A bridge too far
19-06-2020

Έγερνε ο ήλιος, οι ήρωες των εκκρεμών κειμένων μου είχαν πέσει σε λυτρωτική σιέστα, καμιά φαεινή ιδέα δεν πετούσε στην ανατολική Θεσσαλονίκη για να την φέρω κάτω με το δίκαννο του πνεύματος, οπότε είπα να δω ένα ξεχασμένο μυθιστόρημα που είχε την μορφή κινηματογραφικής ταινίας, και είχε παιχτεί στους σινεμάδες στα χρόνια των σεισμών της Σαλονίκης, όταν με το παραμικρό τρίξιμο της σκοτεινής αίθουσας βγαίναμε στο φουαγιέ για τσιγάρο.

Τελικά, διάλεξα την υπερπαραγωγή που παίχτηκε στην Ελλάδα ως «η γέφυρα του Άρνεμ», η ανάγνωσή της έπαιρνε τρεις ώρες, όσο ένα ξαναδιαβασμένο Βίπερ. Το θυμόμουνα αόριστα, ιδίως την άφατη πλήξη που παράγεται από την παγίδευση μιας στρατιωτικής μονάδας που πήγε να καταλάβει μια γέφυρα και ρήμαξε το Άρνεμ ολόκληρο.

Εξάλλου δεν ήταν μία η γέφυρα, αλλά τέσσερις και η επιχείρηση λεγόταν Market garden, από τον άρχοντα της κοινοτοπίας στρατηγό Μοντγκόμερι, υπεύθυνο για το Ελ Αλαμέιν που έκοψε μεν το διάβα του Ρόμελ στον Νείλο αλλά χειρίστηκε πεντέξη ακόμη στρατηγικές ιδέες από τις οποίες πάτωσαν οι περισσότερες.

Έναν τέτοιο στρατηγό να διέθεταν οι Γερμανοί και δεν θα υπήρχε «δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος» και την σχετική περίοδο θα τηνε λέγαμε «οι μπαλαφάρες ενός γελοίου».

Το οπτικό μυθιστόρημα κρατούσε κοντά πέντε ώρες και ήταν προφανές πως τέτοια θέματα δεν χαραμίζονται στην κινούμενη εικόνα, ιδίως όταν η πρόθεσις του γράφοντος δεν είναι «ηρωική» αλλά καταγράφει με απόλαυση διάφορες μορφές βάναυσης έως λεπτεπίλεπτης βλακείας.

Αλλά ο Ατένμπορο, κατάλαβε πως η περιγραφή μιας οδυνηρής ήττας σε ένα αγγλοσαξονικό μυαλό, δεν έπρεπε να συμπεριλάβει τον εμπνευστή της, ήτοι τον ίδιο τον Μοντγκόμερι και ετσι διέσπασε το ιστορικό τοπίο με μία καταιγίδα πρωτοκλασσάτων ηθοποιών που ήταν διάσημοι πρωταγωνιστές και καρατερίστες της εποχής -καμιά πενηνταριά οι γαμάτες συμμετοχές κι άλλοι τόσοι σε μικρά επεισόδια.

Όλοι εξαίρετοι, στωικοί, ανακριβείς, κάθε των σκέψις να μένει ορφανή και διαταραγμένη, ώστε στο τέλος να αποδειχτεί πως ήτονε «μια γέφυρα στου διαόλου το κατάστιχο», μια Κόρντομπα, μακρυνή και μόνη. A bridge too far.

Σεπτέμβριος 1944

Στη Θεσσαλονίκη, εκτελούνται οι τελευταίοι Εβραίοι που απόμειναν, η Άνω Πόλη είναι «ελεύθερη Ελλάδα», οι «δεξιοί καπεταναίοι» (μη γαμήσω) κάνουν μπλόκα παντού, η Γερμανία συρρικνώνεται, στρατολογώντας όποιον βρει, ξεκινά ένα τρίμηνο που θα φέρει το φευγιό τους από τα Βαλκάνια και τον Τολμπούκιν στην Σόφια, ο Τσώρτσιλ τον Οκτώβριο προτείνει στον Στάλιν σε μια σελίδα μια «δίκαιη διανομή», ο Στάλιν δεν λέει «όχι», ο Πούλος και οι βενιζελογενείς γερμανοντυμένοι παίρνουν το τρένο για το Μόναχο μαζί με τον «πρωθυπουργό» Κουτσονίκο κι εναν έφηβο, αργότερα κοσμαγάπητο σκηνοθέτη, πάνω στα Δεκεμβριανά ο Χίτλερ επιτίθεται στις Αρδένες και μένει από καύσιμα, τρομοκρατώντας τους στρατιωτικούς συμμαχικούς ηγέτες, εξόν τον Πάττον, αλλά ο Ατέμνπορω δείχνει γραφεία, διαλόγους καραβανάδων, όπου το αναίτιο πείσμα είναι πάντοτε ο νικητής και οι λεπτόλογοι σχεδιασμοί, που θα πάνε ο Πόλακ, πότε θα χάσει το λούστρο ο Ντερκ Μπόγκαρντ, πηγαίνουν απλώς στον βρόντο και μένει μόνον η τόλμη και η εκπαίδευση του ανώνυμου φαντάρου λίγο πριν πολτοποιηθεί ως κιμάς από τον εχθρό.

Το φινάλε του μυθιστορήματος μοιάζει λίγο με τα φινάλε των ανάλογων μυθιστορημάτων των δύο παγκοσμίων πολέμων, ήτοι «ο απλός στρατιώτης υπέφερε τα πάνδεινα και νίκησε, την ώρα που οι περισσότεροι αξιωματικοί τον έπαιζαν αγρίως».

Οι σελίδες, χωρισμένες ήπια, ήταν καλογραμμένες, διαθέτοντας εν αφθονία την αναγνωστική πλήξη που περιέχουν όλα τα τυπωμένα βιβλία πλην των αστυνομικών, που εκεί το ζήτημα είναι να βρεις τον δολοφόνο. Γενικά, οι πολεμικές ταινίες, αν δεν είναι αντιπολεμικές, είναι καθαρόαιμα κόμικς, εκτός και αναλάβει ο Πέκινπα, οπότε φεύγεις από την αίθουσα και κολλάει το πουκάμισό σου από τα αίματα.

Ως ταινία, διαβάζω πως πήρε τρία BAFTA και έβγαλε τα λεφτά της ανκαι στην Αμέρικα πήγε χειρότερα. Η πληθύς των «διασήμων» ήταν τόση, ώστε σε ένα ανεμοπλάνο, στο πρόσωπο ενός κομπάρσου, νόμισα πως διέκρινα τον πεφιλημένο μου Adrien Brody για ένα δευτερόλεπτο, ώσπου συνειδητοποίησα πως την εποχή των γυρισμάτων ο άνθρωπος λέρωνε ακόμη τα βρακιά του.