Το Φάντασμα των Χριστουγέννων
22-12-2017
Τα Χριστούγεννα είναι το μουντιάλ του άμπαλου. Είναι η περίοδος που πολύς κόσμος αισθάνεται αφόρητη πίεση. Πίεση για να διασκεδάσει, για να δει φίλους, γνωστούς, συνεργάτες. Πίεση ακόμα και για να δει την οικογένειά του. Τι γίνεται όμως αν εσύ δεν έχεις τίποτα από δαύτα; Και επιπλέον, φανταστείτε το διόλου απίθανο ενδεχόμενο να μην είσαι και τόσο ανθηρός οικονομικά και να πρέπει να απολογείσαι γιατί δεν μπορείς να συμμετέχεις στους εορτασμούς. Την περίοδο των Χριστουγέννων χάνεις το δικαίωμά σου να είσαι μουρτζούφλης. Αν δεν συμμετέχεις γίνεσαι αποσυνάγωγος. Εξοστρακίζεσαι ως γραφική και μίζερη περσόνα που το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να γκρινιάζει με κάθε ευκαιρία. Κάλαντα, δέντρα, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δώρα, τραπεζώματα. Όλα φαντάζουν πληγές. Νομίζω κανείς, πάνω από την ηλικία των επτά, δε θα αμφισβητήσει κάτι τέτοιο. Και ερωτώ. Έχει ακούσει κανείς για μελαγχολία το Πάσχα; Και μάλιστα το Πάσχα προσφέρεται για πολύ περισσότερο δράμα. Νηστείες, εκκλησίες, προδοσίες, Γολγοθάς, σταύρωση, ρέκβιεμ, επιτάφιος. Κι όμως δεν ανοίγει μύτη. Το επιχείρημα ότι κατά την περίοδο του Πάσχα δεν απαιτείται από κανέναν να είναι πρόσχαρος, και άρα απουσιάζει η αφόρητη πίεση για κέφι που χαρακτηρίζει την περίοδο των Χριστουγέννων, γιατί είναι γιορτή κατάνυξης καταρρίπτεται γιατί η αθεΐα, φίλοι μου, θερίζει. Δεν γίνεται να είσαι σώας τας φρένας άθεος και να βυθίζεσαι στην κατάνυξη του Θείου Δράματος. Άρα τι διαφορετικό υπάρχει στη γιορτή του Πάσχα που μας γλιτώνει από το ψυχολογικό ναδίρ των Χριστουγέννων; Είναι μήπως η προσμονή της Ανάστασης (έστω και μεταφορικής), της μαγειρίτσας, του αρνιού; Μπορεί κάτι τέτοια, όσο μεγαλειώδη κι αν είναι, να εξαερώνουν κάθε κακή διάθεση; Μπορεί η υπόσχεση ενός και δυο τσιμπουσιών, ή η επέλαση της άνοιξης να μεταλλάσσουν άρδην τον ψυχισμό μας; Θαρρώ πως όχι.
 
Η διαφορά βρίσκεται στο ότι το Πάσχα είναι κινητή γιορτή. Ή μάλλον ας το κοιτάξουμε αντίστροφα. Το πρόβλημα με τη μελαγχολία των Χριστουγέννων βρίσκεται στην ημερολογιακή σταθερότητά τους. Η σταθερότητα είναι που σε βάζει στο πνεύμα της μουρτζουφλιάς. Γνωρίζεις, παιδιόθεν, την ακριβή χρονική στιγμή που δεν επιτρέπεται να απέχεις από τη χαρά. Γνωρίζεις βιωματικά το αναπόδραστο της 25ης Δεκεμβρίου με τα συμπαρομαρτούντα της: αντίστροφη μέτρηση από τον Οκτώβριο, ασίγαστο καμπανάκι υπενθύμισης για κάθε ημέρα που περνάει. Μια πορεία προς ένα σταθερό στόχο. Εκεί βρίσκεται η ρίζα του κακού. Γιατί η σταθερότητα είναι κάτι μη ανθρώπινο και απάνθρωπο. Η ζωή είναι απρόβλεπτη και παράλογη, ή αν κάποιος δεν αρέσκεται σε τέτοιους αφορισμούς, η ζωή δεν είναι πάντως σταθερή και τίποτα στο διάβα της δεν παραμένει ακλόνητο. Και είναι η ασυμφωνία αυτή που ανάβει τη σπίθα και φουντώνει την περιρρέουσα μελαγχολία των Χριστουγέννων.
 
Το Πάσχα, από την άλλη, ακολουθεί την αγγλοσαξονική σοφία: out of sight, out of mind. Δεν μπορεί να σε βλάψει κάτι το οποίο παραμένει αδιόρατο. «Πότε πέφτει το Πάσχα;» θα αναρωτηθεί κάποια στιγμή ο καθένας μας. Και το Πάσχα, ο προσδιορισμός της ημερομηνίας του, συνιστά το τουρμπιγιόν (tourbillon) της πολυπλοκότητας. Το Πάσχα δεν είναι το παιδαριώδες «πότε γιορτάζει ο Γιώργος ή η Θεοδώρα;». Το Πάσχα δεν είναι «τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια». Και η πολυπλοκότητα αυτή είναι φίλος μας γιατί συνάδει με το είναι μας. Συνάδει με αυτό που βιώνουμε κάθε στιγμή ως έλλογα όντα, και είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μας. Έτσι ακόμα κι όταν μάθεις πότε πέφτει το Πάσχα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι τις πρώτες πέντε φορές που θα το ακούσεις ή θα το δεις, θα το ξεχάσεις. Και αυτή η λήθη σε προστατεύει γιατί ο εσωτερικός πυροκροτητής της μελαγχολίας σου δεν μπορεί να οπλιστεί για κάτι τόσο απροσδιόριστο. Για κάτι που μπορεί να σκάσει Μάρτιο, Απρίλιο, ή ακόμα και Μάιο. Για το καλό όλων λοιπόν, ορατών τε πάντων και αοράτων, η λύση είναι κινητά Χριστούγεννα.