Παλιές ιστορίες που δεν ενδιαφέρουν πια κανέναν
19-11-2019

Τον Νοέμβριο του 1973 ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. Ο πατέρας μου, που ήταν τότε σαράντα τέσσερα, είχε πάει στα Γιάννενα για μια ομιλία κι επέστρεψε άρον – άρον στην Αθήνα για να μας μαζέψει, εμένα και τον μεγαλύτερο αδελφό μου, από το Πολυτεχνείο, που βρισκόταν σε ευθεία γραμμή από το σπίτι μας, στην Πλατεία Αιγύπτου.

Το σπίτι αυτό το είχε χτίσει ο πατέρας του, που πέθανε το 1943 όταν δικός μου πατέρας ήταν δεκατεσσάρων χρονών. Ο πατέρας μου άλλαξε έκτοτε πολλά σπίτια κι επέστρεψε στο πατρικό του το 1960, αφού γεννήθηκα κι εγώ κι η οικογένειά μας δεν χωρούσε πια στο σπίτι που νοίκιαζε στην Πλάκα. Έτσι το δικό του πατρικό έγινε και δικό μου.

Οι γονείς μου ήσαν πάντα ενεργοί πολίτες, και στο σπίτι μας μιλούσαμε και πολιτικά ―αν και οι μικρότεροι κυρίως ακούγαμε. Και μαθαίναμε. Έτσι το θεωρήσαμε αυτονόητο, ο αδελφός μου κι εγώ, να συμμετάσχουμε στη διαρκή διαδήλωση κατά της δικτατορίας, που συντελούνταν στο Πολυτεχνείο. Ήμασταν και οι δύο ερασιτέχνες φωτογράφοι, και καμιά φορά παίρναμε και τις μηχανές μαζί, για μια οπτική καταγραφή. Κάποιες από τις  φωτογραφίες μας συμπεριλήφθηκαν αργότερα στην έκδοση Μέρες του Νοέμβρη 1973: φωτογραφίες που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ερμής», μαζί με τις φωτογραφίες των καταξιωμένων φωτορεπόρτερ (και φίλων) Κώστα Αναγνωστάκη, Ντίμη Αργυρόπουλου και Βασίλη Καραγιώργου. Όχι πως οι δικές μας συγκρίνονταν με αυτές των επαγγελματιών, αλλά τις συμπλήρωναν, όπως σημείωνε η εκδότρια του «Ερμή»:

«Tο βιβλίο αυτό αποτελεί την μαρτυρία πέντε ανθρώπων για τις “μέρες του Πολυτεχνείου” τον Nοέμβρη του 1973, και την μαρτυρία ενός για το πραξικόπημα που ακολούθησε μια βδομάδα αργότερα. Δεν φιλοδοξεί και δεν μπορεί να είναι μια πλήρης εικονογράφηση του τι συνέβη. Aποτυπώνει μόνο μερικά από τα συγκλονιστικά γεγονότα: την πρωτοφανή για τις μέρες εκείνες κοσμοσυρροή στο Πολυτεχνείο, αυτό το ξαφνικό αίσθημα ελευθερίας και την ομαδική έξαρση των ελεύθερων πολιορκημένων, την αλλαγή της ατμόσφαιρας με τα πρώτα δακρυγόνα, το διάχυτο κύμα τρομοκρατίας μα και γενναίας αντίστασης όταν “επενέβησαν” οι οπλισμένοι και χίμηξαν πάνω σε άοπλους φοιτητές και πολίτες».

Εκείνον τον καιρό εγώ είχα γύψο στο ένα πόδι, λόγω οστεοχονδρίτιδας (νόσος Osgood-Schlatter. Το ξέρω ότι είναι μια παντελώς άχρηστη πληροφορία, αλλά παρακαλώ να με συμπαθάτε, καθώς αυτό το κείμενο είναι η μόνη ευκαιρία που θα έχω ποτέ για να την καταγράψω). Δεν μπορούσα να τρέξω, αλλά ο γύψος, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας μου, με έκαναν σχεδόν αόρατο. Έλεγα στη μάνα μου που προσπαθούσε να με πείσει να μείνω στο σπίτι ότι εγώ πήγαινα στο Πολυτεχνείο ως ανάπηρος φιλήσυχος πολίτης, και πάντως να μην ανησυχεί, θα επέστρεφα.

