Σημειώσεις πραγματικότητας #20180516
16-05-2018

Δεν ξέρω τι με βρήκε πρώτο. Η λογοτεχνία ή το περπάτημα, αλλά αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με έναν άρρηκτο δεσμό. Και φυσικά να κατανοήσεις που βρίσκεσαι και με ποιους.

Τα ταξίδια είναι η ζύμη πολλών ανθρώπων, αλλά συναισθηματικά το να περπατάς στις γειτονιές σου διατηρεί το μυστήριο των λεπτομερειών. Κάθε μέρα το ίδιο, μα κάθε μέρα ένα διαφορετικό ποτήρι με ρήξεις και αντιστάσεις, μισοστραπατσαρισμένο, πολτοποιημένο και μπαταρισμένο σύμφωνα με τις συμβάσεις της ΕΕ προς ανακύκλωση και ρημαδιό και ξανά ζωή.

Και στρίβω τη γωνία και τα παιδιά παίζουν κρυφτό και φέγγουν οι επιδερμίδες τους μέσα στον καλοκαιρινό καιρό που μας έφεξε σε αυτήν την χώρα. Μάης μήνας -λίγο πριν το φαινόμενο του θερμοκηπίου μας μετατρέψει σε εντελώς ακέφαλα φυτά με ρίζες μέσα στα άδεια πορτοφόλια μας.

Η δροσιά σε βρίσκει στη διασταύρωση και σε σπρώχνει, σκοντάφτεις, πέφτεις με τα μούτρα πάνω στην κλειστή εδώ και καιρό παιδική χαρά. Έργα, έργα, προστασία και σκουριά. Γύρω γύρω τα παιδιά. Σαν αυτές τις μέλισσες που δεν μπορούν να πετάξουν και θα αφανιστούν. Αποκαρδιωτική εικόνα.

Το σουβλατζίδικο της γειτονιάς έχει αυτή την εσωτερική διακόσμηση της μίνιμαλ κουλτούρας των λαϊκών μαγαζιών. Ένα κάδρο με τον πατέρα και ιδρυτή του καταστήματος να την τρως κατακέφαλα με το που κάνεις ποδαρικό στον χώρο. Αριστερά το μαγειρείο με τις αλουμινένιες επιφάνειες να τρίζουν, να ματώνουν από τη χλωρίνη και το βετέξ. Δύο αρρωστιάρικοι γύροι, χοιρινος και κοτόπουλο, περιστρέφονται και ξεραίνονται σιγά-σιγά. Αναιμικοί και οι δύο όπως και η πελατεία του μαγαζιού. Όμως, η επιγραφή γράφει από το 1968. Αυτό φτάνει για να μείνω εδώ ακόμη και εγώ. Μου το επιτάσσει η συνείδησή μου. Πώς να φύγεις; Πού να αφήσεις το τίποτα που είναι κάτι εδώ που τα λέμε όπως η φουσκάλα στον καφέ;

Οι γονείς με τα κουτσούβελα φόρεσαν τις λαστιχένιες παντόφλες. Το σπίτι ορθάνοιχτο απέναντι τους με την τηλεόραση να διαφημίζει εμμονικά το νέο πιεσόμετρο. Ντιριντάχτα.

Το ζευγαράκι στο μοναδικό από κτήσεως της πλατείας παγκάκι που μένει στη σκιά των λαμπτήρων του δρόμου έχει φτιάξει ένα σίγμα. Οι οθόνες των κινητών αναδεικνύουν από κάτω προς τα πάνω το νεανικό τους δέρμα.

Στο κλείσιμο της βραδιάς μία περιποιημένη πόρτα με τη γλάστρα και τα καλλιγραφικά γράμματα στο κουδούνι.

Πώς να φύγεις;

4 σχόλια:
  • Χρήστος Μιχαλόπουλος
    16-05-2018 16:16

    Καλογραμμένο, όπως πάντα το κείμενο σου!
    Φωνάζει: «Η ζωή με θλίβει, αυτό, όμως με κάνει να την αγαπώ ακόμη πιο πολύ!”

    • Βέρα Ι. Φραντζή
      17-05-2018 11:27

      Κάπως έτσι! Ειναι μια μελαγχολια που ομως αποπνέει ελπιδα με καποιο μοναδικο τρόπο!

  • Νικόλαος Μοροπουλος
    16-05-2018 16:04

    Μου αρέσει το βλέμμα σου, είναι εντός και εκτός την ίδια στιγμή. Για τον λόγο αυτό η γραφή σου ανήκει στην τραγωδία. Και για να βάλουμε και την έντονη σφραγίδα του χρόνου, στο τραγικό χρονογράφημα.

    • Βέρα Ι. Φραντζή
      17-05-2018 11:28

      Πολύ ωραίος αυτός ο ορισμός, κύριε Μορόπουλε! Αν ήθελα να το χαρακτηρίσω το συγκεκριμένο αφήγημα αυτό θα ηταν ιδανικός!

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*