Τιπούκειτος ή Χαμένοι στο διάστημα
31-05-2020

Ξέρετε τι εστί «Τιπούκειτος». Δεν είναι κάποιο όνομα εξελληνισμένου βαρβαρόφωνου, αλλά παρανάγνωση του τίτλου ενός Πίνακα περιεχομένων, όταν επέγραφαν ένα ευρετήριο ως «Τι που κείται».

Επί δεκαετίες θεωρούσαμε πως υπάρχει ζωγράφος Θεοσκόπολις και πως ο Αθάνας έγραψε το «Γαργάλατα» (η ευπιστία του μεγάλου κοινού απέναντι στις σοφίες κεντρώων, άρα ζυγοσταθμισμένων δημοσιογράφων, σπάει κόκκαλα) οπότε μια ακόμη αβλεψία ή κακή εκτίμηση δεν είναι του θανατά.

Ωστόσο, η μηχανιστική, αυτοματική και δη συνειρμική σκέψη, καλά κρατεί. Υπάρχουν εκπομπές για το χωριό. Για διάφορα χωριά. Ορεινά, παραθαλάσσια, ή που δεν έχουν ποτέ σκεφτεί που βρίσκονται.

Ε, θα βγουν στην επιφάνεια είτε εάν συμβεί φρικτό τροχαίο ή αδίκημα ή παράβαση κάποιου κώδικα εκεί κοντά, είτε αν το προσεγγίσουν για να το παρουσιάσουν στο μεγάλο κοινό. Αλλ΄εδώ, πέφτει ο ρατσισμός της αρκούδας (του ζώου για το οποίο διαδίδεται πως πνίγει το αρκουδάκι του από λατρεία). Οι χωρικοί, καλούνται να υπακούσουν σε μία συγκεκριμένη γραμμική διάταξη πληροφοριών. Χωρικοί-γραμμιτζήδες δηλαδή.

Πρέπει να έχουν πολιτιστικό σύλλογο. Να διαθέτουν ειδήμονα που θα δώσει φρικτώς ανακριβή ετυμολογία στο όνομα. Πρέπει να χορέψουν, ντυμένες και ντυμένοι τοπικές ενδυμασίες. Όχι πάντως ισότιμα, αλλά οι φέροντες κατά πλειοψηφία λόγου χάρη, σεγκούνι, αντί αντερί. Οι αντεριώτες, άλλη φορά. Πρέπει να ανεχτούν τα ανακριβή πλην υμνητικά κοντάκια της ατίμητης ζωής στο χωριό, όπου συνήθως «φυλάσσονται Θερμοπύλες».

Και πρέπει να υπάρχει τράπεζα με πιατέλες και καλούδια, όπου κάθε νοικοκυρά θα παρουσιάσει πίττες, γλυκίσματα και άλλα φαγητά κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων, ήτοι από μάνα σε κόρη. Όλα τα νοικοκυριά έχουν ηλεκτρική κουζίνα ή φιάλη υγραερίου ή και μασίνα, αλλά για χάρη της εκπομπής, θα σπάσουν κληματσίδες και θα σφουγγίσουν τον τουρλωτό ξυλόφουρνο, «παραδοσιακά».

Παράληλα θα εμφανιστεί το μορφωμένο άτομο του χωριού, που δεν ξέρει από σαραγλί και θα μιλήσει για την Ιστορία του χωριού, με υποχρεωτική αναφορά στον Όμηρο, στην Τουρκιά και στον Μακεδονικό Αγώνα. Ή σε κάποιο επιφανές πρόσωπο που γεννήθηκε ή έζησε εκεί. Μη περιμένετε βιογραφίες βέβαια.

Τελειώσαμε; Όχι. Εκκρεμεί ένας Τιπούκειτος ελλείψεων. Η λέξη «αναξιοποίητα».

Κτίσματα, παλαιοί ασκεπείς τοίχοι, ήθεα και εθίματα που περιέχουν τουρκαλάδες μπουνταλάδες που πανέξυπνοι ρωμιοί τους δούλευαν, αλλά και αρχαία ελληνικά θέσμια: καμιά λατρεία της Περσεφόνης, ένας έλλην Κράλιε Μάρκο που τον διεκδικούν κάτι μογγόλια, τέτοια.

Πηγάδια, μύλοι, γεράνια, καλντερίμια σπιτικά, τσουμπλέκια, αγκλίτσες, υφαντά, ξενητεμένοι, ασχολίες, πουθενά των πουθενών. Κι αν υπάρχουν, κάποιος θα λαογραφήσει ένα «μουσείο». Ανόρεχτο, βουβό, μη αλαλάζον. Όπου σπανίζει ένα χαρτί ιερέα ή κοινότητας, ένα παλαίτυπο, αλλά ευτυχώς υπάρχουν πανελληνίως 333436 γκιούμια, 334998 κασσιτέρινα πιάτα, 8778 αργαλειοί και ανέμες.

Τα σόκιν ανέκδοτα κρυμμένα ώσπου να φύγουν οι ξένοι μας, ιστορίες ξενοπηδήματος, γουστόζικες μοιχείες και αθώοι παιδεραστές πουθενά, οχετοί κακοχαρακτηρισμού γειτονικών χωριών (που συνήθως κρύβουν κτηματικές διαφορές αιώνων) βούβα. Και βέβαια, όλα υπό την σβάρνα του ενός και μόνου, απέθαντου μελετιού.

Τα μιλέτια των βλάχων, πουθενά. Κομητατζήδες, όλοι αποθαμένοι. Λογάκια πονηρεμένα, ξενικά και ξωτικά, απαγορευμένα ― μόνο με το «σεις» και με το «σας». Και εκ της αφανείας της συλλογικής τραπέζης, όλο και κάποιος, φλεγόμενος από πολιτική φιλοδοξία, θα κάνει τον κάργα.

Γνωρίζει αφού και διότι η άνοδος προς την δημαρχία (και «φρίττω!») προς την βουλευτικήν τέχνην, απαιτεί Προεδρία πολιτιστικού ή αγροτικού συλλόγου, εκλογή σε Συμβούλιο, ας είναι και επαιτών, είτα κολλητός αυτοδιοικητικού παράγοντα, είτα δημαρχοδήμαρχος, θεοτικός ή μπουλντόζας, με την φαμίλια μοιρασμένη σε τρία η τέσσερα εθνικά κόμματα και τέλος εκλεγμένος του τόπου.

Πώς να μη χαθείς στο Διάστημα μετά από όλα αυτά;