Το βράδυ του Πολυτεχνείου και τα δύο παιδιά είχαμε επιστρέψει στο σπίτι, κι ακούγαμε ραδιόφωνο, κι είδαμε από το μπαλκόνι τα άρματα μάχης να κατηφορίζουν την Αλεξάνδρας και να στρίβουν στην Πατησίων. Οι δρόμοι γέμισαν φαντάρους και αστυνομικούς, το ραδιόφωνο σίγησε και οι δρόμοι γέμισαν με πολίτες που έτρεχαν για να σωθούν. (Εδώ να καταθέσω ότι δεν ήταν μόνον η Σοφία Βέμπο που άνοιξε το σπίτι της για να δεχτεί τους φυγάδες: όλη η γειτονιά, ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων, άνοιξε τα σπίτια τους για να τους περιθάλψει. Κι η μάνα μου ακόμη θυμάται την κατάπληξή της όταν διαπίστωσε ότι ο μικρός ανάπηρος είχε αδειάσει την κουζίνα και το ψυγείο, είχε κουβαλήσει όλα τα τρόφιμα στους έγκλειστους του Πολυτεχνείου, κι έτσι όταν βάλαμε τους ανθρώπους στο σπίτι μας δεν είχε τίποτα να τους φιλέψει εκτός από μαρμελάδα.)

Κάποια στιγμή εγώ αποκοιμήθηκα στη ασφάλεια του πατρικού μου. Το πρωί οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν, και μείναμε μόνοι. Λίγο αργότερα κατεβάσανε έναν άνθρωπο φρεσκοσκοτωμένο από την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας, πολύ μετά έμαθα το όνομά του, Μάρκος Καραμανής, ηλεκτρολόγος από τον Πειραιά, είκοσι τριών χρονών.

Περάσαμε καιρό μέσα στο σπίτι, στη μαυρίλα. Όταν προσπάθησα να πάρω άδεια να βγω, η χαριτωμένη επίκληση του ανάπηρου φιλήσυχου πολίτη δεν έπιασε. «Φιλήσυχος πολίτης, λες; Ο πιο φιλήσυχος πολίτης που έχω δει ποτέ ήταν σε εκείνη τη γωνία», μου είπε ο πατέρας μου δείχνοντας την απέναντι γωνία, Ιουλιανού και Πατησίων. Εγώ προς στιγμήν αναθάρρησα ότι θα με άφηνε να βγω ως εκεί. «Τον έβλεπα από το μπαλκόνι, στα Δεκεμβριανά. Είχε χτυπηθεί το πρωί, και ήταν πεσμένος όλη μέρα εκεί. Μάχες, πυροβολισμοί, σφαίρες, τίποτα δεν τον τάραζε. Είχε βρει την ησυχία του. Εντελώς φιλήσυχος. Τον μαζέψανε το άλλο πρωί».

Χρόνια μετά κατάλαβα ότι ο πατέρας μου, δεκαξάχρονος τότε, είχε δει έναν νεκρό στον εμφύλιο μέσα από το πατρικό του, και δεν ήθελε να δει κι άλλον έναν (ιδίως το γιο του), μέσα από το ίδιο σπίτι, και να ξαναζήσει αυτό το σκηνικό. Δεν ήθελε άλλους νεκρούς, δεν ήθελε άλλον εμφύλιο. Σπάνια μου μιλούσε για την Κατοχή και τον εμφύλιο, ίσως για να με προστατεύσει ώσπου να έρθει η ώρα να καταλαβαίνω, ίσως γιατί πίστευε ότι αν δεν μιλούσαμε για αυτές τις ιστορίες θα τις ξεπερνούσαμε και δεν θα ενδιέφεραν πια κανέναν. Αλλά μάλλον όχι.

Χρόνια μετά, τον Νοέμβριο του 1988, μίλησε λίγο και για αυτή την ιστορία όταν ξαναπήγε στα Γιάννενα:

«Ύστερα από 15 χρόνια, με πολλαπλή συγκίνηση ανακαλώ την προηγούμενη φορά που είχα την τιμή να μιλήσω στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών.

Πρώτον, γιατί από το 1971 — όταν, κάνοντας μια πολιτική χειρονομία στο κενό, είχα παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης —, κανείς άλλος, επί δύο χρόνια, δεν είχε τολμήσει να με καλέσει να μιλήσω δημοσία, εκτός από το Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Μα ο Κύριος Φρόντζος, στα 1973, όχι μόνο με προσκάλεσε, αλλά και, παρουσιάζοντας τον ομιλητή σε ένα ακροατήριο του οποίου την πρώτη σειρά κοσμούσαν στολές αξιωματικών, είχε απεριφράστως εξάρει την ηθική σημασία της παραίτησής μου.

