί συνήθως κανείς μαζί της), που έκανε την Κάραλη να ακούγεται αρσακειάδα, με την ευθύτητα με την οποία γινόταν ο δημόσιος διάλογος: "ψεύδεσθε, αγαπητέ συνάδελφε", "θα έκανα θέμα αυτό που είπε η συνάδελφος εάν δεν είχε υπάρξει γραφική στο παρελθόν" -- και ούτω καθεξής. Ευγενείς αλλά ευθύτατοι, οι Εγγλέζοι.
 
Στην καρδιά της νεοελληνικής ταυτότητας, όπως είναι πασίγνωστο πια, κοινοτοπία κουραστική και κουρασμένη, υπάρχει ένα κόμπλεξ: η σχέση μας με τη δυτική Ευρώπη (δηλαδή: Γαλλία-Γερμανία-Βρετανία και, ίσως, Ιταλία). Η μία αντίδραση είναι ενός είδους κομπλεξικός ευρωπαϊσμός και επιδερμικός κοσμοπολιτισμός, που βλέπει τις μεγαλοαστικές γειτονιές και τα φροντισμένα ιστορικά κέντρα και μιλάει για τας Ευρώπας και "το εξωτερικό", τον "πολιτισμό" και την ευταξία τους. Η αντιδιαμετρική αντίδραση είναι λεβεντομάγκικος ελληνοκεντρισμός και επαρχιώτικος τοπικισμός, που βλέπει κάθε πτυχή της ζωής μας ως μέρος της ιδιοπροσωπίας μας ως λαού της "καθ' ημάς Ανατολής", ως περήφανο στοιχείο παράδοσης και του συνανήκειν στα Μπαλκάνια (που δεν είναι παίξε-γέλασε).
 
Κάθε μία από αυτές τις αντιδράσεις μάς έχει αφήσει από ένα, ας το πούμε, κουσούρι. Διευκρινίζω: τα κουσούρια για τα οποία θα μιλήσω δεν είναι στοιχεία της Ευρώπης και της Ανατολής αντίστοιχα. Απεναντίας, πρόκειται για στοιχεία της δικής μας πολιτισμικής ταυτότητας και του νεοελληνικού χαρακτήρα μας, που επιλέγουμε να αποδώσουμε, χονδροειδώς και μονοσήμαντα, στους δύο πόλους ανάμεσα στους οποίους αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας. Η σχηματικότητα του πράγματος είναι έκδηλη, η αφόρμησή του από την πραγματικότητα επιλεκτικότατη και λειψή: πόσο βαλκάνιος να αισθάνεται κάποιος κρητικός, πόσο ανατολίτης κάποιος κερκυραίος; Τι επηρέασε τις γενιές που μεγάλωσαν μετά το 1950 περισσότερο, το αμερικανικό σινεμά ή η Φιλοκαλία; Το τετράχορδο ηλεκτρικό μπουζούκι του Χιώτη ή τα σάζια και τα ούτια; Η θρησκεία της ψησταριάς και τα όσπρια της Παρασκευής ή η "μεσογειακή κουζίνα"; Το Μέτσοβο, η Μύκονος και η Μακρυνίτσα ή τα παρατημένα χωριά που εγκαταλείψαμε για το (μέχρι πρότινος) ζεστό διαμέρισμα στις πόλεις;
 
Τα κουσούρια λοιπόν: από τη μια η αστική ευπρέπεια, η σουσουδίστικη απέχθεια απέναντι στην ελευθεροστομία και την ευθύτητα, στα συνθήματα στους τοίχους, στο μπανάλ της φτώχειας, στις δημόσιες διαχύσεις, στα γούστα της πλέμπας και σε κάθε τι άκομψο. Αυτό το κουσούρι δικαιώνεται ως ευρωπαϊσμός και πολιτισμός, από ανθρώπους που μάλλον είχανε περιορισμένη επαφή με την Ευρώπη πέρα από το τουριστικό φολκλόρ της ή από τις κυριλέ γειτονιές λ.χ. της Στουτγάρδης. Από την άλλη η αγένεια, η χυδαιότητα, το ανελέητο κουτσομπολιό, το μίσος του δημόσιου χώρου, το τσαμπουκαλίκι, η αγροτοποιμενική σκληρότητα προς κάθε τι που δε συμμορφώνεται. Αυτό το κουσούρι δικαιώνεται με την επίκληση της Ανατολής και του κοινοτικού ιδεώδους, και πάλι από ανθρώπους που έμαθαν την Ανατολή και τα Βαλκάνια μέσα από εξιδανικεύσεις δυτικών ιστορικών, φορώντας τα γυαλιά κάποιου οριενταλισμού, ακούγοντας ηλεκτροπόπ τσιφτετέλι φερμένο από την Αίγυπτο το '50 και νομίζοντας ότι είναι καρσιλαμάς της Προύσας.
 
Κι έτσι βρισκόμαστε εδώ: χωρίς παρρησία κι ελευθεροστομία, αφού είναι άκομψες, χαμένοι σε ευφημισμούς και μισόλογα και ρητορικά σχήματα, ψευδόμαστε και νομίζουμε ότι είμαστε παριζιάνοι αστοί. Χωρίς πραγματική ευγένεια, αφού οι ορμές μας να συντρίψουμε τον άλλο είναι νομιμοποιημένες από κάποια παρεφθαρμένη νεορθοδοξία, στοιχείο λεβεντιάς και ιδιοσυστασίας. Κι έτσι μας παίρνει ο διάολος και μας σηκώνει, παγιδευμένους μεταξύ κομψής ευπρέπειας και καθωσπρεσπισμού από τη μια και σολιψισμού και χυδαίας συμφεροντολογίας και τσαμπουκά από την άλλη. Έτσι μας βρίσκει η εποχή και τα βίαια ερωτήματά της: καθηλωμένους στην γκρίζα ζώνη μεταξύ άσπρου και μαύρου, σε ένα κέντρο που θέλουμε να θεωρούμε μετριοπαθές, ενώ είναι το σημείο όπου δύο αντίρροπα ψεύδη λιμνάζουν συνυπάρχοντας, χωρίς ποτέ να αλληλοεξουδετερώνονται.
 
Από το μπλογκ Sraosha.