Το σφαγείο
25-09-2019

Στη μνήμη του Ζακ Κωστόπουλου

 

Το κέντρο της πόλης μύριζε αίμα. Δεν θυμάμαι για πόσο καιρό. Στην αρχή ζεστό και φρέσκο. Κόλλαγε παντού. Στα παπούτσια, στα μαχαίρια, στους νόμους. Σμήνη μύγες να κάνουν τη νύχτα μέρα. Ένα βράδυ, πολύ κοντά στα γεγονότα, μια μεγάλη κηλίδα πήγε να με ρουφήξει. ‘’Γιατί, αίμα;’’, την ρώτησα. ‘’Για να μην ξεχάσεις’’, μου απάντησε. Δεν ήταν μόνο το αίμα που σε τρόμαζε, όταν γύρναγες νύχτα στο Κέντρο. Κυρίως ήταν τα φαντάσματα. Φαντάσματα  ζωντανών. Τι να σου σκαρώσουν οι πεθαμένοι; Τους ζωντανούς να φοβάσαι, ειδικά όταν είναι πιο νεκροί κι από τους νεκρούς. Τέλος πάντων, ησυχία κάναμε γενικά και μόνο το κλάμα μας αφήναμε να ακουστεί, να μην μας πνίξει.

 

Μια νύχτα, λίγο μετά το σινεμά, έστερξα επιτέλους να πλησιάσω. Ένα ρίγος με διαπέρασε. Το σφαγείο. Έτρεμα μέρες την ιερότητα  της στιγμής. Εδώ που πατάς, εδώ που κοιτάς, εδώ που αναπνέεις, θυσίασαν έναν άνθρωπο. Το αίμα στις φλέβες, παγωμένο, δεν τόλμαγε να κατέβει να συναντήσει το αίμα στις πλάκες. Τα παπούτσια μου δε μπορούν να βρουν το χαμένο παπούτσι. Εξάλλου, τα έχουν καθαρίσει όλα από την αρχή, τι να βρεις… Παρόλα αυτά, τα μάτια μου, εξασκημένα στο σκοτάδι σαν της γάτας, ψάχνουν να βρουν πειστήρια ζωής. Θαμπώνουν από το δέος. Μόνο σακατεμένες σκιές δίνουν την αίσθηση του βάθους. Το αιώνια βρωμερό στενό έχει ξαφνικά το γόητρο γοτθικού ναού. Κι αυτή η ησυχία… Πού είναι επιτέλους η κίνηση της Πατησίων να μας σώσει;;;

 

Ξάφνου, ακούγεται ένα αναφιλητό. Αποκλείεται να βγαίνει από μέσα μου, δεν έχω ανάσα. Μήπως οι σκιές; Μπα, αυτές συνεχίζουν να κάνουν κάτι ανεξήγητες κινήσεις στο σκοτάδι, κάτι προετοιμάζουν. Μάλλον δεν είμαι μόνη. Μερικά βήματα πιο κάτω, ακριβώς μπροστά στον βωμό, ένα ξανθό κεφάλι βυθισμένο στις χούφτες. Το κορμί συσπάται. Κάποιος με χρειάζεται και πόσο, μα πόσο, χρειάζομαι να με χρειάζονται αυτή τη στιγμή… Στην αρχή, ανοησίες. Μην κλαις. Μετά, μετανιωμένη. Κλάψε. Έλα στην αγκαλιά μου. Βοήθησέ με να κλάψω κι εγώ, να μην πνιγώ. Πονάει πολύ. Απαρηγόρητος. Το φως των κεριών μπροστά του του δίνει την όψη οσιομάρτυρα. Η οδύνη μας κάνει σιγά σιγά αδέρφια. Δυο ορφανά που αφήνονται στο έλεος του θεού και των ανθρώπων. (Πόσο τρομακτικό…)

 

Ξαφνικά γύρω μας, μια αθόρυβη ένταση. Οι σκιές στους τοίχους αρχίζουν να κινούνται πιο ρυθμικά, πιο συντονισμένα. Οι κινήσεις τους γίνονται σιγά σιγά πιο ξεκάθαρες στα θολά μας μάτια. Χορός είναι. Χορός ερωτικός, παθητικός, φαντασμαγορικός, ξεσηκωτικός. Θυμίζει χορό ιεροτελεστίας κάποιας φυλής από αυτές που θα αποκαλούσαμε άγριες, εμείς οι ήμεροι. Οι φιγούρες δυο, τρεις, κάμποσες, δεν ξέρεις να πεις ακριβώς, αγκαλιάζονται, φιλιούνται, ερωτοτροπούν. Πότε πότε βουτούν τα ακροδάχτυλα με χάρη στο αίμα και το τινάζουν νευρικά, γεμίζοντας πιτσιλιές τους τοίχους του σφαγείου. Πόσο μαγευτικό σόου, μας κάνει να ξεχνάμε τον καημό μας. Αποχαυνωμένοι, στέκουμε εκεί, ανταποδίδοντας την φιλοξενία και την διακριτικότητα με θαυμασμό.

 

Όλο αυτό διήρκεσε μια στιγμή ή μια νύχτα, δεν θυμάμαι να πω. Η παράσταση κάποια στιγμή τελείωσε. Είμαστε πικραμένοι αλλά ήρεμοι. Αφού υποσχεθήκαμε να προσέχουμε ο ένας τον άλλον, σαν σωστά παρότι ανώνυμα αδέρφια, σηκωνόμαστε προσεκτικά και αβίαστα να φύγουμε. Ο κηδεμόνας μου, βουβό πρόσωπο όλη αυτή την ώρα, με περιμένει στη γωνία. Κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στις λιμνούλες το αίμα, φτάνω και πιάνω το χέρι του. Στο χείλος του δρόμου, μας περιμένει η κίνηση της Πατησίων.

 

Με τον καιρό, το σφαγείο άρχισε να ξαναπαίρνει την αυθεντική του όψη, χωρίς να χάνει την λειτουργικότητά του. Οι ρυθμοί επανήλθαν, η βοή του δρόμου ξανάρχισε να στρίβει από τη γωνία, η νομιμότητα παρέμεινε άφαντη και η δικαιοσύνη φευγάτη. Το αίμα σιγά σιγά ξεράθηκε κι αυτό και η ζεστή οσμή του έδωσε την θέση της στη χρόνια δυσοσμία της σαπίλας. Οι κηλίδες σβήστηκαν μαζί με τα κεριά  που φώτιζαν αμυδρά τις νύχτες τον βωμό. Όλα έγιναν όπως πριν και όσοι φοβόντουσαν τις συνέπειες, κάπως ηρέμησαν. Αν είσαι όμως προσεκτικός και τυχερός και κρατάς τα μάτια σου και την καρδιά σου ορθάνοιχτα, τις νύχτες μπορεί να δεις περνώντας τις σκιές να συνεχίζουν λυγιστές, ερωτικές, ξέφρενες, το ερεθιστικό τους πάρτι, σβήνοντας τον θάνατο από τους παραφορτωμένους τοίχους του σφαγείου. Κάποτε, όλο αυτό το σάπιο, βαθύ κόκκινο, θα γίνει ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο.