Ριπολίνη
04-04-2020

Όσο αραιώνει η γενιά σου, τόσο οι αναμνήσεις σου τοποθετούνται στα κάτω ράφια των σουπερμάρκετ. Τον καιρό που το παιδί ήταν μιτσό, στο καροτσάκι, με εντυπωσίαζε που βάραινε κάθε τόσο, σε κάθε στάση. Εντέλει, έβλεπε που φόρτωνα πακέτα στο καλάθι και έπαιρνε κι αυτό κεζάπια, κάμελ και σκουπιδοσακούλες και τα έβαζε δίπλα στα ποτζαρέλια του.

Ανάμεσα στην τρέχουσα μνήμη και στο αποθετήριο των αναμνήσεων, υπάρχει μια ασύδοτη περιοχή, μέσα στο σκουπιδαριό, υπαίθρια, που τιτλοφορείται «οι θύμησες». Αυτή η ξαφνική αποδοχή του μαλλιαρισμού, ένας κορονοϊός που αντέχει κάθε λιποδιάλυση της ζωής, με ταπεινώνει.

Με τέτοια, μιστριωτικά, ξύπνησα σήμερα ― από την μονοχνωτιά έχασα και τις μέρες. Ευτυχώς ανυπομονούσα να μιλήσω με τον πατέρα μου. Που μονολογούσε, τρίβοντας με γυαλόχαρτο ένα ράφι παλιό, με ίχνη ριπολίνης.

Toν παρατηρούσα τόσο προσεκτικά, ώστε έφτασα να καταλαβαίνω την προσωρινή ευτυχία ή τα φοβερά του ζόρια, από την άλω που εξέπεμπε σε κάθε περίσταση. Ακόμη κι αν πέρασε μια μέρα χωρίς να τον σκεφτώ, κάτι δικό του νοσταλγούσα ή διάβαζα από το ίχνος που άφησε στην ζωή.

Είδα κι έπαθα να προσγειωθώ, αφού είναι 41 χρόνους πεθαμένος. Η πρόσκρουση ήταν βίαιη.