Δεύτερον, επειδή ο μόνος όρος που του είχα θέσει ήταν να μιλήσω για τον Σεφέρη — όνομα τότε απόβλητο στο καθαρτήριο της Χούντας, ιδίως μετά την αναπόφευκτη πολιτικοποίηση της κηδείας του ποιητή. Βέβαια, ως τίτλο της ομιλίας εκείνης είχα προτείνει «Με τον Σεφέρη στην Βόρειο Ήπειρο — παρουσίαση ανέκδοτων σελίδων από το ημερολόγιό του». Και ο Κύριος Φρόντζος είχε αμέσως δεχτεί το θέμα, μολονότι, από την αρχή της τότε εικοσάχρονης ήδη γνωριμίας μας, μου είχε δηλώσει πως η ποίηση του Σεφέρη δεν τον συγκινούσε.

Τέτοια ήταν η ψυχική του ευρωστία.

Τρίτον, ένας λόγος που θυμάμαι ζωηρότατα όλες αυτές τις λεπτομέρειες είναι πως η ομιλία είχε προγραμματιστεί από καιρό για τις 14 Νοεμβρίου 1973. Η γυναίκα μου και εγώ είχαμε αφήσει τα δύο έφηβα παιδιά μας μόνα τους σε μιαν Αθήνα που έβραζε όλο και περισσότερο στην οδό Σόλωνος και στην οδό Πατησίων. Και αναγκαστήκαμε τότε να φύγουμε βιαστικά από τα αγαπημένα μας Γιάννενα, ελπίζοντας να πείσουμε τα δυο αγόρια μας να μην κλειστούν στο Πολυτεχνείο.

Στο σημείο αυτό, σαν να βλέπω την σκιά του Σεφέρη να μου υπενθυμίζει δύο ειρωνικούς στίχους του:

«Κι όλα τούτα είναι παλιές ιστορίες που δεν ενδιαφέρουν πια κανέναν
δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε»».

Ο πατέρας μου, λέγοντάς μου την ιστορία με τον νεκρό των Δεκεμβριανών, ήθελε να με κρατήσει στο σπίτι και στη ζωή. (Φυσικά και έμεινα, δεν τον αμφισβήτησα ποτέ και δεν το μετάνοιωσα.) Μια ανάγνωση αυτής της ιστορίας είναι, βεβαίως, πως οι νεκροί είναι φιλήσυχοι πολίτες. Εγώ κάθησα στο σπίτι και την ερμήνευσα διαφορετικά, πως οι φιλήσυχοι πολίτες είναι νεκροί. Τι έκανα με αυτό το μάθημα ζωής δεν αφορά κανέναν τρίτον, όμως ξαναδιαβάζοντας την ομιλία του πατέρα μου, που ήταν για τα ημερολόγια του Γιώργου Θεοτοκά, κατάλαβα ότι οι οι παλιές ιστορίες δεν φεύγουν, μένουν εκεί και περιμένουν να τις ανακαλύψουμε. Έγραφε ο Θεοτοκάς στα είκοσι δύο του χρόνια:

«Η Δόξα.

Ειλικρινώς, πρέπει να ομολογήσω στον εαυτό μου πως δεν πιστεύω στη χρησιμότητά της. Και χωρίς αυτήν μπορεί να γίνει η παραγωγή των οικονομικών αγαθών (και μάλιστα καλύτερα) και η ανανέωση της ανθρώπινης μάζας. Μα θέλω να πιστεύω πως βρίσκουνται μερικοί άταχτοι γυμνασιόπαιδες από κείνους που πέρνουνε πάντα τους χειρότερους βαθμούς στη διαγωγή τους, μερικοί κακοί φοιτητές από κείνους που απορρίπτουνται τρεις φορές προτού πάρουνε δίπλωμα, μερικά παιδιά από κείνα που ονειρεύουνται στα θρανία τους να ξεπεράσουνε τη μετριότητα που τα βαραίνει απάνω στο στήθος, μερικά παιδιά με γουρλωμένα μάτια, με φωτιά στην ψυχή, με θύελλα στο κεφάλι, μερικά ανήσυχα παιδιά, που μουρμουρίζουνε κρυφά αυτή τη λέξη χωρίς να ξέρουν τι ζητούν».

Παλιές ιστορίες που δεν ενδιαφέρουν πια κανέναν. Πραγματικά, δεν ξέρω ποιον μπορεί να ενδιαφέρει η ιστορία που αφηγούμαι. Έχω πάντως μια υποψία, και την αφήνω εδώ, αν θελήσει κάποτε να τη ανακαλύψει ο γιος μου. Είναι δεκατεσσάρων χρονών. Δεν έχει δει ακόμα νεκρό.