Ως ταίριαζαν πολύ
02-05-2018

Τώρα, μήνα Μάη, σκέφτομαι να βάλω μια ζαρντινιέρα στη μπόρτα της ταράτσας, να φυτέψω καλαμπόκι και ηλίανθο εναλλάξ. Και χαμαί, χωνάκια, μωβ. Θα φτάσουν στα δυο μέτρα, θα βγάζουν κότσαλα και δίσκους μπατιρόσπορα εναλλάξ, θα κρύβουν την πάσα θέα και με το μυρμίρισμα του δειλινού, τα χωνάκια θα κλείνουν τον χώνο τους και θα κοιμούνται, αναρτημένα στα μακρόφυλλα στελέχη των προσωρινών φυτεύσεων. Μήτε μπατίρι θε ν΄αγγίζω, μήτε θε να βουτήξω σε κατσαρόλα να βράσω καλαμπόκι. Πριν να χαθούν οι γαλιάντρες, το σπάνιο αηδονάκι, οι δεκαοχτούρες, τα ασελγή περιστέρια και οι κουρούνες του γείτονα, θα μαζώνονται στην ταράτσα και θα τρώγουν σπόρους, σποράκια, ακόμη και κατσιασμένους. Μήτε θα φυλάξω σπόρους από χωνάκια-είναι για σπούργους και σκαθάκια. Είναι ένας ικανοποιητικός καλοκαιρινός φυτικός φράχτης που χάνεται με τον πρώτο ψόφο. Μήτε αεροστόπ θα ξαναβάλω στις σχισμές του κουφώματος- με μπαμπάκι θα τις γομώσω και θα το βρέξω μπουκωμένο στη φακή,να ραβδίσουν έμορφα και να σείονται στο αεράκι που κατεβάζει συχνά ο τέως Ιλισσός, τα φύτρα. Δεν αντέχω τα λουλούδια. Μήτε την γιορτή τους. Έσπασα ένα κομμάτι φέτα, στα όρια της βρούχνας, έρριξα κουρκουμά και ήφτιαξα μια σούπα νερομπούκι. Δημιούργησα έτσι ένα απόθεμα στίχων και προτάσεων που ελεύθερα θα χειρίζομαι, ενώ πολιτικολογώ, νοσταλγώ και έτσι θα περάσει η άκαρδη άνοιξη, όλο αλλεργίες και βουρκωμένα μάτια, κι έπειτα, η καλοκαιρινή τυράννια από ζέστες και αχ η θαλασσίτσα, θα περάσει και δεν θα το καταλάβω. Πάντα περιμένω και δε λέει να έρθει, έναν πολικό χειμώνα, να κατεβάζουν τα ρέμματα της Αττικής κομμάτια πάγου σε θολερό λασπόλουτρο και καρφωμένος στο τζάμι, να περιμένω καμιά πολική αρκούδα από δεξιά και πιγκουίνους απ’ αριστερά. Φορώντας αφγκάν ποτούρια και το καπέλο των τανκίστας, με τέσσερα μπουφάν μπροστά στο πληκτρολόγιο, να ξεγελάω τη λογοτεχνία με εκφράσεις έσχατης ευθύνης και στιβαρότητας, διότι όταν ο θείος μου Πέτρος εφωράθη υπ’ εμού στα ογδόντα του, σύρων μικρή αχλαδίτσα για να τη φυτέψει, είδε το βλέμμα μου και εγέλασε. «Σε μια δεκαετία, θα είναι γεμάτη αχλάδια, κοντούλες» μου είπε. Στο άλλο χέρι, έσερνε ένα πατόφτυαρο.